Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ ΥΠΟΤΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΣ ΤΟΥ Δ. ΑΙΝΙΑΝΟΣ

Η ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
ΥΠΟ
ΤΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΣ ΤΟΥ
Δ. ΑΙΝΙΑΝΟΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
(Μετὰ συλλογῆς ἀνεκδότων καὶ ἀποφθεγμάτων)
ΥΠΟ
Ι. ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗ
Ἡ βιογραφία τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη
Συγγραφέας: Ιωάννης Βλαχογιάννης
Πρόλογος

Ἡ σπουδαιοτάτη αὐτὴ βιογραφία τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη, γραφεῖσα παρ’ ἀνδρὸς ὅστις μετέσχε τῶν δύο τελευταίων μεγάλων ἐκστρατειῶν τοῦ ἡρωϊκοῦ στρατάρχου καὶ ὑπηρέτησεν ὑπ’ αὐτὸν ὡς ἔμπιστός του γραμματεὺς καὶ συμμαχητής, εἶναι ἡ μόνη αὐθεντικὴ ἔκθεσις περὶ τοῦ βίου καὶ τῶν ἔργων τοῦ βαθυγνώμονος καὶ γενναιοκάρδου Ρουμελιώτου, ὅστις ὑπῆρξεν ἡ πρώτη στρατιωτικὴ μεγαλοφυία τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Τὸ ἔργον τοῦ Δημητρίου Αἰνιᾶνος ἐχρησίμευσεν ἀργότερα ὡς ἡ κυριωτέρα πηγὴ εἰς τὴν γνωστὴν βιογραφικὴν μελέτην τοῦ ἱστορικοῦ Κ. Παπαρρηγοπούλου. Ὑπάρχει ὅμως καὶ παλαιοτέρα, πολὺ σύντομος, βιογραφία τοῦ Καραϊσκάκη γραφεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀγωνιστοῦ Γ. Γαζῆ [1], ἡ ὁποία περιέχει πληροφορίας τινὰς μὴ ὑπαρχούσας εἰς τὸ ἔργον τοῦ Αἰνιᾶνος. Ὁ Καραϊσκάκης λοιπὸν, κατὰ τὸν Γαζῆν, ἐγεννήθη ἀπὸ γονεῖς καλούς. Ἡ μητέρα τοῦ ἦτον ἀδελφὴ τοῦ Κώστα Δημισκῆ καὶ πρώτη ἐξαδέλφη τοῦ καπετὰν Γώγου Μπακώλα. Ἀνετράφη εἰς τὴν Αὐλὴν τοῦ Ἀλῆ πασᾶ καὶ ἐχρημάτισεν εἰς τὴν δούλευσίν του ἕως εἰς τὸν ἀποκλεισμόν του. Μὲ τὸν Κατσαντώνην ὅταν ἦτον, ἐφόνευσε μὲ τὸ χέρι του τὸν ᾀδόμενον ντερβέναγα Βεληγκέκα. Ὅταν ὁ Ἀλῆ πασᾶς ἐπῆγεν εἰς τὸ Βιδίνι κατὰ τοῦ Πασβάντογλου, ὁ Καραϊσκάκης ἄφησε τὸν Ἀλῆ πασᾶ καὶ ἐγύρισε μὲ τὸν Πασβάντογλου κλεισθεὶς εἰς τὸ Βιδίνι μῆνας τρεῖς. Καὶ διὰ νὰ μὴ γνωρισθῇ ὅτι ἦτον χριστιανός, μετωνομάσθη Καραλῆς. Ὅταν ὅμως ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ κάστρον καὶ τὸν ἔβαλεν εἰς τὸ χέρι ὁ Ἀλῆ πασᾶς, τὸν ἔστρωσεν εἰς τὸν φάλαγγα καὶ τοῦ ἔδωκεν εἰς τὰ ποδάρια ξυλιαῖς χίλιαις. Ἄλλην μίαν φορὰν τὸν ἔβαλεν εἰς τὴν φυλακὴν εἰς τὸν ἅλυσον καὶ εἰς τὸ κούτσουρον χρόνους δύο. Πολλάκις ὅμως τὸν ἐπεριποιήθη καὶ τὸν ἐδιόρισεν ἐπὶ κεφαλῆς σημαντικῶν στρατευμάτων καὶ ἐκδουλεύσεων, πολιτευόμενος αὐτὸν ἕως εἰς τὸν ἀποκλεισμόν του. 

Περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος τοῦ Καραϊσκάκη ἰδοὺ τὶ γράφει ὁ Γαζῆς· 
«Βάσιν εἶχε τὸ πῶς νὰ κερδαίνῃ τὴν ἀγάπην καὶ σέβας τῶν στρατευμάτων. 
Τὸ νὰ γνωρίζῃ εἰς πόσον βαθμὸν φιλοτιμίας εὑρίσκεται ὁ καθείς. 

Ἀπὸ ποῖα πάθη κυριεύεται ὁ καθείς. 

Ὅσους ἐγνώριζεν ἱκανοὺς τοῦ νὰ τὸν βλάψουν ἢ νὰ τὸν ὠφελήσουν, ἐπάσχιζε νὰ τοὺς κερδαίνῃ ἢ μὲ τὸ πουγγὶ ἢ μὲ τὸ σπαθί. 

Ἐβράβευε τοὺς ἀξίους καὶ ἀνδραγαθοῦντας μὲ ἄττια, μὲ ἄρματα, μὲ γρόσια, μὲ βαθμούς, γινώσκων ὅτι ὅπου ἄθλα ἀρετῆς πρόκεινται, ἐκεῖ καὶ ἄνδρες ἀγαθοὶ γίνονται, κατὰ τὸ ρητόν. 

Προικισμένος ὢν μὲ ὅλα τὰ φυσικὰ καὶ τυχηρὰ προτερήματα, ὅσους ἐγνώριζε φιλοτίμους καὶ φιλοδόξους, ἐρέθιζε τὴν φιλοτιμίαν τους τόσον μὲ τοὺς ἐπαίνους καὶ κατηγορίας, ὥστε πολλοὶ ἠναγκάζοντο ἢ νὰ φανοῦν ἄξιοι τῶν ἐπαίνων του, ἢ νὰ φύγουν ἀπ’ αὐτόν, διὰ νὰ μὴν ἀκούουν τὰς κατηγορίας του· διότι οἱ ἔπαινοί του ἀνέβαινον ἕως τρίτου οὐρανοῦ καὶ αἱ κατηγορίαι του ἕως τὰ καταχθόνια, ἢ, τολμῶ εἰπεῖν, ἔξω τοῦ παντός. Ἡ εὐφράδειά του καὶ ἡ συναναστροφή του ἦτον ἓν θέατρον καὶ πολλάκις οἱ στρατιῶται χάσκοντες εἰς τὰς κομψότητας καὶ ἀστειολογίας του, ἀλησμονοῦσαν νὰ γευματίσουν. Ἦτον μεγαλόδωρος καὶ εὐεργετικός, μεταδοτικώτατος καὶ χαριστής· τὸ φλωρὶ τὸ ἐθεωροῦσεν ὡς ὀβολὸν εἰς τὰς χρείας του. Εἶχε νοῦν ἐφευρετικὸν καὶ γεννητικὸν καὶ φυσικὴν ρητορείαν. Πολλάκις ἔπλαττε ψεύματα τεχνικώτερα τῆς ἀληθείας καὶ ἐξουθένωνε τὴν ἀλήθειαν ὡς ἀνυπαρξίαν. Ἐλάττωμα μόνον εἶχε τὴν ὀξυθυμίαν· εἶχεν ὅμως πάντοτε εἰλικρινῆ καρδίαν. Ἡ Τουρκία ὅλη τὸν εἶχεν εἰς μεγάλον θαυμασμὸν καὶ ὠνόμαζεν αὐτὸν Ρούμελη καὶ Μώρα βαλεσί, ὅ ἔστην ἡγεμόνα τῆς Ἑλλάδος. Οἱ Ἀλβανοὶ μάλιστα ὀμνύουν εἰς τὸ ὄνομά του. Περιηγούμενος πρὸ ὀκτὼ μηνῶν εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Τουρκίαν, ἤκουσα πολλάκις εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ὅταν πιάνωνται εἰς ἐμφύλιον πόλεμον ἀναμεταξύ των οἱ Ἀλβανοί, φοβερίζοντες ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ λέγουν· «Ντάλε! ντάλε! τιὲ σιότζι νιὲρ ντουφὲκ Καραϊσκάκιτ», ἤγουν «στάσου, στάσου, νὰ ἰδῇς μιὰ φορὰ ντουφέκι τοῦ Καραϊσκάκη». 

Ἰδοὺ τὶ καὶ ὁ Σπυρ. Τρικούπης ἀναφέρει περὶ τοῦ Καραϊσκάκη εἰς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλε τὴν 24 Ἀπριλίου 1827, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ στρατηγοῦ· «Ἄτρομος πάντοτε εἰς τοὺς πολέμους, ἀτρομώτερος πολὺ ἐφάνη καθ’ ὃ διάστημα ἦτον ἀρχηγὸς τῶν κατὰ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα στρατευμάτων· τότε εἶχε ψωμὶ καὶ αὐτός, ὅταν εἶχαν καὶ οἱ ἀγαπητοί τοῦ Ἕλληνες· ἡ κλίνη του ἦτον κλίνη ἁπλοῦ στρατιώτου· πρωταγωνιστὴς ἐπαρουσιάζετο, καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἀγῶνος ὅλην τὴν ἀπέδιδεν εἰς ἄλλους· ἐνθουσιασμένος διὰ τὴν παληκαριάν, ὡς παληκάρι καὶ ὁ ἴδιος, τὴν ἐτιμοῦσεν ὅπου τὴν ἔβλεπε καὶ τὴν ἀντάμειβε πλουσιοπάροχα· τοὺς γνωστοὺς διὰ τὴν ἀνδρείαν τοὺς ἔκραζε κατ’ ὄνομα, ὅταν ἐξεσπάθωνεν ἐν καιρῷ μάχης, διὰ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν· ἔβγανε τὰ πιστόλια του ἀπὸ τὴν μέσην του καὶ μὲ αὐτὰ εἰς ἀνταμοιβὴν παληκαριὰς ἐστόλιζε τοῦ παληκαριοῦ τὴν μέσην· ἔλυε τὴν ζώνην του καὶ ἔδιδεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ τὸ ὕστερον νόμισμά του». 

Ὁ δὲ Παναγιώτης Σούτσος εἰς τὸν πανηγυρικὸν τῆς 25 Μαρτίου 1846 ὡς ἑξῆς περιγράφει τὸν ἠθικὸν καὶ φυσικὸν χαρακτῆρα τοῦ μεγάλου Καραΐσκου· «...Ὁ ἀνὴρ αὐτὸς ἔχων νοῦν ἀκατέργαστον, ἀλλὰ γεννητικώτατον καὶ ὀξύτατον, ἄμοιρος ὢν παιδείας, ἀλλ’ ἀγαπῶν καὶ τιμῶν τοὺς πεπαιδευμένους, φιλάσθενος, ἀλλὰ καρτερικώτατος εἰς τὰς σκληραγωγίας, δαπανῶν ἀφειδῶς τὴν ἰδίαν περιουσίαν εἰς τὰς δημοσίας ἀνάγκας, ἐκθέτων τοὺς περὶ αὐτὸν εἰς τοὺς ὑπὲρ πατρίδος κινδύνους καὶ πρῶτος αὐτὸς ἐκτιθέμενος, στρατηγηματικώτατος ἁπάντων καὶ τῶν πάντων τὰς στρατιωτικὰς γνώμας ἀκούων καὶ σταθμίζων, ἀκόρεστος δόξης καὶ ὀνόματος.... Ἀνάστημα μέτριον, σῶμα ἰσχνόν, χρῶμα ὑπομέλαν, μέτωπον πλατύ, εὐρεῖα ἑστία σκέψεως, ὀφρεῖς πυκναὶ καὶ πλήρεις μεριμνῶν, ἐλαιόμαυροι καὶ μικροὶ ὀφθαλμοί, ἀλλ’ ἀστράπτοντες, αἰθέριόν τι πνεῦμα ὑποφουσκῶνον τοὺς μυκτῆράς του καὶ διακεχυμένον εἰς ὅλον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ... κόμη ὡς χαίτη λέοντος...». 

Ἠδικήθη μέχρι σήμερον τὸ ὄνομα καὶ ἡ μνήμη τοῦ Καραϊσκάκη. Τὸ μέγα καὶ σημαντικὸν ἔργον αὐτοῦ δὲν κατέλαβεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους τὴν ἁρμόζουσαν αὐτῷ θέσιν. Πρὸς τὸν σκοπὸν ἀκριβῶς τοῦτον παρέχομεν εἰς τὸ κοινὸν τὴν βιογραφίαν τοῦ μεγαλοφυοῦς «Γυιοῦ τῆς Καλόγριας», εὐχόμενοι νὰ καταστῇ αὕτη πανελλήνιον ἀνάγνωσμα καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ θετικωτέρας ἐκδηλώσεως τῆς πρὸς τὸν Καραϊσκάκην ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Διότι τώρα, ὅτε αἱ Ἀθῆναι ἀπέκτησαν τὸν ἀνδριάντα τοῦ ἑτέρου τῶν μεγάλων τοῦ Ἀγῶνος στρατηλατῶν, τοῦ Κολοκοτρώνη, ἐπιβάλλεται νομίζομεν, εἰς τὴν Πρωτεύουσαν μάλιστα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἠγωνίσθη καὶ ἀπέθανεν ὁ Καραϊσκάκης, πᾶσα ἐνέργεια πρὸς ἵδρυσιν μνημείου ἀξίου τῆς δόξης αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ζωντανεύῃ μὲν πρὸ τῶν ὀμμάτων ἡμῶν καὶ τῶν μεταγενεστέρων τὸ ἡρωϊκὸν παράστημα τοῦ Καραϊσκάκη, θὰ τιμᾷ δὲ τὴν πατρίδα ὡς διαφυλάττουσαν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς ἱερὰν τὴν πρὸς τοὺς δημιουργοὺς τῆς ἐλευθερίας της εὐγνωμοσύνην.

Η βιογραφία του στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη/Δημήτριος Αινιάν 

Ὁ Δημήτριος Αἰνιὰν ἦτο υἱὸς τοῦ διδασκάλου Ζαχαρίου Αἰνιᾶνος, ἀδελφὸς δὲ τοῦ ἀγωνιστοῦ Γεωργίου Αἰνιᾶνος, χρηματίσαντος ἐπὶ Ἐπαναστάσεως Ὑπουργοῦ, μέλους τοῦ Ἀρείου Πάγου, γενικοῦ ἐφόρου τῶν στρατευμάτων τῆς Στερεὰς Ἑλλάδος κλπ. 

Ὁ Δημήτριος Αἰνιὰν ἐγεννήθη ἐν Μαυρίλῳ τῆς Φθιώτιδος τὴν 21 Νοεμβρίου 1800. Ἐξεπαιδεύθη ἐν Κωνσταντινουπόλει, φοιτήσας εἰς τὴν Σχολὴν τῆς Ξηροκρήνης, ἐν ᾖ ἐδίδασκε καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ. Πολλὰς ὑπέστη καταδρομὰς καὶ φυλακίσεις ἡ τῶν Αἰνιάνων οἰκογένεια ἕνεκα τῆς ἀναμίξεως αὐτῆς εἰς τὰ πράγματα τῆς Φιλικῆς Ἑταιρίας. Ἀρξαμένου τοῦ ἀγῶνος καὶ διασπαρείσης τῆς οἰκογενείας, ἧς καὶ ἡ μεγάλη περιουσία ἐδημεύθη, ὁ Δημ. Αἰνιὰν κατέφυγεν εἰς Ρωσσίαν, ἐκεῖθεν δὲ κατῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διαρκούσης τῆς Ἐπαναστάσεως ὁ Αἰνιὰν μετέσχε διαφόρων ἐκστρατειῶν, ἠκολούθησε δὲ ἐξ ἐνθουσιασμοῦ τὸν Καραϊσκάκην τῷ 1826, πληγωθεὶς ἐν τῇ μάχῃ τῆς Δομπραίνας. Καὶ μαχόμενος καὶ ἐκτελῶν τὰ τοῦ γραμματέως καθήκοντα παρὰ τῷ Καραϊσκάκῃ, ἐκράτει σημειώσεις, σκοπῶν ἔκτοτε νὰ συγγράψῃ βιβλίον ἱστορικὸν περὶ τοῦ Καραϊσκάκη. Μετὰ τὸ ἀτυχές πέρας τῆς ὑπὲρ τῶν Ἀθηνῶν ἐκστρατείας ὁ Αἰνιὰν μετέβη εἰς Πελοπόννησον, κατέλαβε δ’ ἐπὶ Καποδίστρια διαφόρους διοικητικὰς καὶ δικαστικὰς θέσεις. 

Ἀπὸ τοῦ 1833—43 ὁ Δ. Αἰνιὰν ἰδιώτευσεν ἐν Λαμίᾳ. Τῷ 1847 ἀντιδρῶν κατὰ τῶν ἐκλογικῶν καταπιέσεων μετέσχε τῆς ἐν Λαμίᾳ ἀνταρσίας, ὅτε κατεστράφη ἡ οἰκία αὐτοῦ μετὰ τῆς πολυτίμου τῶν Αἰνιάνων βιβλιοθήκης. Ἐπανελθὼν ἐκ τοῦ Ὀθωμανικοῦ ὁ Αἰνιὰν μετὰ τὴν δοθεῖσαν ἀμνηστείαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ διασκεδάσῃ τὴν βασιλικὴν δυσμένειαν, ἀκυρωθείσης δὶς τῆς ὡς βουλευτοῦ ἐκλογῆς του. Ἔκτοτε ὁ Αἰνιὰν ἐδημοσιογράφει, ἐκδίδων καὶ τὴν «Βιβλιοθήκην τοῦ λαοῦ» καὶ συγγράφων διάφορα πρακτικῆς ὠφελείας συγγράμματα. 

Βραδύτερον ὁ Αἰνιὰν ἐχρημάτισε μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κλπ. Τὸ 1864 ἐξελέγη πληρεξούσιος τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἀπέθανε δὲ τῇ 25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1881 ἐν Ὑπάτῃ. 

Ἡ βιογραφία τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη. 
Συγγραφέας: Δημήτριος Αινιάν-Ἀφιέρωσις τοῦ συγγραφέως 
Πρὸς τοὺς γενναίους συναγωνιστὰς τοῦ Καραϊσκάκη. 

Εἰς σᾶς, ὦ γενναῖοι συναγωνισταὶ τοῦ ἀοιδίμου Καραϊσκάκη, ἀφιερόνω τὸ παρόν μου πόνημα· ἤθελα βέβαια σᾶς ἀδικήσει, ἐὰν τὴν βιογραφίαν τοῦ ἐνδόξου τούτου ἥρωος ἤθελα τὴν προσφέρει εἰς ἄλλους, παρὰ Σᾶς, οἱ ὁποῖοι συναγωνίσθητε καὶ συνεκινδυνεύσατε μετ’ αὐτοῦ, τὸν ὑπεστηρίξατε καὶ συνεργήσατε νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν βαθμὸν τῆς δόξης, εἰς τὸν ὁποῖον προώδευσεν. 

Αἱ ἐλλείψεις, αἱ σκληραγωγίαι, οἱ ὑπεράνω τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως κόποι καὶ τελευταῖον οἱ τρομεροὶ καὶ συνεχεῖς κίνδυνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐξετέθητε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς τελευταίας ἐκστρατείας τοῦ Καραϊσκάκη ὑπὲρ τῶν Ἀθηνῶν, Σᾶς δίδουν ἀδιαφιλονείκητα δικαιώματα εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους. Τοιοῦτον ἰσχυρὸν δικαίωμα δὲν ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ τὴν παρατήρησίν μου. Δεχθῆτε λοιπὸν τὴν προσφοράν μου· ἐὰν δὲν ἐξέθεσα ἀξίως τὰς πράξεις σας, ἀποδώσατέ το εἰς τὴν ἀδυναμίαν μου· βεβαιωθῆτε ὅμως, ὅτι ἡ ἀφορμή, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὸ κοινὸν διὰ τοῦ πονήματος τούτου, θέλει φέρει τὸ ἐπιθυμητὸ καὶ εἰς Σᾶς καὶ εἰς ἐμὲ ἀποτέλεσμα, τὸ νὰ ἐκτιμηθῶσι κατ’ ἀξίαν αἱ πράξεις σας, ὥστε ἑπομένως νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν χωρίς νὰ φοβῶνται πλέον τὴν ἐκ τῶν παθῶν παραμόρφωσιν. 

Δ. ΑΙΝIΑN

Ἡ βιογραφία τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη 
Συγγραφέας: Δημήτριος Αινιάν. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἐγεννήθη εἰς τὸ 1782 ἔτος· ἡ μήτηρ του ἦτον καλογραία γεννημένη εἰς τὸ χωρίον Σκωληκοκαρυὰ τῆς Ἐπαρχίας Ἄρτης. Μὴ ἀκολουθοῦσα αὐστηρῶς τοὺς κανόνας τοῦ βίου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀφιερωθῆ, συνέλαβε τὸν Καραϊσκάκην· δὲν ἔλαβεν ὅμως τὴν σκληρότητα καὶ ἀνοησίαν τοῦ νὰ ζητήσῃ νὰ κρύψῃ τὸ ἓν σφάλμα πίπτουσα εἰς ἄλλο μεγαλήτερον καὶ σκληρότερον. Ἐγέννησε τὸν Καραϊσκάκην· τὸν ἀνέθρεψεν ὅμως καθὼς ἦτον ἑπόμενον εἰς γυναῖκα, ἡ ὁποία περιήρχετο τὰς ἐπαρχίας διὰ νὰ πορίζεται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τὴν τολμηρότητά της καὶ διὰ τὴν γλῶσσάν της εἶχε γείνει γνωστὴ εἰς πολλὰς ἐπαρχίας, ὁ Καραϊσκάκης ἐγνωρίζετο πολλάκις μὲ τὴν ἐπωνυμίαν «ὁ υἱὸς τῆς Καλογραίας». 

Μόλις ὁ Καραϊσκάκης ἔφθασεν εἰς ἡλικίαν νὰ φέρῃ ὅπλα καὶ ἀμέσως συγκατετάχθη εἰς ἓν σῶμα κλεπτῶν, σύνηθες καταφύγιον τῶν ἐχόντων ἐντονώτερον τῆς ἐλευθερίας τὸ ἐλατήριον καὶ τῶν ὅσοι, καταδυναστευθέντες παρὰ τῶν Τούρκων, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρουν δίκαιον. Ἱκανοὺς χρόνους ἠκολούθησεν εὐτυχῶς τὸ ἔργον τοῦτο, ἀλλὰ τελευταῖον ἡ τύχη τοῦ πολέμου τὸν ἔκαμε νὰ πέσῃ ζῶν εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς σώματος Ἀλβανῶν, διωρισμένου παρὰ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ πρὸς καταδίωξιν τῶν κλεπτῶν, κατὰ δὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν ἐστάλη δέσμιος εἰς Ἰωάννινα. Ὁ Ἀλῆ πασᾶς διὰ χάριν τῆς μητρός του, τὴν ὁποίαν ἐγνώριζε, δὲν τοῦ ἀφαίρεσε τὴν ζωήν· καὶ οὕτως ὁ Καραϊσκάκης ἀπέφυγε τὴν συνήθη τύχην τῶν κλεπτῶν, ὅσοι ἤθελον εὑρεθῇ εἰς ὁμοίαν μὲ αὐτὸν περίστασιν [2]· ἐβάλθη ὅμως εἰς τὴν φυλακήν. Ἱκανὸν διάστημα καιροῦ ὑπέφερε τῆς ἀθλίας ταύτης ζωῆς τὰς βασάνους, ἀλλὰ τελευταῖον ἐπέβλεψεν εὐμενῶς ἡ τύχη εἰς αὐτόν, καὶ ἔφυγε κρυφίως ἀπὸ τὴν φυλακήν. 

Μόλις ᾐσθάνθη τὸν ἑαυτόν τοῦ ἐλεύθερον ἀπὸ τὰ δεσμά, καὶ ἀμέσως ἔδραμεν εἰς Ἄγραφα μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ ἀναλάβῃ τὸν πρῶτον τρόπον τοῦ ζῆν διὰ νὰ ἐκδικηθῇ καὶ δι’ ὅσα ὑπέφερε. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἤκμαζον οἱ Κατζαντωναῖοι, οἱ ὁποῖοι ὅσον κατεδιώκοντο, τόσον ἐλαμπρύνοντο μὲ τὰ κατορθώματά των, καὶ ηὔξανον τὰς δυνάμεις των. Ὁ Καραϊσκάκης ὡς τολμηρὸς καὶ φιλότιμος δὲν ἄργησε νὰ γνωστοποιήσῃ διὰ τῶν πράξεων τὰ προτερήματά του καὶ νὰ νομίζεται ὡς εἷς τῆς πρώτης τάξεως (πρωτοπαλήκαρον). 

Πολλοὺς κατὰ συνέχειαν χρόνους τὸ σῶμα τοῦτο ἀντέσχεν εἰς τοὺς διωγμοὺς τοῦ Ἀλῆ πασᾶ, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ κατέστρεψε τὸν Κατσαντώνην, δὲν κατώρθωσεν ἄλλο, εἰ μὴ νὰ καταστήσῃ λαμπρότερον καὶ ἐπιφοβώτερον τὸ σῶμά του, ὁδηγούμενον ἀπὸ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ Λεπενιώτην. Ὁ Ἀλῆ πασᾶς, ἀφ’ οὗ διά τῆς δυνάμεως δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ καταστρέψῃ, μετεχειρίσθη τὸν δόλον, μέσον διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ δυστυχίαν ἐπέτυχεν. 

Ἀφ’ οὗ ἐφονεύθη ὁ Λεπενιώτης διωρίσθη γενικὴ καταδρομὴ κατὰ τοῦ σώματός του διὰ νὰ μὴν τοῦ συγχωρηθῇ καιρὸς νὰ λάβῃ μέτρα ὑπερασπίσεως, ἢ νὰ καταστήσῃ τινὰ ἀρχηγόν του. Τὸ σῶμα τοῦτο ἐσύγκειτο τότε ἀπὸ περισσοτέρους τῶν τριακοσίων, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ διαμένῃ ὅλον ὁμοῦ, ἐχωρίσθη εἰς κόμματα, ἀλλὰ καὶ οὕτως οἱ Τοῦρκοι τὸ κατεδίωκον μὲ μεγάλην ἐπιμονήν. Μερικὰ ἐξ αὐτῶν ἐσύντριψαν καὶ διέλυσαν, καὶ ἄλλα τὰ ἠνάγκασαν νὰ διαλυθῶσιν ἀφ’ ἑαυτῶν. 

Ὁ Καραϊσκάκης τότε εὑρέθη εἰς ἓν σῶμα τὸ πολυανθρωπότερον καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοτέρους συγκείμενον, τὸ ὁποῖον μὴ βλέπον ἄλλως τὴν σωτηρίαν του, ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγῃ κατ’ εὐθεῖαν νὰ προσκυνήσῃ εἰς τὸν ἴδιον Ἀλῆ πασᾶν. Ὁ τύραννος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὴν ἀνδρίαν αὐτῶν, ἀφ’ ἑνὸς μέρους ἐπιθυμῶν νὰ ὠφεληθῇ ἀπ’ αὐτοὺς εἰς τοὺς ὁποίους εἶχε τότε ἀνὰ χεῖρας πολέμους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου θέλων μὲ τὸ παράδειγμα τῆς καλῆς πρὸς αὐτούς ὑποδοχῆς νὰ ἑλκύσῃ καὶ τοὺς λοιποὺς ὁμοίους αὐτῶν καὶ νὰ ἐξαλείψῃ οὕτω τὸ σύστημα τῶν κλεπτῶν, τοὺς ἐδέχθη φιλοφρόνως, καὶ τὸν μὲν Τσιώγκαν, τὸν ὁποῖον αὐτοὶ εἶχον παρουσιάσει ὡς ἀρχηγόν των, τὸν ἔκαμε καπιτάνον τῆς Βόνιτσας, τὸν δὲ Καραϊσκάκην ἐκράτησε πλησίον του, συγκατατάξας αὐτὸν εἰς τὴν σειρὰν τῶν σωματοφυλάκων του (τσοχαδαραίων). 

Μὲ τὸ ἔργον τοῦτο ἔζησεν εἰς Ἰωάννινα ἕως εἰς τὰ πρῶτα κατὰ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ κινήματα τῶν βασιλικῶν στρατευμάτων· ἠγωνίσθη μὲ τόλμην καὶ ἀνδρίαν καὶ ἐνόσῳ ἦτον κλεισμένος μετὰ τοῦ Ἀλῆ πασᾶ καὶ ὅταν μετέβη εἰς τὰ βασιλικὰ στρατεύματα. Δυσαρεστηθεὶς καὶ αὐτὸς ἀπὸ τοὺς βασιλικούς, καθὼς καὶ πολλοὶ ἄλλοι τῶν καπιτάνων Ἑλλήνων, ἀνεχώρησε κρυφίως ἀπὸ Ἰωάννινα· ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐξέκλεψε τὴν σύζυγόν του καὶ ἡ τόλμη του εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ ἐπέφερον ἱκανὴν ὑπόληψιν καὶ ἔδωκαν αἰτίαν νὰ τὸν θαυμάσωσιν ὅλοι. 

Ἀφ’ οὗ διεσώθη ἀπὸ Ἰωάννινα, τὴν μὲν σύζυγόν του τὴν ἔστειλεν εἰς Κάλαμον, αὐτὸς δὲ μετέβη εἰς Βόνιτσαν, ὅπου ἐπροσπάθησε νὰ κινήσῃ τοὺς κατοίκους εἰς ἐπανάστασιν κατὰ τῶν Τούρκων, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐκρίθη εὔλογον ἀκόμη διὰ νὰ κινηθῇ εἰς τὰ ὅπλα ἡ ἐπαρχία αὕτη, ὁ Καραϊσκάκης μετέβη εἰς Τσομέρκα καὶ συνεννοηθεὶς μὲ τὸν Κοτυλίδαν, ἔκαμε πρῶτος ἐπαναστάσεως κίνημα κατὰ τῶν Τούρκων, καθ’ ἣν ἐποχὴν καὶ ὁ Ὀδυσσεὺς ἐκτύπησεν εἰς Τατάρναν ταχυδρόμους τινὰς Τούρκους διευθυνομένους εἰς Ἰωάννινα. Διεδόθη τάχιστα καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τὸ παράδειγμα, καὶ ἀμέσως μέρος μὲν Ἑλλήνων κατέλαβον τὴν θέσιν τοῦ Μακρυνόρους, μέρος δὲ ἐκτύπησαν τὸ Βραχῶρι καὶ ἄλλοι τὴν Βόνιτσαν. Ὁ Καραϊσκάκης διευθύνθη ἔπειτα εἰς Μακρυνόρος, ὅπου καὶ τοποθετηθεὶς συμμετέσχε τῶν ἐκεῖ γενομένων ἀγώνων, εἰς ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων γενόμενον πλησίον εἰς Κομπότι, ἐπληγώθη εἰς τὰ αἰδοῖα, καταφρονήσας περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε τὸν κίνδυνον. 

Ἐπειδὴ δὲ εἰς Ἄγραφα οἱ ἀπὸ τῆς γενεᾶς τοῦ Βουκουβάλα καπιτανεύοντες δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ κατέχωσιν αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν καὶ διὰ τοῦτο ὑποκειμένην εἰς συχνὰς μεταβολάς, ὁ Καραϊσκάκης συνέλαβε τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ κατασταθῇ αὐτὸς καπιτάνος διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ δυνάμεως· ὠφελούμενος λοιπὸν ἀπὸ τὸν καιρὸν καὶ ἀπὸ τὴν ἀστασίαν τῶν πραγμάτων, συνεκρότησεν ἓν σῶμα δυνατὸν ἀπὸ Βαλτινοὺς καὶ ἀπὸ ἄλλους πλησιοχώρους Ἕλληνας καὶ συμβοηθούμενος ἀπὸ τὸν Γιαννάκην Ράγκον, μετέβη εἰς Ἄγραφα, κατασταθεὶς αὐτοχειροτόνητος καπιτάνος εἰς ταύτην τὴν ἐπαρχίαν. 

Ὢν δὲ τολμηρὸς καὶ δραστήριος δὲν ἄργησε νὰ ἀναγνωρισθῇ καὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτόλμων νὰ ἐναντιωθῶσι καὶ ἀπὸ τοὺς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν πασάδες, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν συνέφερε νὰ τὸν καταδιώξωσι δι’ ὅπλων, διότι εἶχον τὴν προσοχήν των εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς τὸ Σοῦλι. Ὁ Καραϊσκάκης εὑρισκόμενος εἰς τὸ μεθόριον τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Τούρκων καὶ βλέπων ὅτι προφανῶς δὲν ἠδύνατο νὰ κηρυχθῇ ἐναντίον οὔτε τοῦ ἑνὸς οὔτε τοῦ ἄλλου μέρους, οἰκονομοῦσεν ἀμφότερα. Κλίνων ὅμως πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἔδωκεν αἰτίαν πολλάκις νὰ κινηθῶσιν ἐναντίον τοῦ οἱ Τοῦρκοι· ἀλλ’ ἀντικρούσας πάντοτε τὰς δυνάμεις των διέμεινε καὶ ἀκόντων αὐτῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Ἀγράφων. 

Ἐπειδὴ ὅμως ἡ μετὰ τῶν Τούρκων σύγχυσις αὐτοῦ δὲν συνέφερεν οὔτε εἰς τοὺς Χριστιανοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας ταύτης, διότι ἐξετίθεντο εἰς κίνδυνον λεηλασίας ἀπὸ μέρους τῶν Τούρκων, οὔτε εἰς τοὺς Τούρκους τοὺς κατοικοῦντας εἰς τοὺς πρόποδας τῶν βουνῶν τῶν Ἀγράφων, διότι ἦσαν ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐπιδρομὰς τοῦ Καραϊσκάκη, οἱ μὲν κάτοικοι τῶν Ἀγράφων κατέπεισαν αὐτὸν νὰ προσποιηθῇ ὅτι εἶναι ὑποκείμενος εἰς τὰς διαταγὰς τῆς τουρκικῆς ἐξουσίας, οἱ δὲ Τοῦρκοι παρεκάλεσαν τοὺς κατὰ καιρὸν πασάδες νὰ προσποιῶνται ὅτι πιστεύουσι τὴν φαινομένην ὑποταγὴν τοῦ Καραϊσκάκη. Οἱ κατὰ καιρὸν πασάδες ἀπεδέχθησαν τὸ ζήτημα τοῦτο, μὴ θέλοντες νὰ ἔχουν τόσον πλησίον τοιοῦτον ἐπίφοβον ἐχθρόν, ὁποῖος ἦτον ὁ Καραϊσκάκης, ἐν ᾧ ἦσαν ἀναγκασμένοι νὰ διευθύνωσι τὰ στρατεύματά των εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ εἰς τὰς ἐνδοτέρας ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. 

Ὁ Καραϊσκάκης συνδέσας μὲ τοὺς εἰς Λάρισσαν ἐχθροὺς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἀνακωχῆς, δὲν ἀμέλησε νὰ δείξῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τελεία ὑποταγή, ἀλλὰ μερικὴ μόνον πρὸς ἓν μέρος ἐχθρικὸν συνθήκη. Εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα γενομένας Ἑλληνικὰς ἐκστρατείας ἔστειλεν ἀνάλογον δύναμιν. Μάλιστα ὅταν, διαλυθείσης τῆς πρώτης πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου, ὁ Ὀμὲρ πασᾶς μὴ δυνάμενος νὰ διαβῇ τὸν Ἄσπρον (Ἀχελῷον) διευθύνθη νὰ περάσῃ διὰ τῶν Ἀγράφων εἰς Λάρισσαν, ὁ Καραϊσκάκης συνάξας ἕως χιλίους στρατιώτας προκατέλαβε τὴν διάβασιν αὐτῶν εἰς τὸν Ἅγιον Βλάσην. Οἱ Τοῦρκοι, ἀφ’ οὗ ματαίως ἐζήτησαν διὰ λόγου νὰ τὸν πείσωσι νὰ τοὺς ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν διάβασιν, ἐπεχείρησαν καὶ διὰ τῆς βίας. Συγκροτηθείσης λοιπὸν μάχης, ὑπερίσχυσαν οἱ ἐχθροὶ καὶ ἔτρεψαν εἰς φυγὴν τὸ μεγαλήτερον μέρος τῆς στρατιᾶς τοῦ Καραϊσκάκη· αὐτὸς ὅμως μὲ ἑκατὸν πεντήκοντα στρατιώτας περίπου ὀχυρωθεὶς εἴς τινα δυνατὴν θέσιν ἀνθίστατο εἰς τὴν ὁρμὴν τῶν ἐχθρῶν. Οἱ Τοῦρκοι δὲν ἠκολούθησαν ἐπὶ πολὺ τὴν καταδίωξιν τῶν τραπέντων εἰς φυγήν, βλέποντες διαμένον ἀκόμη ἀκέραιον περὶ τὸν Καραϊσκάκην ἓν μέρος τῆς στρατιᾶς του. Οἱ δὲ τραπέντες εἰς φυγὴν Ἕλληνες βλέποντες ὅτι δὲν ἦτον ὁ Καραϊσκάκης μαζή των εἰς τὴν φυγήν, καὶ ἐννοήσαντες ὅτι ἐκλείσθη, ἐστράφησαν ὀπίσω μὲ σκοπόν νὰ δώσωσι βοήθειαν εἰς αὐτὸν διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φύγῃ. Ἀλλ’ οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦντες πολλὴν ὥραν εἶχον ἀποκάμει, βλέποντες ἐπιστρέφοντας τοὺς Ἕλληνας, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Τότε ἐκπηδήσαντες καὶ οἱ περὶ τὸν Καραϊσκάκην ἐρρίφθησαν εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ τοὺς κατεδίωξαν ἱκανὸν διάστημα, φονεύσαντες ὑπὲρ τοὺς διακοσίους, ἐν οἷς οἱ πλειότεροι Ἀλβανοί. Ἐφονεύθη ὅμως εἰς ταύτην τὴν μάχην ὁ Βακογιάννης, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε πολὺ καὶ εἰς τὸ νὰ λάβῃ τὰ Ἄγραφα ὁ Καραϊσκάκης καὶ εἰς τὸ νὰ τὰ διαφυλάξῃ, καὶ τὸν ὁποῖον ἠγάπα καὶ ἐσέβετο ὁ Καραϊσκάκης διὰ τὴν φρόνησιν καὶ γλυκολογίαν του. 

Οἱ ἀρχηγοὶ τῆς νικηθείσης ταύτης στρατιᾶς ἐπαραπονέθησαν πολλὰ πρὸς τοὺς ἐν Λαρίσσῃ Τούρκους διὰ τὸ ἔργον τοῦτο τοῦ Καραϊσκάκη· ἐπειδὴ ὅμως ἐκεῖνοι δὲν εἶχον τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν διὰ νὰ καταπολεμήσωσι καὶ νὰ ἐκριζώσωσιν ἀπὸ τὰ Ἄγραφα τὸν Καραϊσκάκην, ἐξηκολούθουν νὰ προσποιῶνται ὅτι δὲν ἐπειράχθησαν ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦτο, περιμένοντες ἁρμόδιον καιρὸν διὰ νὰ ρίψωσι τὸ προσωπεῖον· διότι ἐπιχειρισθέντες πολλάκις μὲ τὰς δυνάμεις τῶν ἐντοπίων, ὄχι μόνον δὲν ἔβλαψαν διόλου τὸν Καραϊσκάκην, ἀλλὰ μάλιστα ἔγειναν αἴτιοι νὰ λεηλατισθῶσι πολλὰ χωρία τουρκικά. 

Ἡ πολιτικὴ αὕτη διήρκεσεν ἕως εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ πασᾶ τῆς Σκόδρας, ὁ ὁποῖος ἐλθὼν εἰς Λάρισσαν ἐζήτησε τὸν Καραϊσκάκην νὰ ὑπάγῃ εἰς προσκύνησίν του αὐτοπροσώπως καὶ ὄχι ὡς ἄλλοτε, ὅτε ἔστειλεν ὡς συγγενεῖς του ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας οὐδεμίαν συγγενικὴν σχέσιν μετ’ αὐτοῦ. Ὁ Καραϊσκάκης, ὁ ὁποῖος ἀφ’ ἑνὸς μέρους ἐπεθύμει νὰ διαμείνῃ εἰς Ἄγραφα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἐτόλμα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ μέρος τῶν ἐχθρῶν, ὑποπτεύων καὶ ἐκδίκησιν διὰ τὰ παρελθόντα καὶ ἁπλῶς κίνδυνον διὰ τὰς συνεχεῖς πολιτικὰς μεταβολὰς τῶν τουρκικῶν πραγμάτων καὶ διὰ τὴν ἀπιστίαν τῶν Τούρκων, ἱκανὸν καιρὸν ἐταλαντεύετο. Τελευταῖον, ἐπειδὴ εἶχεν ὑπερισχύσει ἱκανῶς καὶ τὸ κυριεῦον αὐτὸν πάθος τοῦ στήθους, ἀπεφάσισε νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὰ Ἄγραφα, διότι δὲν ἤθελε δυνηθῆ ν’ ἀντικρούσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἑτοιμασθεῖσαν ἐχθρικὴν δύναμιν. Μετέβη λοιπὸν εἰς Προυσὸν μὲ τριακοσίους περίπου στρατιώτας καὶ τοὺς μὲν στρατιώτας ἔστειλε νὰ συναγωνισθῶσι μὲ τὸν Μάρκον Μπότσαρην εἰς Καρπενήσιον, ὅπου καὶ παρευρέθησαν, αὐτὸς δὲ μετὰ τὴν μάχην ταύτην, ἐπειδὴ τὸ πάθος του ἐγίνετο ἐντονώτερον, μετέβη εἰς Ἰθάκην διὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθῶσιν ἰατροὶ ἔμπειροι καὶ νὰ δώσῃ εἰς ἑαυτὸν τὴν ἀνήκουσαν περιποίησιν. 

Μ’ ὅλον ὅτι οἱ ἰατροί, ἀφ’ οὗ ἐδοκίμασαν τὸ πάθος του, δὲν τὸν ἔδωκαν ἐλπίδας ζωῆς, αὐτὸς μὴν ὑποφέρων τὴν εἰς τὰς νήσους διατριβήν, καὶ ὢν φύσεως ἀνησύχου, ἐξῆλθε πάλιν εἰς Μεσολόγγιον καὶ ἐζήτει νὰ διορισθῇ ἀρχηγὸς τῶν ὅπλων τῆς ἐπαρχίας Ἀγράφων· ἀλλ’ ἐκεῖ, ὠφεληθεὶς ἀπὸ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ, εἶχεν ἤδη στερεωθῇ ὁ Γιαννάκης Ράγκος, ὁ ὁποῖος ἐνῷ εἶχε βοηθήσει τὸν Καραϊσκάκην εἰς τὸ νὰ κατασταθῇ εἰς Ἄγραφα καὶ εἶχε συμμεθέξει τῆς ἐξουσίας, ὕστερον εἶχεν ἀποβληθῇ. Ὁ Καραϊσκάκης ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν Μαυροκορδάτον, Διευθυντὴν τότε τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐζήτει ἐπιμόνως νὰ διορισθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Ἀγράφων, ἀλλὰ τὸ πρόβλημά του δὲν εἰσηκούσθη. 

Δυσαρεστηθεὶς διὰ τοῦτο ἀπὸ τὸν Μαυροκορδάτον, καὶ φανερῶς ἐναντίον αὐτοῦ ἔλεγε καὶ κρυφίως ὠργάνιζε τοὺς διαφόρους ἀρχηγοὺς νὰ τοὺς ἑλκύσῃ εἰς βοήθειάν του, καὶ δὲν ἄργησε νὰ σύρῃ πρὸς τὸ μέρος του ἱκανούς, καθὼς τοὺς Τζαβέλας καὶ ἄλλους, καὶ νὰ γένῃ τρόπον τινὰ κέντρον ὅλων τῶν δυσαρεστημένων ἀπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Μαυροκορδάτου. Ἀλλὰ μ’ ὅλον ὅτι πολλοὶ παρέστησαν εἰς τὸν Μαυροκορδάτον, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ θεραπευθῇ τὸ ζήτημα τοῦ Καραϊσκάκη, αὐτὸς ἐπέμεινε βιαζόμενος ἀπὸ τὸ ἄλλο κόμμα τὸ ὑπερασπιζόμενον τὸν Ῥάγκον. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἐπιθυμῶν καθ’ ὑπερβολὴν νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ζήτημά του, καὶ νομίζων ὅτι ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν ἐπικρατοῦσαν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν διαίρεσιν εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἔγραψε πρὸς τὸν Κολοκοτρώνην, ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος εἶναι σύμφωνοι μὲ τὸ πνεῦμά του καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν συνδράμωσιν, ἀλλ’ ὅτι ἐμποδίζονται ἀπὸ τὸν Μαυροκορδάτον καὶ ὀλίγους ἄλλους ὁμόφρονάς του. Ἐὰν λοιπὸν τοῦ σταλῇ ἓν σῶμα τριακοσίων μόνον στρατιωτῶν Πελοποννησίων, θέλει κατορθώσει νὰ διώξῃ τὸν Μαυροκορδάτον καὶ ἑπομένως ὅτι θέλει ὑπάγει εἰς τὴν Πελοπόννησον μὲ ὅλους τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος. Καὶ τοῦτο τὸ σχέδιον τοῦ Καραϊσκάκη δὲν ἔφερε κανένα καρπόν, εἴτε διότι ὁ Κολοκοτρώνης δὲν ἐνόμισε πιθανὰ τὰ γραφόμενα, διὰ νὰ τὰ ἀποδεχθῇ, εἴτε διότι δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ τὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν. 

Ὁ Καραϊσκάκης καὶ οἱ Τζαβελαῖοι ἔχοντες ἱκανὴν δύναμιν στρατιωτικὴν εἰς Μεσολόγγιον καὶ Ἀνατολικὸν καὶ δυσαρεστημένοι, ὡς εἴπομεν, οὔτε αὐτοὶ ἐφέροντο μὲ τὴν ἀνήκουσαν εὐταξίαν, ἀντεκδικούμενοι τρόπον τινὰ δι’ ὅσα ἐνόμιζον ὅτι ἠδικήθησαν, οὔτε τοὺς στρατιώτας των ἀτακτοῦντας συνέστελλον. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ Καραϊσκάκης διέτριβεν εἰς Ἀνατολικόν, εἷς ἐκ τῶν πρώτων ἀξιωματικῶν του ἀτακτήσας εἰς Μεσολόγγιον ἐπιάσθη καὶ ἐρραβδίσθη παρὰ τῶν ἐντοπίων. Τοῦτο μαθὼν ὁ Καραϊσκάκης στέλλει καὶ συλλαμβάνει δύο τῶν προκρίτων Μεσολογγίου καὶ τοὺς μεταφέρει εἰς Ἀνατολικὸν διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἀντεκδίκησιν. Ἐταράχθησαν καθ’ ὑπερβολὴν διὰ τὸ κίνημα τοῦτο τοῦ Καραϊσκάκη ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ Μεσολογγίου καὶ καθὼς συμβαίνει εἰς ἐξαγριούμενον λαόν, ἐλέγοντο πολλὰ περὶ ἐξώσεως τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ Σουλιωτῶν ἀπὸ τὸ Μεσολόγγιον καὶ ἄλλα ὅμοια, διὰ τὰ ὁποία μερικοὶ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκην ἐπῆγαν αἰφνηδίως καὶ ἐκυρίευσαν τὸ Βασιλάδι. Τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἐτάραξε τοὺς Μεσολογγίτας· διότι ὑπώπτευσαν ὅτι δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα τῶν τρεχουσῶν ταραχῶν, ἀλλ’ ἐκ προμελέτης σχέδιον. 

Ἐνῷ διὰ ταῦτα εἶχεν αὐξήσει ἀρκετὰ ὁ βρασμὸς μεταξὺ τῶν δύο ἀντιφερομένων μερῶν, προσετέθη καὶ νέον ὑποψίας αἴτιον κατὰ τοῦ Καραϊσκάκη. Ἐκοινοποιήθη ὅτι κἄποιος Κωνσταντῆς Βουλπιώτης ἐστάλη παρὰ τοῦ Καραϊσκάκη εἰς τὸν Ὀμὲρ πασᾶ Βρυόνην διὰ νὰ τοῦ ὑποσχεθῇ ἀπὸ μέρους του, ὅτι θέλει τοῦ παραδώσει τὸ Μεσολόγγιον καὶ Ἀνατολικόν. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἀπὸ μέρους τοῦ Καραϊσκάκη πρὸς τὸν Ὀμὲρ Βρυόνην εἶχε γένει τῷ ὄντι καὶ ἐπειδὴ ὁ Βουλπιώτης ἐξωμολογεῖτο τρόπον τινὰ τὸ σφάλμα του, ἔδωκεν αἰτίαν εἰς τὸ νὰ φανῇ τὸ πρᾶγμα πιστευτὸν εἰς πολλούς· ὠφελούμενοι λοιπὸν ἀπὸ τὴν περίστασιν ταύτην οἱ ἐχθροὶ τοῦ Καραϊσκάκη, ἐπέκειντο τολμηρότερον κατ’ αὐτοῦ· οἱ δὲ φίλοι του διὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔλαβον ὑποψίαν περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ἀπέβησαν ἀτολμότεροι εἰς τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ, ὥστε καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ Σουλιῶται μετεκάλεσαν τοὺς κυριεύσαντας τὸ Βασιλάδι, ὄντας ἐκ τῶν στρατιωτῶν των, καὶ τὸ ἄφησαν πάλιν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν Μεσολογγιτῶν. 

Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐξομολόγησιν τοῦ Βουλπιώτου ἀνεκαλύπτετο προδοσία, διωρίσθη ἀπὸ τὸν Μαυροκορδάτον ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατηγορίαν ταύτην. Μετεφέρθησαν καὶ πολλὰ διοικητικὰ στρατεύματα διὰ νὰ διώξωσι διὰ τῆς βίας τὸν Καραϊσκάκην, ἂν ἑκουσίως δὲν ἤθελεν ἀναχωρήσει μὲ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ἀπὸ Ἀνατολικόν. Ὁ Καραϊσκάκης ὅμως εἶχε προηγουμένως μεταφέρει εἰς Ἀνατολικὸν καὶ τοὺς ἐν Μεσολογγίῳ στρατιώτας του καὶ τοὺς τῶν συμβοηθῶν του καὶ εἶχεν ὀχυρωθῇ, εἰς τὰς οἰκίας, ὥστε οἱ ἐναντίοι του δὲν ἐτόλμων νὰ ἐπιφέρωσι βίαν εἰς αὐτόν, διότι ἐφοβοῦντο τὰ ἀποτελέσματα ἑνὸς πολέμου, ὅστις ἤθελε γένει ἐν τῷ μέσῳ γυναικῶν καὶ παιδίων καὶ πολλῶν ἀόπλων πολιτῶν, καὶ διότι ἔβλεπον τὸν ἀποφασιστικὸν τρόπον τοῦ Καραϊσκάκη. Ἐπροσπάθησαν λοιπὸν μὲ διαφόρους τρόπους, ὥστε τρόπον τινὰ τὸν ἐπειθανάγκασαν νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ Ἀνατολικὸν μὲ ὅλους τοὺς μετ’ αὐτοῦ. 

Ὁ Μαυροκορδάτος καὶ ἡ παρ’ αὐτοῦ διορισθεῖσα ἐπιτροπὴ ὁμοῦ μὲ ἄλλους τινὰς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατιωτικοῦ διεκήρυξαν προδότην τὸν Καραϊσκάκην, τοῦ ἀφῄρεσαν τὸν βαθμὸν καὶ τὸν διέταξαν νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα. Ἀφ’ οὗ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διετέθησαν τὰ πράγματα, ὀλίγοι ἦσαν πλέον οἱ ἀμφιβάλλοντες διὰ τὴν προδοσίαν ταύτην. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ Βουλπιώτης, ὅστις ὑπετίθετο ὡς ὄργανον αὐτῆς, ἔλαβεν ὑποδοχὴν ἀπὸ τὸν Μαυροκορδάτον ἀντὶ τῆς ἀνηκούσης εἰς τοιοῦτον ἁμάρτημα ποινῆς, ἔδωκεν αἰτίαν νὰ πιθανολογήσωσιν ὅτι ἀπέδωκεν εἰς τὸν Καραϊσκάκην κατὰ ζήτησιν τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνος δὲν εἶχε διόλου κατὰ νοῦν. 

Ὅ,τι δὲ πολλοὶ φρόνιμοι καὶ ἀπαθεῖς παρατηρηταὶ ἐσυμπέραινον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἶναι τὸ ἐξῆς: Ὁ Καραϊσκάκης ἐπεθύμει νὰ κατασταθῇ εἰς Ἄγραφα· βλέπων δὲ ὅτι διὰ τῆς Διοικήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ κατορθώσῃ, διότι πλησίον αὐτῆς ὑπερίσχυε τὸ κόμμα τῶν ἐναντίων του, ἐπροσπάθει νὰ τὸ κατορθώσῃ δι’ ὅπλων· ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἐπαρχίας τῶν Ἀγράφων Ῥάγκος ἦτον σύμφωνος μὲ τὸν Σούλτσην Κόρτσαν, Ὀθωμανὸν διοικητὴν τῶν Τρικκάλων, καὶ ἦτον βέβαιον ὅτι ἤθελε λάβει συνδρομὴν παρ’ αὐτοῦ εἰς πᾶσαν ἀνάγκην, ὁ Καραϊσκάκης ἐσχεδίασε νὰ καταφύγῃ εἰς τὸν Ὀμὲρ Βρυόνην, ὄντα ἐχθρὸν τοῦ Σούλτση Κόρτσα, διὰ νὰ λάβῃ συνδρομὴν παρ’ αὐτοῦ, ὥστε νὰ φέρῃ τὸν σκοπόν του εἰς ἔκβασιν. Τοιαύτας ἀνταποκρίσεις καὶ μυστικὰς συνομιλίας μετὰ τῶν Ἀλβανῶν δὲν ἔκαμεν οὔτε μόνος οὔτε πρῶτος. Πολλοὶ ἐκ τῶν Ἀλβανῶν ὑπέθαλπον καὶ ἐκαλλιέργουν τοιαύτας διὰ νὰ ὠφελῶνται δι’ αὐτῶν εἰς τὰς παρὰ τοῦ Σουλτάνου ἐπιφερομένας κατ’ αὐτῶν ἐπιδρομὰς καὶ εἰς τὰς μεταξύ των ἔριδας. 

Ὁ Καραϊσκάκης, ἀφ’ οὗ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ Ἀνατολικόν, ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγῃ εἰς Ἄγραφα διὰ νὰ δοκιμάσῃ νὰ κατασταθῇ διὰ τῶν ἰδίων του ὅπλων εἰς τὴν ἐπαρχίαν ταύτην· ἀποκρύπτων ὅμως τὸν ἀληθῆ αὐτοῦ σκοπόν, ἐκοινοποίησεν ὅτι πηγαίνει νὰ πολεμήσῃ ὅπου εὕρῃ Τούρκους διὰ νὰ ἀποδείξῃ ψευδῆ τὰ κατ’ αὐτοῦ λεγόμενα. Οἱ λόγοι του δὲν ἐφάνησαν πιστευτοί, ἀλλὰ καὶ κἀνεὶς δὲν ἠμποροῦσε νὰ τὸν ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ κινηθῇ, διότι χειροπιαστὴ αἰτία δὲν ὑπῆρχε καὶ διότι εἶχεν ὄχι εὐκαταφρόνητον στρατιωτικὴν δύναμιν· μ’ ὅλον ὅτι ἦτο κατατρεγμένος ἀπὸ τὴν Διοίκησιν καὶ ἀσθενῆς εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε δὲν ἠδύνατο, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸ Ἀνατολικόν, οὐδὲ ἔφιππος νὰ σταθῇ. Ὁ Στορνάρας λοιπὸν κατὰ διαταγὴν τῆς Διοικήσεως ἔμελλε νὰ παρατηρῇ τὰ κινήματά του, οἱ δὲ λοιποὶ στρατηγοὶ ἦσαν ἰδεασμένοι νὰ ἐμποδίσωσιν αὐτὸν ἀπὸ πᾶν κατὰ τῶν Ἀγράφων κίνημα, ὅταν ἤθελον ἰδεῖ ὅτι ἐπεχειρίζετό τι τοιοῦτον. 

Ὁ Καραϊσκάκης συνεννοούμενος καὶ μὲ τὸν Ἀνδρέαν Ἴσκον, ὁ ὁποῖος τοῦ εὐκόλυνε τὴν διάβασιν, διέβη εἰς Ἀσπροπόταμον, ἐκεῖθεν ἔγραψεν εἰς τὸν ἐπίτροπον τοῦ Σούλτση Κόρτζα Ἀλβανόν, ὅτι αὐτὸς καταδιωγμένος ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἔρχεται εἰς τὰ Ἄγραφα, ὅπου ἂν οἱ Τοῦρκοι συνεργήσωσι νὰ κατασταθῇ, θέλει ἀποβῇ ὠφελιμώτατος εἰς αὐτούς. Οἱ Τοῦρκοι ὄντες πολλὰ ἀδύνατοι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, ἔκλιναν εἰς τὸ νὰ τοῦ δώσωσι διαταγὴν νὰ κατασταθῇ καπιτάνος εἰς Ἄγραφα· ὑπώπτευον μ’ ὅλον τοῦτο ὅτι ὁ καθ’ αὐτὸ σκοπὸς τοῦ κινήματος τοῦ Καραϊσκάκη δὲν εἶναι ὁ προβαλλόμενος, ἀλλ’ ὅτι ὑποκρύπτεταί τι στρατήγημα, τὸ νὰ προσποιῆται αὐτὸς μὲν ὅτι διώκεται, οἱ δὲ ἄλλοι, οἱ κατ’ αὐτοῦ ἐρχόμενοι, ὅτι τὸν διώκουσι, διὰ νὰ εἰσβάλωσιν ἐξαίφνης εἰς τὰ Ἄγραφα καὶ τὰ δύο κόμματα καὶ νὰ βλάψωσι τοὺς Τούρκους εὑρίσκοντες αὐτοὺς ὀλίγους καὶ ἀνετοίμους. 

Ὁ Ράγκος ἀφοῦ διὰ πολλῶν τρόπων ἐπροσπάθησε ν’ ἀποδείξῃ εἰς τοὺς Τούρκους, ὅτι ὁ Καραϊσκάκης εἶναι τῷ ὄντι κατατρεγμένος ἀπὸ τὴν Διοίκησιν τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι τὰ κινήματά του ταῦτα εἶναι ἔργα ἀπελπισίας, μόλις τελευταῖον τοὺς ἔπεισε νὰ μὴ δεχθῶσι τὸ πρόβλημα τοῦ Καραϊσκάκη, ἀλλ’ ἐκ συμφώνου νὰ τὸν πολεμήσωσι καὶ νὰ τὸν καταστρέψωσιν. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ Καραϊσκάκης εἶχε τοποθετηθῆ εἰς τὸν Κόζιακα τοῦ Ἀσπροποτάμου, ἐπῆγε κατ’ αὐτοῦ ὁ Ν. Στορνάρης, ὁ Λιακατᾶς, ὁ Ράγκος καὶ ἄλλοι τινὲς καὶ τὸν ἐπολέμησαν. Ἡ μάχη δὲν εἶχε σημαντικὰ ἀποτελέσματα οὔτε διὰ τὸ ἓν μέρος οὔτε διὰ τὸ ἄλλο. Ἰδὼν ὅμως ὁ Καραϊσκάκης ὅτι ἐκεῖ ἤθελεν ἀποκλεισθῆ, ἀνεχώρησε κρυφίως τὴν νύκτα· καὶ ἐπειδὴ εἶχε μάθει ὅτι ὁ Σούλτσης Κόρτσας μὲ χιλίους περίπου Τούρκους εἶχε προκαταλάβει τὰς Πόρτας, ὅπου ἦτον ἡ πιθανωτέρα διάβασις αὐτοῦ, κατέβη εἰς τὴν πεδιάδα τοῦ Μολαληκίου, ὅπου δὲν ἐπιθανολογοῦσαν ποτὲ οἱ Τοῦρκοι ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ καταβῇ, καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Ἀγράφων καταδιωκόμενος καὶ ἀπὸ Τούρκους καὶ ἀπὸ Ἕλληνας. 

Ἀλλ’ ἐνῷ τὸν ἠκολούθουν τοσοῦτοι κατὰ πόδας, ὁ Ράγκος προλαβὼν δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἐβγῆκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ, ὥστε ὁ Καραϊσκάκης ἠναγκάσθη καὶ αὖθις νὰ ἀκροβολισθῇ. Ἔπειτα μέρος μὲν τῶν κατ’ αὐτοῦ στρατευμάτων ἔμεινεν ὀπίσω, μέρος δὲ τὸν ἠκολούθει καταδιῶκον· ἐκινήθησαν ταυτοχρόνως κατ’ αὐτοῦ καὶ οἱ εἰς Μαυρίλου εὑρισκόμενοι Τοῦρκοι, ὥστε περικυκλωθεὶς ἠναγκάσθη νὰ πολεμήσῃ καὶ τρίτον, κλεισθεὶς εἰς τὸ μοναστήριον τῆς Βράχας· εἰς τὴν μάχην ταύτην ἀπὸ μὲν τοὺς τοῦ Καραϊσκάκη ἐφονεύθησαν ὁ Ἀντώνιος Ζαραλῆς καὶ ἄλλοι τινές, ἀπὸ δὲ τοὺς πολιορκοῦντας Τούρκους καὶ Ἕλληνας ἐφονεύθησαν ἕως τεσσαράκοντα. Ἔφυγε δὲ καὶ ἐκεῖθεν τὴν νύκτα ὁ Καραϊσκάκης καὶ μετέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καρπενησίου, ὅπου ἔλαβεν ὑποδοχὴν ἀπὸ τοὺς Γιολδασαίους, ὄντας κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν φίλους του. 

Ἀφ’ οὗ ἡσύχασεν ὀλίγον εἰς Καρπενήσιον, ἔγραψεν εἰς τὸν Μαυροκορδάτον ἀπολογούμενος τρόπον τινὰ καὶ ζητῶν συγχώρησιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο πλέον ἐπίφοβος καὶ ἐπειδὴ ἐπέμενον πολλὰ ὅλοι οἱ ἐναντίον του καὶ πρὸ πάντων ὁ Τσιώγκας καὶ Ράγκος, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀλλεπαλλήλων γραμμάτων ἐβίαζον τὸν Μαυροκορδάτον ὄχι μόνον νὰ μὴν τοῦ δώσῃ τὴν συγχώρησιν, ἀλλὰ μάλιστα καὶ νὰ τὸν κατατρέξῃ ὅσον τὸ δυνατὸν σκληρότερα, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν συγχώρησιν. Βλέπων λοιπὸν ὅτι δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τοσαύτης ἐναντιότητος καὶ ἀπὸ μέρους τῶν στρατηγῶν [8] καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν διοίκησιν τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, ἀπεφάσισε νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέρη, μετέβη δὲ εἰς Ναύπλιον, ὅπου τότε ἡ Διοίκησις, καταβαλοῦσα τοὺς ἐναντιωθέντας εἰς τὴν στερέωσιν αὐτῆς Πελοποννησίους, εἶχε κατασταθῇ ἰσχυρά. 

Εἰς Ναύπλιον εὗρε καὶ τὸν Ὀδυσσέα, καὶ ἐπειδὴ οὐδ’ ἐκεῖνος δὲν ἔχαιρε τὴν ὑπόληψιν τοῦ κοινοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, συνενώθησαν στενῶς μεταξύ των διὰ νὰ βοηθῶνται ἀμοιβαίως εἰς πᾶσαν περίστασιν. Συμφώνως λοιπὸν ἀμφότεροι ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ Ἐκτελεστικὸν διαταγὰς νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, ἔχοντες ἕκαστος ὑπ’ αὐτὸν χιλίους μισθωτοὺς στρατιώτας, καὶ ὁ μὲν Ὀδυσσεὺς νὰ διορισθῇ ἀρχηγὸς τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, ὁ δὲ Καραϊσκάκης ἀρχηγὸς τῶν ὅπλων τῆς ἐπαρχίας Ἀγράφων. Βοηθούμενοι ἀπὸ τὸν Κολέττην, τὸν ὁποῖον εἶχον κατορθώσει νὰ πείσωσιν, εἶχον πολλὰς ἐλπίδας ὅτι θέλουν κατορθώσει τὰ ζητήματά των. Ἐνῷ ἐταλαντεύετο ὁ Κουντουριώτης, διότι ἀπὸ μὲν τοὺς ἐν Μεσολογγίῳ ἐμάνθανεν ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἦτον προδότης, ἀπὸ δὲ τὸν Κολέττην ἐβεβαιόνετο ὅτι ἡ κατηγορία εἶχε τὴν πηγήν της ἀπὸ τὴν φατρίαν, ὁ Γεώργιος Αἰνιὰν νεωστὶ τότε ἐλθὼν ἀπὸ Μεσολόγγιον, κατέπεισε τὸν Κουντουριώτην νὰ μὴν ἀποδεχθῇ τὰ ζητήματα αὐτῶν, κυρίως ὅμως τὸ τοῦ Καραϊσκάκη, λέγων ὅτι ὁ εἰς Ἄγραφα πηγαιμὸς αὐτοῦ ἤθελε ταράξει μεγάλως τὰ πράγματα τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ ἤθελε καταστήσει ὅλως διόλου ἀνίσχυρον τὴν ἐκεῖ διοίκησιν, ἐὰν ἤθελον ἀκυρωθῇ τὰ παρ’ αὐτῆς περὶ Καραϊσκάκη ἀποφασισθέντα καὶ πραχθέντα. 

Ἀφ’ οὗ μεταχειρισθέντες διαφόρους τρόπους δὲν κατώρθωσαν τίποτε, ἀνεχώρησαν δυσαρεστημένοι ἀπὸ Ναύπλιον. Ἔμειναν δὲ εἰς Ἄργος, ἐλπίζοντες ὅτι ἡ ὑποψία τοῦ μήπως κατασταθῶσιν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸ ἔθνος, θέλει μεταπείσει τὴν Διοίκησιν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὰ ζητήματά των· ἀλλὰ βλέποντες τὴν αὐτὴν ἐπιμονήν, ἐζήτησαν πλαγίως νὰ τοὺς δοθῶσι διαταγαὶ νὰ ἐκστρατεύσωσιν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα μὲ τριακόσιους μισθωτοὺς στρατιώτας ἕκαστος. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὸ ζήτημά των καὶ ἐξέδωκε τὰς ἀναγκαίας διαταγάς· καὶ οὕτως αὐτοὶ ἀνεχώρησαν. 

Μόλις ἔφθασαν εἰς Σάλωνα, ὅπου ἦσαν συγκεντρωμένα μερικὰ στρατεύματα, καὶ ἀναγγέλλεται εἰς τὴν Διοίκησιν ὅτι ὁ Ὀδυσσεὺς ἀνταποκρίνεται καὶ συνεννοεῖται μετὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἐνομίσθη καὶ ὁ Καραϊσκάκης συμμέτοχος διὰ τὴν μετὰ τοῦ Ὀδυσσέως φιλίαν· ἀλλὰ δὲν ἦτον ἀληθές. Ἡ Κυβέρνησις φοβουμένη τὰς τῆς ἀγανακτήσεως αὐτῶν ἐνδεχομένας συνεπείας καὶ θέλουσα νὰ τὰς προλάβῃ, διώρισεν ἔφορον τῶν στρατευμάτων τῆς Στερεὰς Ἑλλάδος τὸν Γεώργιον Αἰνιᾶνα, ὅστις εἶχεν ἱκανὰς σχέσεις μετὰ τῶν λοιπῶν στρατηγῶν καὶ ὁπλαρχηγῶν τῆς Ρούμελης. Ὅταν ὁ Αἰνιὰν ἔφθασεν εἰς Σάλωνα, ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ ὁ Καραϊσκάκης ἔχοντες μεγαλειτέραν ἰσχὺν εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ θέλοντες νὰ ἐκδικηθῶσι διὰ τὰ εἰς Ναύπλιον διατρέξαντα, διήγειραν καὶ πολλοὺς ἄλλους ἐναντίον του, ὥστε ἀπεφάσισαν ὅλοι ὁμοῦ διὰ νὰ μὴ τὸν δεχθῶσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Αἰνιὰν εἰδοποιηθεὶς ἑτοιμάζετο νὰ ἀναχωρήσῃ, ὁ Καραϊσκάκης μετέβαλε γνώμην, μὴ θέλων νὰ ἐξαγριώσῃ ἐπὶ πλέον τὴν Διοίκησιν ἐναντίον του, καὶ πείθει καὶ τοὺς λοιποὺς νὰ μὴν ἐναντιωθῶσιν. 

Ὁ Καραϊσκάκης μετά τινων ἡμερῶν παρέλευσιν διέλυσε τὴν μετὰ τοῦ Ὀδυσσέως φιλίαν· διότι, ἐνῷ ρητῶς ἀπὸ ὅλους τοὺς στρατηγοὺς καὶ ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου ἀπηγορεύθη αὐστηρῶς ἡ μετὰ τῶν Τούρκων ἀνταπόκρισις, ὁ Ὀδυσσεὺς ὄχι μόνον διὰ γραμμάτων συνεννοεῖτο μετ’ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ προσωπικῶς ἀνταμώθη. Τοῦτο ἐδυσαρέστησεν ὅλους ἐν γένει τοὺς στρατηγούς, πρὸ πάντων ὅμως τὸν Καραϊσκάκην, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμῶν ἐπιμόνως νὰ κατασταθῇ εἰς Ἄγραφα, δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ παραμικρὰν αἰτίαν ὑποψίας ἢ δυσαρεσκείας εἰς τὴν Διοίκησιν, μάλιστα ἐφρόντιζε νὰ ἀθωωθῇ ἐντελῶς καὶ νὰ συγχωρηθῇ διὰ ὅλα τὰ διατρέξαντα προλαβόντως. 

Ἐπειδὴ δὲ εἶχον παραστήσει εἰς τὴν Διοίκησιν, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Ἀγράφων δὲν ἤθελον τὸν Καραϊσκάκην καὶ ὅτι ἂν ἤθελε διορισθῇ ἐκεῖ, ἤθελον προέλθῃ πολλὰ σκάνδαλα, ἐστοχάσθη αὐτὸς ὅτι διὰ νὰ ἀναιρέσῃ ταῦτα, ἦτον ἀνάγκη νὰ κατορθώσῃ τοὺς κατοίκους νὰ τὸν ζητήσωσι δι’ ἀναφορᾶς των. Ἀπέστειλε λοιπὸν ἐκεῖ τινὰς τῶν οἰκείων του, καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Ἀγράφων, ἢ τοὐλάχιστον ἓν μέρος ἱκανόν, εἴτε διὰ φόβον τοῦ Καραϊσκάκη, εἴτε ἀληθῶς δυσαρεστούμενοι ἀπὸ τὸν Ράγκον, συνελθόντες ἀπεφάσισαν νὰ τὸν ζητήσωσι παρὰ τῆς Διοικήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἀπέστειλαν ἐπὶ τούτῳ τέσσαρας ἀντιπροσώπους αὐτῶν. Ἡ Διοίκησις ἀφ’ οὗ κατ’ ἀρχὰς ἐναντιώθη, τελευταῖον μὴ θέλουσα νὰ παροξύνῃ ἐπὶ πλέον τὸν Καραϊσκάκην, φερόμενον καλῶς, καὶ διὰ νὰ συμβιβάσῃ ὁπωσοῦν τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ μὴν ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας, εἰς μὲν τὸ ἥμισυ τῆς ἐπαρχίας κατέστησεν ἀρχηγὸν τὸν Καραϊσκάκην, εἰς δὲ τὸ ἄλλο ἥμισυ ἄφησεν ἀρχηγὸν τὸν Ράγκον. Ὁ Καραϊσκάκης, ἂν καὶ μὲ τοῦτο δὲν εὐχαριστήθη, ἐσιώπησεν ὅμως, ἐλπίζων ὅτι εἰς δευτέραν εὐκαιρίαν θέλει κατορθώσει ἐντελῶς τὸν σκοπόν του. 

Διὰ τὸν συμβάντα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δεύτερον ἀνταρτικὸν πόλεμον διετάχθη καὶ ὁ Καραϊσκάκης, καθὼς καὶ ὅλα σχεδὸν τὰ τῆς Στερεὰς Ἑλλάδος στρατεύματα, νὰ μεταβῇ εἰς Πελοπόννησον. Συμμετέσχε τῶν κατὰ τοῦ Ζαΐμη ἀγώνων εἰς Κερπινήν, καὶ ἀκολουθῶν τὸν Κολέττην, ὄντα ἀρχηγὸν τὴς κατὰ τῶν ἀνταρτῶν ἐκστρατείας, διέβη πολλὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου ἕως εἰς Ἀρκαδίαν καὶ Μεσσηνίαν, ὅτε κατὰ πρῶτον ἔφθασε τὸ πρῶτον μέρος τῶν Αἰγυπτιακῶν στρατευμάτων. 

Ὁ Κολέττης ἀνεκαλέσθη τότε καὶ ἐξεστράτευσε κατὰ τοῦ Ἰμβραήμη ὁ Κουντουριώτης. Ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν αὐτοῦ διωρίσθη καὶ ὁ Καραϊσκάκης, καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ στρατεύματα, καὶ παρευρέθη εἰς τὴν ἐν Κρομμυδίῳ μάχην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνικήθησαν καὶ ἐβλάφθησαν σημαντικὰ οἱ Ἕλληνες. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀποτυχία αὕτη ἀπεδόθη εἰς τὴν ἀνικανότητα τοῦ Σκούρτη, τὸν ὁποῖον εἶχε διορίσει ὁ Κουντουριώτης ἐπὶ κεφαλῆς ὅλων τῶν στρατευμάτων, ὁ Καραϊσκάκης, ὅστις δὲν εἶχε διόλου εἰς τὴν γλῶσσαν του χαλινόν, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς περιφρονητικὰς ἐκφράσεις καὶ πικροὺς σαρκασμοὺς κατὰ τοῦ Σκούρτη, ἐπροχώρησε καὶ εἰς κατηγορίας κατὰ τοῦ Κουντουριώτου διὰ τὴν τοιαύτην ἐκλογήν, ὥστε τὸν ἐδυσαρέστησε σημαντικά. Ἔτι μᾶλλον ηὔξησε τὴν δυσαρέσκειαν καὶ ἡ δυσπιστία τὴν ὁποίαν ἔλαβε πρὸς τὸν Κουντουριώτην διὰ τὴν πρὸς τὸν Μαυροκορδάτον ἐμπιστοσύνην καὶ σχέσιν του. Ὁ Καραϊσκάκης ἔχων ἀδιάλλακτον ἐχθρὸν τὸν Μαυροκορδάτον, τοῦ ὁποίου τὰς ὁδηγίας ἐφαίνετο ὅτι ἠκολούθει ὁ Κουντουριώτης, δὲν ἤλπιζε νὰ περάσῃ καλῶς εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο θέσιν. Συνέβη νὰ δυσαρεστηθῶσι καὶ ἄλλοι πολλοὶ δι’ ἄλλας αἰτίας, ὥστε ὁ Καραϊσκάκης γενόμενος κέντρον ὅλων τῶν τοιούτων εἰς ὀλίγον διάστημα καιροῦ εὑρέθη μὲ ἕν σῶμα δισχιλίων περίπου στρατιωτῶν συμφώνων μετ’ αὐτοῦ . 

Ἐνῷ τὰ πράγματα ἦσαν εἰς τοιαύτην στάσιν, ἀνηγγέλθη ὅτι ἱκανὰ τουρκικὰ στρατεύματα ἐπροχώρησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Στερεὰς Ἑλλάδος· ὁ Καραϊσκάκης μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ὁμοφρονοῦντος μὲ αὐτὸν στρατεύματος, ἐπιθυμῶν καὶ προλαβόντως νὰ ἀναχωρήσῃ ἐκεῖθεν, ἅμα ἦλθεν ἡ εἴδησις αὕτη, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν Κουντουριώτην, προβάλλων ὅτι οἱ στρατιῶται, ὡς ἔχοντες τὰς οἰκογενείας των εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ ὄντες ἀναγκασμένοι νὰ ὑπάγωσι νὰ τὰς ὑπερασπισθῶσιν, ἤθελον λειποτακτήσει, ἐὰν δὲν τοὺς ἐδίδετο ἡ ἄδεια νὰ ἐκστρατεύσωσιν εἰς τὰς πατρίδας των. Ὁ Κουντουριώτης βλέπων ὅτι ἡ ἀναχώρησις ἐκείνου τοῦ σώματος ἤθελε δώσει ἀφορμὴν καὶ εἰς πολλὰ ἀλλὰ διὰ νὰ πράξωσι τὸ ἴδιον, δὲν συγκατένευσεν· ἀλλ’ ὁ Καραϊσκάκης μὲ τοὺς σὺν αὐτῷ ἀνεχώρησε καὶ χωρὶς ἄδειαν, καὶ μετέβη εἰς Ναύπλιον. Ἅμα ἀνεχώρησεν ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Κουντουριώτης ἔγραψε πρὸς τὸ Ἐκτελεστικὸν ὄχι μόνον νὰ μὴν δεχθῇ τὸν Καραϊσκάκην καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ἀρχηγούς, ἀλλὰ μάλιστα νὰ καθαιρέσῃ τῶν ἀξιωμάτων αὐτοὺς καὶ νὰ διαλύσῃ τὰ σώματά των. Τὸ Ἐκτελεστικὸν ὅμως δὲν ἐστοχάσθη ἁρμόδιον νὰ μεταχειρισθῇ τοιοῦτον αὐστηρὸν μέτρον ἐναντίον ἑνὸς σώματος ἀπὸ δισχιλίους στρατιώτας, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ Ἰμβραήμης ἄρχισε νὰ προοδεύῃ εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα ἐλεηλάτουν πολλὰς ἐπαρχίας· ὅθεν λαβὸν καὶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐπεριποιήθη αὐτό, καὶ ἀφ’ οὗ τὸ ἐφωδίασε μὲ χρήματα, τροφὰς καὶ πολεμοφόδια, τὸ ἀπέστειλεν εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα κατὰ τὴν ζήτησίν του. 

Ὁ τρόπος τῆς ὑποδοχῆς ταύτης ἐφάνη παράδοξος εἰς πολλούς· διότι ἠλπίζετο νὰ βάλῃ τὸ Ἐκτελεστικὸν εἰς πρᾶξιν ἂν ὄχι ὅλα, μέρος κἂν τῶν ὅσα ἔγραψε κατ’ αὐτῶν ὁ Κουντουριώτης, διὰ νὰ μὴ λάβωσιν αἰτίαν ἀπειθείας καὶ τὰ λοιπὰ στρατεύματα, ἀπεδόθη δὲ εἰς τὸν Κολέττην, ὁ ὁποῖος εἶχε τότε ὅλην τὴν ἰσχὺν εἰς τὸ Ἐκτελεστικόν, καθὼς εἰς αὐτὸν ἀπεδόθη καὶ ἡ αἰτία τῆς ἀπὸ Νεόκαστρον ἀναχωρήσεως τοῦ Καραϊσκάκη, ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐκστρατείαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἥρπασε τρόπον τινὰ ἀπὸ τὰς χεῖρας του ἡ πρὸς αὐτὸν ἔχθρα καὶ ἀντίπραξις τοῦ Μαυροκορδάτου. 

Ἀναχωρήσας ἀπὸ Ναύπλιον ὁ Καραϊσκάκης μετέβη εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ Γκούρας εἶχε λάβει ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του καὶ ἑτοίμαζε νὰ πέμψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν Ὀδυσσέα, ὁ ὁποῖος ὑποπτεύσας ἀπὸ μέρους τῶν Τούρκων κίνδυνον εἶχεν ἐπιστρέψει πάλιν εἰς τοὺς Ἕλληνας. Τὸ ἔργον τοῦ Γκούρα δὲν ἐφάνη ἀρεστὸν οὔτε εἰς τὸν Καραϊσκάκην, οὔτε εἰς τοὺς λοιποὺς ἀρχηγούς, διότι ἐφοβοῦντο τὸ παράδειγμα. Ὁ Γκούρας ὑποπτεύσας ὅτι ἠδύναντο καὶ διὰ τῆς βίας νὰ ἀποσπάσωσιν ἀπὸ τὰς χεῖρας του τὸν Ὀδυσσέα καὶ νὰ τὸν ἐλευθερώσωσι, τὸν διεύθυνε κρυφίως εἰς τὸ φρούριον τῶν Ἀθηνῶν. 

Ὁ Καραϊσκάκης μὲ ὅλους τοὺς μετ’ αὐτοῦ στρατηγοὺς διέβη εἰς τὰ πέριξ τῆς πόλεως Σαλώνων, ὅπου ἐστρατοπέδευσεν ὁ Κεχαγιᾶς τοῦ Κιουταχῆ. Εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα ἦτον τότε διωρισμένος γενικὸς ἀρχηγὸς ὁ Γκούρας, ὥστε ὅλα τὰ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα στρατεύματα ἦσαν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του. Ἀλλ’ ὁ Καραϊσκάκης, εἴτε διὰ τὴν φυλάκωσιν τοῦ Ὀδυσσέως, εἴτε νομίζων ἀνίκανον τὸν Γκούραν διὰ τοιαύτην ἀρχηγίαν, εἴτε τέλος διὰ τὸ ἀνήσυχον καὶ φιλόδοξον πνεῦμά του διεφέρθη ἐντόνως μετ’ αὐτοῦ, ὥστε ἡ Διοίκησις μὴ θέλουσα οὔτε ἀπὸ τὸν Γκούραν νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἀρχηγίαν, διότι ὄχι μόνον δὲν ἦτον ὑπεύθυνος, ἀλλ’ εἶχεν ἔτι καὶ ἱκανὰ σώματα ὑπακούοντα εἰς τὰς διαταγάς του, οὔτε τὸν Καραϊσκάκην νὰ δυσαρεστήσῃ, ὑποστηριζόμενον ἀπὸ μέγα μέρος Σουλιωτῶν, εὗρε μέσον ἁρμόδιον πρὸς κατάπαυσιν τὸ νὰ μὴ μένωσι καὶ οἱ δύω εἰς τὸ αὐτὸ στρατόπεδον. Ὅθεν ἐπειδὴ τοῦ Μεσολογγίου ἡ πολιορκία ἀπέβαινεν ὁλοὲν στενωτέρα, ἡ Διοίκησις διώρισε τὸν Καραϊσκάκην νὰ ὑπάγῃ νὰ τοποθετηθῇ εἰς κἀνὲν εὔθετον μέρος περὶ τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, τὸ πολιορκοῦν τὸ Μεσολόγγιον, ὅπου βλάπτων τοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ τὰ ὀπίσθια, νὰ ἀποσπᾷ πρὸς αὐτὸν τὰς δυνάμεις των καὶ νὰ ἐλαφρύνῃ ὁπωσοῦν τοὺς πολιορκουμένους. Μεταβὰς λοιπὸν εἰς Λιδωρίκι καὶ ἐκεῖθεν συνεννοηθεὶς καὶ μὲ ἄλλους ὁπλαρχηγοὺς τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος, ἐπῆγε μὲ ὅλους εἰς Καρπενῆσι, ὅπου ἦτον ἓν μικρὸν σῶμα ἐχθρῶν, εἰς τοὺς ὁποίους μέρος τῶν πλησιοχώρων κατοίκων εἶχεν ὑποταχθῇ. Ἐπιπεσὼν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἠνάγκασε νὰ κλεισθῶσιν εἰς τὰς οἰκίας· ἐπειδὴ ὅμως ἡ καταστροφὴ αὐτῶν ἦτον μακροτέρας πολιορκίας ἔργον, παρ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι τοῦ Μεσολογγίου τὸν ἐσυγχώρουν νὰ διατρίβῃ μακρὰν αὐτοῦ, εὐχαριστήθη μόνον νὰ λάβῃ μερικὰς τροφὰς ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν πέριξ χωρίων καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Πλάτανον τῶν Κραββάρων. 

Δύο ἡμέρας μετὰ τὸ φθάσιμον τοῦ Καραϊσκάκη εἰς Πλάτανον ἔφθασεν ἐκεῖ καὶ ὁ στρατηγὸς Τζαβέλας μὲ ἄλλους τινὰς ἀξιωματικοὺς καὶ ἱκανὸν σῶμα στρατιωτῶν. Μετὰ ταῦτα συνελθόντες ὅλοι οἱ προϊστάμενοι ταύτης τῆς στρατιᾶς εἰς Ἄμπλαν, τόπον τῶν Κραβάρων, καὶ συσκεφθέντες ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιπέσωσι διὰ νυκτὸς εἰς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, ἀφ’ οὗ προειδοποιήσωσιν ἐν καιρῷ καὶ τοὺς ἐντὸς τοῦ Μεσολογγίου, διὰ νὰ ἐξέλθωσι ταυτοχρόνως καὶ αὐτοὶ καὶ νὰ γένῃ μεγαλητέρα ἡ σύγχυσις καὶ ἡ φθορὰ τοῦ ἐχθροῦ. Κατ’ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν δύω χιλιάδες περίπου Ἕλληνες, χωρὶς νὰ φέρωσι μεθ’ ἑαυτῶν ἀποσκευάς, ἀλλὰ ἔχοντες ἕκαστος εἰς τὸν ὦμόν του τεσσάρων ἡμερῶν τροφάς, ἐκίνησαν πρὸς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον μὲ τὴν μεγαλητέραν δυνατὴν μυστικότητα, τὴν μὲν νύκτα περιπατοῦντες δι’ ἀσυνειθίστων δρόμων καὶ ἀτραπῶν, τὴν δὲ ἡμέραν κρυπτόμενοι εἰς δάση καὶ τόπους, ὅπου δὲν ἐσύχναζον ἄνθρωποι, μόλις μετὰ τετραήμερον νυκτοπορείαν ἔφθασαν εἰς ἓν δάσος τοῦ Ζυγοῦ, δύω ὥρας περίπου ἀπέχον τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου, ὅπου κρυφθέντες ἀπεφάσισαν νὰ διημερεύσωσιν, ἕως οὗ νὰ ἀναλάβωσιν ἐντελῶς τὰς δυνάμεις των, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα νὰ βάλωσιν εἰς πρᾶξιν τὸ σχέδιον. 

Τινὲς ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, μ’ ὅλον ὅτι προχωρήσαντες διὰ νὰ κόψωσι ξύλα ἐπλησίασαν πολὺ εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἦσαν οἱ Ἕλληνες, δὲν ἠμπόρεσαν μ’ ὅλον τοῦτο νὰ τοὺς ἐννοήσωσι, τόσον ἐπιδεξίως εἶχον κρυφθῆ εἰς τοὺς θάμνους καὶ τὰ σύδενδρα μέρη καὶ τόσον μεγάλην σιωπὴν καὶ ἡσυχίαν διετήρησαν. Πρὸς τὸ ἑσπέρας δέ, ἐπειδὴ ἐφάνησαν πλησίον τῶν Ἑλλήνων τρεῖς χριστιανοὶ ἐκ τῶν ἀκολουθοῦτων ὡς ὑπηρέται τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, ὁ Καραϊσκάκης ἔστειλε τινὰς τῶν στρατιωτῶν διὰ νὰ τοὺς συλλάβωσιν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξετέλεσαν ἐπαξίως τὴν διαταγήν. Ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς τούτους ἐπληροφορήθη ὁ Καραϊσκάκης τὴν κατάστασιν τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου καὶ ὡδηγήθη εἰς τὴν ἔφοδον. Ἀφ’ οὗ τὸ βαθὺ σκότος τῆς νυκτὸς διεδέχθη τὸ τόσον ὀχληρὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας φῶς τοῦ ἡλίου, ἐξελθόντες ἀφόβως καὶ ἡσύχως ἀπὸ τὰ καταφύγιά των συνήχθησαν ὅλοι ὁμοῦ καὶ προετοιμάσθησαν. 

Περὶ τὴν δευτέραν ὥραν τῆς νυκτὸς ὁ Καραϊσκάκης διώρισε καὶ ἔκαμαν τρεῖς φανοὺς εἰς μέρος, ὅπου οἱ μὲν ἐν Μεσολογγίῳ (πρὸς τοὺς ὁποῖους εἶχε δοθῇ τοῦτο σύνθημα ἐπιθέσεως) νὰ τοὺς ἴδωσιν, εἰς δὲ τοὺς ἐχθροὺς νὰ μείνωσιν ἀόρατοι. Ἔπειτα διαιρέσας εἰς τρία σώματα τοὺς Ἕλληνας διὰ νὰ ἐπιπέσωσιν ἀπὸ διάφορα μέρη κατὰ τῶν ἐχθρῶν, αὐτὸς ἐπὶ κεφαλῆς ἑνός, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ προσβάλῃ εἰς τὰς σκηνὰς τοῦ Κιουταχῆ, ὥρμησε μὲ προθυμίαν κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἔφθασαν εἰς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον κατὰ τὴν τετάρτην ὥραν τῆς νυκτός, ὅτε οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ἀνυπόπτως βυθισμένοι εἰς τὸ πρωτοΰπνιον, ὁδηγηθέντες ἀπὸ τόπους ἁρμοδίους· οὔτε ἀπὸ τὰς προφυλακὰς τῶν ἐχθρῶν ἐννοήθησαν, οὔτε ἀπὸ τοὺς εἰς τὸ στρατόπεδον, εἰμὴ ὅταν ἔφθασαν πλέον εἰς τὰς ἀκρινὰς σκηνάς· τότε δὲ ἐκκενώσαντες ὅλοι ταὐτοχρόνως τὰ πυροβόλα των ἐφώρμησαν εἰς τοὺς ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι ἐκπλαγέντες διὰ τὸ ἀπροσδόκητον ἄφησαν ἐρήμους τὰς πλειοτέρας σκηνάς των καὶ ἔφευγον εἰς τὸ μέρος ὅπου ἐστρατοπέδευεν ὁ Κιουταχῆς, τὸ ὁποῖον ἦτο περιασφαλισμένον μὲ βαθείας τάφρους καὶ ὀχυρώματα. Ἐφώρμησαν καὶ ἐκεῖ οἱ Ἕλληνες μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ νὰ τοὺς ἀποτινάξωσι καὶ νὰ τοὺς σκορπίσωσιν, ἀλλ’ ἀντικρουσθέντες καὶ ἐμποδιζόμενοι καὶ ἀπὸ τὸ βάθος τῶν τάφρων, δὲν ἠμπόρεσαν νὰ προχωρήσωσι. Λαβόντες λοιπὸν καιρὸν οἱ ἐχθροὶ καὶ συνελθόντες ἀπὸ τὸν ἐξαφνικὸν φόβον ἐνεθαρρύνοντο καὶ ἐπεχείρουν νὰ ἐξέρχωνται κατὰ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον στραφῇ τότε εἰς τὰ λάφυρα. Συγχρόνως καὶ τὸ ἱππικὸν τὸ περιπολεῦον κατὰ νύκτα τὸ στρατόπεδον, συγκεντρωθὲν ἐπέπιπτε κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Αὐτοὶ δὲ διὰ τὸ ἤδη ἀνατέλλον φῶς τῆς Σελήνης (τὸ ὁποῖον ἦτον κατὰ πάντα ἐναντίον εἰς τὸ ἐπιχείρημά των), ὄχι ὀλιγώτερον δὲ καὶ διὰ τὴν εἰς τοὺς ἐχθροὺς γνωστοποίησιν τοῦ συνθήματός των, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναχωρήσωσιν ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον. Οἱ δὲ ἐντὸς τοῦ Μεσολογγίου, ἅμα εἶδον τοὺς φανούς, προετοιμάσθησαν καὶ ἀκούσαντες τῶν ἄλλων τὴν συμπλοκήν, ὥρμησαν κατὰ τῶν ἐχθρῶν, τοὺς ἐξέβαλον ἀπό τινας προμαχῶνας, ἔλαβον δι’ ἱκανὴν ὥραν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν των τὰ ἐν αὐτοῖς κανόνια καὶ ἐπροχώρησαν ἱκανῶς πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἐπολέμουν οἱ μετὰ τοῦ Καραϊσκάκη, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἐκεῖνοι ἀνεχώρησαν, ἠναγκάσθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰ ἴδια. 

Ἡ νυκτομαχία αὕτη διήρκεσε περισσότερον ἀπὸ δύο ὥρας. Ἐφονεύθησαν ἀπὸ μὲν τοὺς μετὰ τοῦ Καραϊσκάκη ὑπὲρ τοὺς ἑξήκοντα, ἐν οἷς μόνον εἷς ἀξιωματικός· τῶν δὲ ἐχθρῶν ἡ φθορὰ συμπεραίνεται μὲν νὰ ἔγινε πολλὰ σημαντική, καθαρὰ ὅμως πληροφορία περὶ τῆς ἀληθοῦς ποσότητος δὲν ὑπάρχει, διότι, ὡς λέγουσιν, ὁ Κιουταχῆς, διὰ νὰ μὴ γνωστοποιηθῇ ἡ φθορὰ καὶ φέρῃ δειλίαν εἰς τὰ στρατεύματά του, διώρισε καὶ ἔθαψαν πολλὰ σώματα εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν τάφον. 

Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν νυκτομαχίαν ταύτην (30 Ἰουλίου) ὁ Καραϊσκάκης ὑπῆγε κατὰ τῶν εἰς Πετροχῶρι στρατοπεδευμένων ἐχθρῶν, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἦτον ὁ Ἄγος Μουχουρδάρης. Οἱ Ἕλληνες ἐπιπεσόντες ἀπὸ διάφορα μέρη, ἐκυρίευσαν πολλὰ ἀπὸ τὰ ποίμνια τῶν ἐχθρῶν βόσκοντα περὶ τὸ χωρίον. Οἱ Τοῦρκοι ἐξελθόντες εἰς ὑπεράσπισιν αὐτῶν, συνεπλάκησαν μὲ τοὺς Ἕλληνας καὶ ἠκροβολίζοντο ὅλην σχεδὸν τὴν ἡμέραν· περὶ δὲ τὸ ἑσπέρας οἱ ἐχθροὶ ἐπιστρέφοντες εἰς τὰς σκηνάς των κατεδιώχθησαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας μὲ ὀλίγην βλάβην των. 

Μετὰ τοῦτο ὁ Καραϊσκάκης ἐστρατοπέδευσεν εἰς Δερβέκισταν, ἀνταποκριθεὶς δὲ μετὰ τῶν ἐντὸς τοῦ Μεσολογγίου καὶ πληροφορηθεὶς περὶ τῆς ἀνάγκης νέας στρατιωτικῆς βοηθείας, συνεκάλεσεν ὅλους τοὺς προκρίτους τῆς στρατιᾶς του καὶ τοὺς ἐπρόβαλε τὴν ἀνάγκην καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐντὸς τοῦ Μεσολογγίου. Μετά τινα σκέψιν λοιπὸν ἀπεφασίσθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς Μεσολόγγι ὁ στρατηγὸς Κῆτσος Τζαβέλας μὲ ἄλλους τινὰς ἀξιωματικούς, ἔχοντες ὅλοι ὁμοῦ ἕως ἑξακοσίους στρατιώτας δοθέντας κατ’ ἀναλογίαν ἀπὸ τὰ διάφορα σώματα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγένετο περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Αὐγούστου. 

Ὁ δὲ Καραϊσκάκης ἐπιθυμῶν ν’ ἀποδιώξῃ τὸν Ἄγον Μουχουρδάρην ἀπὸ Πετροχῶρι καὶ μὴ ἔχων ἱκανὴν δύναμιν διὰ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ διὰ τῶν ὅπλων, ἐπενόησε τὸ ἀκόλουθον στρατήγημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπέτυχε θαυμασιώτατα. Διώρισε διάφορα μικρὰ σώματα νὰ περιφέρωνται εἰς τὰ περὶ τὸ Πετροχῶρι δάση τουφεκίζοντα, ἀνάπτοντα φωτίας τὴν νύκτα καὶ κάμνοντα καπνοὺς τὴν ἡμέραν. Τοῦτο διέταξε νὰ κάμνωσι καὶ ὅλοι οἱ εἰς τὰ πέριξ χωρία θερίζοντες. Τὴν δὲ ἑβδόμην τοῦ Αὐγούστου διέταξε τὸ μεγαλήτερον μέρος τῆς στρατιᾶς του νὰ διαβῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ ποταμοῦ, ὅθεν ἔπαιρνον οἱ ἐχθροὶ νερόν, καὶ νὰ τοποθετηθῇ ἐκεῖ πλησίον· αὐτὸς δὲ μὲ τὸ λοιπὸν στράτευμα διέβη εἰς χωρίον Μποτίνου. Τὴν νύκτα διώρισε καὶ ἐτουφέκιζον κατὰ σύνθημα τριγύρῳ εἰς Πετροχώριον, ἄναψαν πολλὰς πυράς, ἔκαμαν θορύβους καὶ φανοὺς καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς νυκτὸς, ὥστε μόλις ἄρχισε νὰ φαίνεται τὸ φῶς τῆς ἡμέρας, καὶ οἱ ἐχθροὶ λαβόντες βιαίως ἐκ τῶν πραγμάτων των ὅσα ἦσαν εὐμετακόμιστα, ἔφευγον ἀφήσαντες ὅλας τὰς σκηνὰς καὶ τὰς βαρυτέρας ἀποσκευάς· ἀπὸ δὲ τοὺς Ἕλληνας ἄλλοι ἐρρίφθησαν εἰς τὰ ἐν Πετροχωρίῳ λάφυρα καὶ ἄλλοι κατεδίωκον ἀκολουθοῦντες ἐξ ὀπίσω τοὺς ἐχθρούς. Διότι ἀπ’ ἔμπροσθεν ἦτον αὐστηρῶς ἀπηγορευμένον νὰ τοὺς ἀντικρούσωσι. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον φεύγοντες καταδιωκόμενοι οἱ ἐχθροί, πολλὰ ὀλίγας ἀπὸ τὰς ἀποσκευάς των διέσωσαν. Τελευταῖον μετέβησαν εἰς τὸ γενικὸν στρατόπεδον τοῦ Κιουταχῆ, ἀφήσαντες ἐλευθέραν τὴν ἐπαρχίαν Ἀποκούρου καὶ τὰ πέριξ αὐτῆς. 

Ἀφ’ οὗ ἠσφαλίσθη τρόπον τινὰ τὸ Μεσολόγγιον καὶ ἀφ’ οὗ οἱ Τοῦρκοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸ Πετροχώριον, βλέπων ὅτι ἡ ἐπὶ πλέον εἰς τὰ μέρη ταῦτα διατριβή του ἦτον περιττή, ἢ τοὐλάχιστον μικρᾶς ὠφελείας πρόξενος, ἀπεφάσισε νὰ περάσῃ εἰς Ξηρόμερον διὰ νὰ προξενῇ ἐμπόδια εἰς τὴν μετακόμισιν τῶν τροφῶν τοῦ Κιουταχῆ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὅλα τὰ διαβατὰ μέρη τοῦ Ἀχελῴου ἐφυλάττοντο ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγῃ διὰ τῶν Ἀγράφων καὶ Βάλτου. Ἀναχωρήσας λοιπὸν περὶ τὰ μέσα τοῦ Αὐγούστου ἀπὸ Απόκουρον καὶ διαβὰς διὰ Κραβάρων καὶ Καρπενησίου ἔφθασεν εἰς Ἄγραφα, ὅπου ἔμαθεν ὅτι ὁ Σταμούλης Γάτσος, διωρισμένος παρὰ τῶν Τούρκων καπιτάνιος αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας, εὑρίσκετο εἰς χωρίον Καροπούλαν μὲ περίπου τριακοσίους πεντήκοντα στρατιώτας. Διευθύνθη λοιπὸν ἐναντίον αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ μικρὰν προσβολὴν ἐκλείσθησαν οἱ περὶ τὸν Σταμούλην, ὁ Καραϊσκάκης μὴ ἔχων σκοπὸν νὰ ἀργοπορήσῃ εἰς πολιορκίαν καὶ νομίζων τὰ τοιαῦτα πάρεργα ὥς πρὸς τὸν ὁποῖον εἶχε σκοπόν, ἀνεχώρησε καὶ διέβη εἰς Βάλτον, συγχωρήσας εἰς τοὺς στρατιώτας του νὰ διαρπάσωσι τὰ καθ’ ὁδὸν χωρία τῶν Ἀγράφων. 

Ὅταν ἔφθασεν εἰς Βάλτον, ἔμαθεν ὅτι ὁ Δημήτρης Γώγου ἀποκλείσας εἰς ἓν στενὸν πολλὰς οἰκογενείας Βαλτινῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τοὺς ἐχθρούς, τοὺς ἔλαβεν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του. Κινηθεὶς λοιπὸν ἐναντίον αὐτοῦ, τὰς μὲν οἰκογενείας τὰς ἐλευθέρωσε, τοὺς δὲ περὶ τὸν Γῶγον ἐκυνήγησεν. 

Ἀκολουθῶν τὴν ὁδοιπορίαν του, ἔπεσε τὴν νύκτα εἰς τοὺς εἰς Μαχαλᾶν φυλάττοντας Τούρκους, μὴ ἠξεύρων ὅτι ἡ θέσις αὕτη ἦτον πιασμένη ἀπ’ αὐτούς. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχον πλησιάσει ἀρκετά, ὥστε δὲν ἦτο πλέον καιρὸς νὰ ὀπισθοδρομήσωσιν, οὔτε ἀλλαχόθεν νὰ διαβῶσιν, ἐνθαρρύνας τοὺς στρατιώτας, ὥρμησεν ἐμπρὸς, καὶ διέβησαν ὅλοι πολεμοῦντες, βλάψαντες πολὺ περισσότερον τοὺς ἐχθρούς, παρ’ ὅσον αὐτοὶ ἐβλάφθησαν ἀπὸ ἐκείνους. Ἐνῷ δὲ ἐπροπορεύετο τοιουτοτρόπως, μὴ διακρίνας διὰ τὸ βαθὺ τῆς νυκτὸς σκότος τὸ πλάτος τάφρου τινὸς προκειμένης καὶ ζητήσας νὰ πηδήσῃ, πίπτει εἰς αὐτήν, χωρὶς νὰ ἐννοηθῇ ἀπὸ τοὺς ἀκολουθοῦντας, οἱ ὁποῖοι διαβαίνοντες ἀλλεπαλλήλως καὶ πηδῶντες ἐπ’ αὐτόν, δὲν τοῦ ἔδωκαν καιρὸν νὰ σηκωθῇ προτήτερα παρ’ ὅταν δὲν ἦτον πλέον ἄλλος νὰ διαβῇ. 

Ὕστερον ἀπὸ πολυήμερον διάστημα κακοπαθείας καὶ νυκτοπορείας ἔφθασε τελευταῖον εἰς Δραγαμέστον, ὅπου ὀχυρωθεὶς ἔδωκε καιρὸν εἰς τοὺς στρατιώτας του ν’ ἀναπαυθῶσιν ὁπωσοῦν καὶ νὰ ἀναλάβωσιν, αὐτὸς δὲ ἐμβῆκεν εἰς Μεσολόγγιον νὰ παρατηρήσῃ τὴν κατάστασιν τῶν πολιορκουμένων καὶ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τροφῶν τοῦ ὑπ’ αὐτὸν στρατεύματος μὲ τὴν ἐκεῖ Διευθυντικὴν ἐπιτροπήν. Ἀφ’ οὗ συνωμίλησε μετ’ αὐτῆς καὶ ἔκαμε τὰς παρατηρήσεις του, ἐπαίνεσε μεγάλως τοὺς πολιορκουμένους διὰ τὴν γενναιότητα καὶ καρτερίαν των πρὸς τὸν κίνδυνον, ὠνείδισεν ὅμως τὴν ἐπικρατοῦσαν εἰς τὰς τροφὰς κατάχρησιν καὶ ἐξῆλθεν ἀμέσως εἰς Δραγαμέστον, ὅπου ἀπεφάσισε νὰ στήσῃ τὸ γενικόν του στρατόπεδον. 

Ἀφ’ οὗ ἱκανὰς ἡμέρας ἀνεπαύθη τὸ στράτευμα, ὁ Καραϊσκάκης ἔκρινεν εὔλογον νὰ γένῃ κίνημα πρὸς ἐμπόδισμα τῆς διαβάσεως τῶν τροφῶν τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου. Λαβὼν λοιπὸν τὸ ἐκλεκτότερον μέρος τῆς στρατιᾶς του, ἐπῆγε καὶ ἐνήδρευσεν εἰς ἕνα τόπον ὀνομαζόμενον Μάνιανην, ὅπου εἶναι ἓν σύμφυτον δάσος. Οἱ διωρισμένοι εἰς τὰς σκοπιὰς εἶδον μακρόθεν ἓν σῶμα μέγα ἐχθρῶν συνοδευόντων πλῆθος φορτηγῶν. Ὁ Καραϊσκάκης βλέπων τὸ σῶμα τοῦτο πολλὰ μεγάλον ὡς πρὸς τὴν ἐδικήν του δύναμιν, δὲν ἔκρινεν εὔλογον νὰ τὸ κτυπήσῃ κατὰ πρόσωπον, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἄφησε καὶ διέβη τὸ πλειότερον μέρος, ἐπέπεσεν εἰς τὴν ὀπισθοφυλακήν, τὴν ὁποίαν τρέψας εἰς φυγήν, ἔλαβε πολλὰ φορτηγὰ καὶ ἐφόνευσε καί τινας τῶν ἐχθρῶν. 

Κατὰ ταύτην τὴν ἐποχὴν ὁ Τσιώγκας καὶ Ράγκος εἶχον συγκεντρώσει μερικὰς δυνάμεις εἰς Ξηρόμερον, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἑνωθῶσι μὲ τὸν Καραϊσκάκην διὰ τὸ παλαιὸν μεταξύ των πάθος καὶ διὰ νὰ μὴν τὸν γνωρίσωσιν ἀρχηγόν των. 

Αὐτὸς λοιπὸν μὴ δυνάμενος μὲ μόνας τὰς ἐδικάς του δυνάμεις ν’ ἀντικρούσῃ κατὰ πρόσωπον σημαντικὰ σώματα ἐχθρῶν, ἐξέκοπτε μόνον ἀποσπάσματα καὶ τὰ ἔστελλε διὰ νὰ βλάπτωσι τὴν διάβασιν τῶν τροφῶν τοῦ ἐχθροῦ. Ἦτον ὅμως εἰς τοιοῦτον τρόπον ἡ ὁδὸς ἀσφαλισμένη ἀπὸ τὸν Κιουταχῆν, ὥστε δὲν ἦτον εὔκολον νὰ γένῃ σημαντικὴ βλάβη εἰς τοὺς διαβαίνοντας. Εἰς ὅλον τὸ ἀπὸ Καρβασαρᾶν ἕως εἰς Μεσολόγγιον διάστημα ἦσαν τοποθετημένα ἐχθρικὰ σώματα, συνιστάμενα ἀπὸ ὀκτακοσίους ἕως χιλίους πολεμιστάς, καὶ ἀπέχοντα περὶ μίαν ἢ δύω ὥρας ἀλλήλων. Τὸ ἓν δὲ ἐχθρικὸν σῶμα ἦτον εἰς χρέος νὰ συνοδεύῃ τὰ φορτηγὰ ἕως εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἄλλου, ὥστε οἱ Ἕλληνες δὲν ἐλάμβανον εὐκαιρίαν διὰ νὰ τὰ βλάψωσι. Μ’ ὅλον τοῦτο ὁ Καραϊσκάκης λαβὼν τοὺς μισοὺς ἐκ τῶν μετ’ αὐτοῦ Ἑλλήνων, ἐπέπεσε διὰ νυκτὸς κατὰ τῶν εἰς Καρβασαρᾶν τοποθετημένων ἐχθρῶν. Ὁ Καρβασαρᾶς ἦτον τὸ μέρος ὅπου ἀπεβιβάζοντο αἱ τροφαὶ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου διὰ νὰ μετακομίζωνται εἰς Μεσολόγγιον. Τὸ μέρος τοῦτο ἐνομίζετο ὀλιγώτερον ὑποκείμενον εἰς τὰς ἐπιδρομὰς τῶν Ἑλλήνων, διὰ τοῦτο καὶ δὲν ἦτον ἱκανῶς ὠχυρωμένον ἀπὸ στρατιωτικὴν δύναμιν· ἦσαν μ’ ὅλον τοῦτο εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ παλαιοῦ φρουρίου, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐπισκευάσει ἐκ τοῦ προχείρου, καὶ εἰς τὰς παρὰ τὸν αἰγιαλὸν ἀποθήκας ἕως πεντακόσιοι πολεμισταί. Οἱ Ἕλληνες ἐπιπεσόντες ἐξαίφνης, τοὺς μὲν ἐν τῷ φρουρίῳ ἀπέκλεισαν, τοὺς δὲ εἰς τὸ παραθαλάσσιον ἠνάγκασαν νὰ καταφύγωσι μὲ ζημίαν των εἰς τὰ εὑρεθέντα ἐκεῖσε πλοῖα. Ἔλαβον οἱ Ἕλληνες ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν καμήλους καί τινα ἐκ τῶν φορτηγῶν καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὸ στρατόπεδόν των. 

Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἡμερῶν λαβὼν πάλιν ὁ Καραϊσκάκης ἕως ὀκτακοσίους τῶν ἐκλεκτοτέρων στρατιωτῶν ἐπῆγε νὰ πιάσῃ θέσιν τινὰ μεταξὺ Λάσπης καὶ Ρίβιου, ὅπου εἶναι στενωτέρα ἡ διάβασις, διὰ νὰ κτυπήσῃ τὴν συνοδίαν τὴν παραπέμπουσαν τὰς τροφὰς τῶν ἐχθρῶν, ἀλλ’ ὅταν αὐτὸς ἔφθασεν, ἡ συνοδία εἶχε διαβῇ. Ἐνῷ λοιπὸν ἦσαν εἰς ἀθυμίαν οἱ Ἕλληνες διὰ τὴν ἀποτυχίαν, ἔξαφνα βλέπουν ἐρχόμενον ἀπὸ τὸ μέρος Μεσολογγίου ἓν μικρὸν ἐχθρικὸν σῶμα, ἐσύγκειτο δὲ ἀπὸ ἑξήκοντα πέντε ἱππεῖς πολυτελῶς ἐνδεδυμένους καὶ ἀπό τινας πεζοὺς σύροντας πολλὰ φορτηγὰ μὲ ἀποσκευάς. Ὁ Καραϊσκάκης διέταξε καὶ προκατέλαβον ἔμπροσθεν τὸν τόπον μερικοί, οἱ δὲ λοιποὶ διαμοιρασθέντες εἰς τὰ δύω πλάγια τῆς ὁδοῦ ἄφησαν τοὺς Τούρκους ἕως οὗ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐνέδραν· τότε δὲ ἀποκλείσαντες αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τὰ ὄπισθεν, τοὺς ἐκτύπησαν πανταχόθεν, ὥστε εἰς ὀλίγων στιγμῶν διάστημα τοὺς ἐφόνευσαν ὅλους ἐκτὸς δύο μόνον διασωθέντων διὰ τῆς φυγῆς καὶ ἄλλων δύω ζωγρηθέντων. Μεταξὺ τῶν συγκροτούντων τὸ σῶμα τοῦτο ἦσαν ὁ Ἀγιάνης τῆς Σόφιας, ὁ Ντελήμπασης, ὁ Γιουροὺκ μπαϊρακτάρης καὶ ὁ Ταταράγας τοῦ Κιουταχῆ, πηγαίνοντες νὰ κάμωσι νέαν στρατολογίαν. Ὅλης τῆς ἀποσκευῆς, ἡ ὁποῖα ἦτον πλουσιωτάτη ἔγειναν κύριοι οἱ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ἵππους ὅμως ὀλίγους ἔλαβον ζῶντας, διότι ἐφονεύθησαν εἰς τὴν μάχην. 

Μετὰ ταύτην τὴν ἐνέδραν κἀμμία σημαντικὴ πρᾶξις εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα δὲν ἔγεινε, μάλιστα τὰ στρατεύματα, μὴ ἔχοντα τροφὰς καὶ ἀναγκαζόμενα νὰ ἐξοδεύωσιν ἐξ ἰδίων, δὲν εἶχον προθυμίαν νὰ διαμένωσιν ἐπὶ πλέον εἰς Δραγαμέστον. Βλέπων καὶ ὁ Καραϊσκάκης ἀφ’ ἑνὸς μέρους τὴν δυσαρέσκειαν τοῦ στρατεύματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι δὲν ἐδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὴν εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Κιουταχῆ μετακόμισιν τῶν τροφῶν, ἀπεφάσισε νὰ μεταβῇ πάλιν πλησίον εἰς τὸ πολιορκοῦν τὸ Μεσολόγγι στρατόπεδον, ὅπου ἠμποροῦσε νὰ λαμβάνῃ τροφὰς ἀπὸ τὰς πέριξ ἐπαρχίας. 

Μετέβη λοιπὸν περὶ τὰ μέσα Μαρτίου εἰς Κράβαρι καὶ ἐτοποθετήθη εἰς Πλάτανον, ἀλλὰ μόλις ἔφθασε καὶ ἀσθένησε βαρέως. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐξέλειπον ὁλοτελῶς αἱ τροφαὶ εἰς Μεσολόγγιον καὶ οἱ ἐν αὐτῷ εἶχον πλέον ἀποφασίσει νὰ ἐξέλθωσι διὰ τῶν ὅπλων, ἀφ’ οὗ ἀπέρριψαν τὰς παρὰ τοῦ Κιουταχῇ καὶ Ἱμβραήμη προβληθείσας συνθήκας ὥς ἀνοικείους εἰς ἄνδρας ἀγωνισθέντας μὲ τοσαύτην γενναιότητα καὶ ἐπιμονήν. Ἐζήτησαν λοιπὸν ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκην νὰ καταβῇ εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ βουνοῦ, πλησίον εἰς τὴν πεδιάδα τοῦ Μεσολογγίου, διὰ νὰ δεχθῇ τοὺς ἐξερχομένους καὶ νὰ ἀντικρούσῃ τὴν ὁρμὴν τῶν ἐχθρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναμφιβόλως ἤθελον ἀκολουθεῖ διώκοντες. Πολλοὶ ἤθελον διαφύγει τὴν αἰχμαλωσίαν καὶ τὸν θάνατον, ἐὰν ὁ Καραϊσκάκης δὲν ἤθελεν εἶναι ἀσθενής. Μ’ ὅλον ὅτι ἐπροσπάθησε νὰ πέμψῃ εἰς βοήθειαν τῶν ἐξερχομένων τὰ ὑπ’ αὐτὸν στρατιωτικὰ σώματα, δὲν ἠμπόρεσεν ὅμως νὰ πείσῃ εἰμὴ ἓν μέρος μόνον, καὶ ἐκ τούτων ὀλίγοι ἐπροχώρησαν ἕως εἰς τοὺς πρόποδας, οἱ δὲ λοιποὶ ἔμειναν καθ’ ὁδὸν ἀποδειλιάσαντες νὰ προχωρήσωσιν. Ἀπεδέχθη ὁ Καραϊσκάκης καὶ ἐπεριποιήθη ὅσον ἐδύνατο τοὺς διασωθέντας ἀπὸ τὸ Μεσολόγγιον καὶ τοὺς παρέπεμψεν εἰς Σάλωνα διαμείνας αὐτὸς μερικὰς ἡμέρας, ἕως νὰ ἰδῇ τὰ κινήματα τῶν ἐχθρῶν καὶ νὰ ἀναλάβῃ. 

Ἀφ’ οὗ τὸ ἀθάνατον Μεσολόγγι ἔπεσεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν, ὅλοι τῆς Στερεὰς Ἑλλάδος οἱ κάτοικοι ἐκυριεύθησαν ἀπὸ ἠθικήν τινα δειλίαν καὶ ταπείνωσιν, ἄφευκτον ἐπακολούθημα τοιούτων ἀποτυχιῶν. Ἡ ὑπερβολικὴ πεῖνα, ἡ ὁποία ἐπεκράτει εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἠνάγκασεν ὅλον τὸ στρατιωτικὸν ὁμοῦ μὲ τοὺς διασωθέντας ἀπὸ τὸ Μεσολόγγιον νὰ ἀποσυρθῶσιν ὅπου εὕρισκον ἀφθονώτερα τὰ πρὸς ζωάρκειαν. Ὅλοι, ὅσοι δὲν κατεδέχοντο ἢ ἐφοβοῦντο νὰ ὑποβάλωσι πάλιν τὸν τράχηλόν των εἰς τὸν Ὀθωμανικὸν ζυγόν, καὶ οἱ γυμνασμένοι περισσότερον εἰς τὴν στρατιωτικὴν κατέφυγον εἰς τὴν Πελοπόννησον. Οἱ λοιποὶ πολῖται, μείναντες ἀπροστάτευτοι ἀπὸ στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ μὴ ἔχοντες τρόπον διὰ νὰ μεταφέρωσιν ἀλλοῦ τὰς οἰκογενείας των, ἐζήτησαν ἄσυλον εἰς τὰς ἀποτόμους κορυφὰς τῶν ὀρέων, εἰς τὰ δάση καὶ εἰς τὰ σπήλαια· ἀλλὰ καταδιωκόμενοι καὶ ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἀνίκητον ἐχθρόν, τὴν πεῖναν, καὶ βλέποντες ὅτι διὰ νὰ ἀποφύγωσιν ἓν εἶδος θανάτου, ἔμελλον νὰ ὑποπέσωσιν εἰς ἄλλο σκληρότερον, ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς ἕνα τρόπον σωτηρίας, τὸν ὁποῖον μόνον τὰ ἀνίκητα ταῦτα αἴτια καταστήνουσιν ὀλιγώτερον ἐπονείδιστον. 

Ἀπεδέχθησαν τὴν πολλάκις παρὰ τῶν ἐχθρῶν προβληθεῖσαν ὑποταγήν. Ὥστε εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Μεσολογγίου, ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος ὑπετάχθησαν χωρὶς πόλεμον εἰς τὸν Κιουταχῆν, αὐτὸς δὲ θέλων νὰ καθησυχάσῃ τὰ ἔτι ἐξηγριωμένα πνεύματα τῶν Ἑλλήνων, ἐφέρετο μὲ ἀπαραδειγμάτιστον ἡμερότητα καὶ συγκατένευσεν εὐκόλως εἰς ὅλα των τὰ ζητήματα. Διὰ νὰ καταστήσῃ δὲ στερεωτέραν τὴν ἡσυχίαν καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν αἰτίαν ἐπαναστάσεως, διέταξε νὰ φυλάττεται ἡ μεγαλειτέρα εὐταξία εἰς τὰ στρατεύματά του καὶ ἐπαίδευσεν αὐστηρῶς τοὺς καταφρονήσαντας τὰς παραγγελίας του. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἀναλαβὼν ἀπὸ τὴν ἀσθένειάν του διευθύνθη εἰς Λάζον, ὅπου εἶχον καταφύγει διάφορα στρατιωτικὰ σώματα· ἐνόμιζεν ὅτι δι’ αὐτῶν ἤθελε δυνηθῇ νὰ βλάψῃ τίποτε ἀκόμη τοὺς ἐχθρούς· ἀλλὰ ταῦτα μὴ ἔχοντα πλέον τὸν αὐτὸν σκοπόν, δὲν ἦτον ἐλπὶς νὰ κατορθώσωσι τίποτε· μέρος ἐπραγματεύετο μετὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ μέρος ἔβλεπε τὸν Κάλαμον. Μόνος δὲ ὁ Καραϊσκάκης συνέλαβε τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Διοίκησιν, νὰ ζητήσῃ νέας δυνάμεις, καὶ ἐφόδια διὰ νὰ κινηθῇ εἰς νέαν ἐκστρατείαν κατὰ τῶν Τούρκων εἰς Ρούμελην. Μὲ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν ἐκίνησεν ἀπὸ τὸν Λάζον, ἔχων μεθ’ ἑαυτοῦ ὅλους, ὅσους εὗρε συμφώνους μὲ τὰ ἐδικά του φρονήματα, οἱ ὁποῖοι ἐσυμποσοῦντο ἕως ὀκτακόσιοι. Διαβὰς δὲ ἀπὸ τὸν Ἰσθμὸν τῆς Πελοποννήσου, ἔφθασεν εἰς Ναύπλιον τὴν δεκάτην ὀγδόην Ἰουλίου, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχεν ἀναλάβει τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων τὴν διεύθυνσιν ἡ Διοικητικὴ Ἐπιτροπή. 

Πολλοί, καὶ μάλιστα οἱ σημαντικώτεροι τῶν κατοίκων τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, εὑρίσκοντο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰς Ναύπλιον. Ἅμα ἔφθασεν ὁ Καραϊσκάκης καὶ εἶδον ὅτι ὁ μόνος του σκοπὸς ἦτον τὸ νὰ κατορθώσῃ ἐκστρατείαν διὰ τὴν πατρίδα των, ὅλοι προθύμως ἀνεδέχθησαν νὰ φροντίσωσι διὰ πᾶν ὅ,τι ἦτον δυνατὸν νὰ συντελέσῃ εἰς ἐπιτυχίαν αὐτῆς· ἀλλ’ αἱ ἀπόπειραί των ἐματαίοναν τὰς ἐλπίδας των· ἐπειδὴ ἡ Διοικητικὴ Ἐπιτροπή, μ’ ὅλον ὅτι ἔδειχνε μεγαλωτάτην προθυμίαν, δὲν ἐπραγματοποιοῦσε τὴν ἐκστρατείαν ταύτην, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ τὰς ἀναγκαίας τροφὰς καὶ πολεμοφόδια· ἐκτὸς τούτου ἀνεφύη καὶ ἄλλο ἐμπόδιον· διὰ τὴν τρέχουσαν τότε διαφωνίαν μεταξὺ τοῦ στρατηγοῦ καὶ ἀντιστρατήγου Νοταρᾶ περὶ τῆς συνάξεως τῶν ἐν Κορίνθῳ ἐθνικῶν σταφίδων, πολλοὶ ἀπεσταλμένοι τῶν δύο τούτων ὁπλαρχηγῶν συνήθροιζον στρατιώτας εἰς Ναύπλιον, ὑποσχόμενοι μισθοὺς καὶ προπληρόνοντες μάλιστα καὶ ἱκανά. Τοῦτο ἀδυνάτισε καὶ ὠλιγόστευσε τὸ στράτευμα τοῦ Καραϊσκάκη, ὥστε ἡ ἐκστρατεία αὕτη, ἄν καὶ ἐπιθυμεῖτο ἀπὸ τοὺς πλειοτέρους, δὲν ἤθελε λάβει ποτὲ ἔκβασιν ἐὰν δὲν ἤθελον συντρέξει ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέρους ὁ κίνδυνος τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου εἶχον ἤδη φθάσει αἱ προφυλακαὶ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ αἱ σταλεῖσαι ἀπὸ τὰς Φιλελληνικὰς ἑταιρίας τροφαὶ καὶ πολεμοφόδια. Εἰς τὰς συνεισφορὰς ταύτας τῶν γενναίων Φιλελλήνων δικαίως πρέπει νὰ ἀποδώσῃ τις τὴν ἐπιτυχίαν καὶ ὑποστήριξιν τῶν ἔργων τοῦ Καραϊσκάκη.

Ὕστερον ἀπὸ μεγάλα ἐμπόδια καὶ ἐπιμόνους ἀντενεργείας, τὰς ὁποίας μόλις ἠμπόρεσε νὰ ὑπερνικήσῃ ὁ Καραϊσκάκης εἰς Ναύπλιον, ἀπεφασίσθη τέλος πάντων Γενικὸς ἀρχηγὸς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ διετάχθη νὰ ἐκστρατεύσῃ εἰς βοήθειαν τῶν Ἀθηνῶν. Ἀνεχώρησεν ἀπὸ Ναύπλιον τὴν 19 Ἰουλίου, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἔβγῃ ἐκεῖθεν ἂν ὄχι μὲ πλειοτέρους, τοὐλάχιστον μὲ ὅσους εἶχεν ὅταν ἦλθεν ἀπὸ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, μόλις εὑρέθη, μὲ διακοσίους στρατιώτας καὶ ἀπὸ αὐτοὺς μερικοὶ ἔφυγον καθ’ ὁδόν, συρόμενοι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν μισθῶν, τοὺς ὁποίους ὑπέσχοντο οἱ πολεμοῦντες περὶ σταφίδων, ὥστε μὲ μόνον ἑκατὸν τριάκοντα στρατιώτας ἔφθασεν εἰς Σαλαμῖνα. Μὲ αὐτοὺς ἐπεχειρίσθη τὸ μέγα τῆς νέας ἐπαναστάσεως τῆς Ρούμελης ἔργον. Καὶ εἶναι παράδοξον πῶς ἠμπόρεσε νὰ συγκροτήσῃ στερεὸν στρατόπεδον χωρὶς ἱκανὴν στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ χωρὶς χρήματα, ἐνῷ ὅλα τὰ στρατεύματα καὶ τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Ρούμελης συνέρρεον εἰς τὴν διανομὴν τῶν σταφίδων τῆς Κορίνθου. Ἀλλ’ εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ στρατοπέδου τούτου κατὰ μέγα μέρος συνετέλεσαν καὶ οἱ στρατηγοὶ Ν. Κριζιώτης, Βάσος καὶ Λέκας, οἱ ὁποῖοι εἶχον τοποθετηθῆ εἰς Ἐλευσῖνα διὰ νὰ προφυλάξωσι τὰ Δερβενοχώρια· δὲν ἤθελον ὅμως διαμείνει ἐπὶ πολὺ μόνοι των εἰς ταύτην τὴν θέσιν, ἐὰν δὲν ἐπεστηρίζοντο ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τῆς ταχείας ἀφίξεως τοῦ Καραϊσκάκη. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τοῦ Καραϊσκάκη, καθ’ ἣν ἐποχὴν μάλιστα τὰ λοιπὰ στρατεύματα ἐνησχολοῦντο εἰς τὸν σταφιδοπόλεμον, συνετέλεσε πολλὰ εἰς τὸ νὰ στήσῃ τὰ πρῶτα θεμέλια τῆς δόξης του, τὴν ὁποίαν ἐστερέωσεν ἀκολούθως διὰ τῶν λαμπρῶν ἔργων του. 

Ἅμα ἔφθασεν εἰς Σαλαμῖνα ὁ Καραϊσκακης, ἀνταμώθη μὲ τοὺς στρατηγοὺς Βάσον καὶ Κριζιώτην, ἐλθόντας ἐκεῖ διὰ νὰ τὸν προϋπαντήσωσι. Μὴ θέλων νὰ χάσῃ καιρόν, τοὺς ἐσυμβουλεύθη, εἰς ποῖον μέρος εἶναι ὠφελιμώτερον νὰ συγκροτήσῃ στρατόπεδον. Ἐπειδὴ δέ τις ἐπρόβαλε τὸν Πειραιᾶ, ὁ Καραϊσκάκης ὢν ἄπειρος τῶν τόπων, ἔκρινεν εὔλογον νὰ ὑπάγωσιν ὅλοι ὁμοῦ διὰ νὰ παρατηρήσωσι τὴν θέσιν ταύτην καὶ οὕτω νὰ ἐπιχειρήσωσι τὴν συγκρότησιν τοῦ στρατοπέδου. Τὴν ἑπομένην λοιπὸν ἡμέραν ἐμβῆκαν εἰς πλοιάρια ὅλοι οἱ ἀνωτέρω στρατηγοί, ἔχοντες μαζύ των ἕως εἴκοσι στρατιώτας, καὶ ἀπέβησαν εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἀλλ’ ἐνῷ παρατηροῦτες τὴν θέσιν ἐπροόδευον πρὸς τὴν ξηράν, ἐμπίπτουσιν εἰς μίαν ἐνέδραν ἐχθρικὴν πολὺ ἀνωτέραν ἀπὸ αὐτοὺς κατὰ τὴν πληθὺν τῶν ἀνθρώπων. Βλέποντες λοιπὸν ὅτι δὲν ἦσαν ἱκανοὶ ν’ ἀντιπαραταχθῶσι κατ’ αὐτῶν, τρέπονται εἰς φυγὴν καὶ διασώζονται εἰς τὰ πλοιάριά των· ἐφονεύθη ὅμως εἷς ἀπὸ τοὺς μετ’ αὐτῶν στρατιώτας καὶ ἐπιάσθησαν ζῶντες ἕξ. 

Ὁ Καραϊσκάκης μὴ δυνηθεὶς νὰ παρατηρήσῃ καλῶς τὴν θέσιν τοῦ Πειραιῶς, ὑποπτεύσας μάλιστα ὅτι ἐπροδόθη τὸ σχέδιον [14], δὲν ἔκρινε πλέον ὠφέλιμον, καὶ ἴσως οὔτε δυνατόν, τὸ νὰ συγκεντρωθῇ εἰς τὸν Πειραιᾶ στρατόπεδον. Ὅθεν ἀπεφάσισε νὰ τοποθετήσῃ τὸ στράτευμα εἰς Ἐλευσῖνα μερικὸν καιρόν, ἕως οὗ δηλαδὴ νὰ λάβῃ τὴν ἀναγκαίαν αὔξησιν, καὶ ἔπειτα νὰ ὑπάγῃ διὰ ξηρᾶς νὰ τοποθετηθῇ πλησίον τοῦ Κιουταχῆ, διὰ νὰ ἐλαφρύνῃ τὸ βάρος τῶν πολιορκουμένων, ἀναγκάζων τὸν ἐχθρὸν νὰ διαμοιράζῃ τὰς δυνάμεις του. Ἀλλ’ ὁ Κιουταχῆς ὑποπτεύσας ταῦτα, ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ ἔφοδον εἰς τὴν πόλιν καὶ νὰ προλάβῃ τὴν κυρίευσίν της, πρὶν καταφθάσῃ ὁ Καραϊσκάκης νὰ συγκροτήσῃ τὸ μελετώμενον στρατόπεδον. 

Τὸ πρωῒ λοιπὸν τῆς τρίτης τοῦ Αὐγούστου ἔκαμεν ἔφοδον ἀπὸ τὸ μέρος τῆς πύλης τῶν Γύφτων [15] καὶ ἀπὸ τοὺς προμαχῶνας τῶν Ἁγίων Θεοδώρων καὶ Ἁγίων Ἀναργύρων, μέρη τὰ ὁποῖα εἰκοσιτέσσαρας ὥρας ἀδιακόπως προεκανονοβόλησεν· ἀλλ’ ἀπὸ μὲν τὴν πύλην τῶν Γύφτων ἀντεκρούσθησαν ἀνδρείως καὶ ὠπισθοδρόμησαν οἱ ἐχθροί, εἰσῆλθον ὅμως εἰς τὴν πόλιν ἀπὸ τὰ κρημνισθέντα μέρη τοῦ περιβόλου τοῦ μεταξὺ τῶν δύο ἀνωτέρω προμαχώνων. 

Ἡ μεγάλη ἔκτασις τῆς πόλεως καὶ τοῦ περιβόλου τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ φυλαχθῇ ὄχι ἀπὸ χιλίους πολεμιστάς, οἱ ὁποῖοι τὴν ὑπερασπίζοντο, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ δεκαπλασίαν δύναμιν, ἐνῷ μάλιστα οἱ πολιορκοῦντες ἐχθροὶ ἐλέγετο νὰ εἶναι εἴκοσι περίπου χιλιάδες. Οἱ πολιορκούμενοι μ’ ὅλον τοῦτο ἀντέστησαν μὲ μεγάλην ἀνδρίαν καὶ προθυμίαν, ἀλλὰ μὴ προφθάνοντες νὰ ἀνοικοδομῶσι τὰ ἀπὸ τοὺς ἐχθρικοὺς κανονοβολισμοὺς κρημνιζόμενα μέρη τοῦ περιβόλου, ἠναγκάζοντο νὰ ὀπισθοδρομῶσι πρὸς τὴν Ἀκρόπολιν, πολεμοῦντες ὅμως μ’ ἐπιμονὴν καὶ μὴ ἀφίνοντες τοὺς ἐχθροὺς νὰ κυριεύσωσιν ἀτιμωρητὶ οὐδὲ μικρὸν μέρος τῆς πόλεως. 

Εἰς τὴν μάχην ταύτην πολλοὶ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν καὶ ἐφονεύθησαν καὶ αἰχμαλωτίσθησαν. Οἱ Ἕλληνες ὅμως εἶχον τὴν ὑπεροχὴν τοῦ νὰ πολεμῶσιν ἀπὸ τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὰ τείχη καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπαθον τόσην φθοράν, εἰς ὅσην κατὰ φυσικὸν λόγον πρέπει νὰ ὑπέπεσον οἱ ἐχθροί. Καθ’ ὅσον ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ πιθανολογήσῃ τις τὰς ζημίας ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, ἀπὸ μὲν τοὺς Ἕλληνας ἐφονεύθησαν ἕως εἴκοσιν, ἐπληγώθησαν ἕως ἑβδομήκοντα καὶ ἐπιάσθησαν ζῶντες ἕως πεντήκοντα, ἐκ τῶν ὁποίων δέκα μὲν ἦσαν ἄνδρες, αἱ δὲ λοιπαὶ γυναῖκες καὶ παιδία· ἀπὸ δὲ τοὺς ἐχθροὺς ἐζωγρήθησαν μὲν ὀλίγοι, ἐν οἷς ὅμως ὁ πρῶτος τῶν πυροβολιστῶν τοῦ Κιουταχῆ, ἐφονεύθησαν δὲ ὑπὲρ τοὺς τριακοσίους καὶ ἐπληγώθησαν πολὺ περισσότεροι. Οἱ πολιορκούμενοι δὲν παρεχώρησαν εἰς τὸν ἐχθρὸν ἐξ ὁλοκλήρου ὅλην τὴν πόλιν, ἀλλ’ ὀχυρωθέντες εἰς τὰς πλησίον τῆς Ἀκροπόλεως οἰκοδομὰς ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ Καρασογιοῦ ἕως τῆς πύλης τῶν Ἀλβανῶν [16] ἀντέστησαν εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπέκρουσαν τὴν ὁρμήν των ἱκανὰς ἡμέρας. 

Ἡ πτῶσις τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἠνάγκασε τὸν Καραϊσκάκην νὰ ἐπιταχύνῃ τὰ κατὰ τῶν ἐχθρῶν κινήματα. Ἐξέδωκε λοιπὸν προσκλήσεις διὰ νὰ συνέλθωσιν ὅλα τὰ στρατεύματα εἰς Ἐλευσῖνα, ὅπου ἔμελλε νὰ συγκροτηθῇ τὸ γενικὸν στρατόπεδον. Ἔφθασε κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας καὶ τὸ τακτικὸν ὑπὸ τὸν Φαβιέρον, συγκείμενον ἀπὸ χιλίους διακοσίους περίπου, καὶ ἓν σῶμα ὑπὸ τὸν Γεώργιον Χελιώτην, σταλμένον εἰς βοήθειαν τοῦ Καραϊσκάκη ἀπὸ τὸν στρατηγὸν Νοταρᾶν. Ἐγένοντο λοιπὸν ὅλοι οἱ ἑτοιμασθέντες διά τὴν ἐκστρατείαν ταύτην περίπου τέσσαρες χιλιάδες ἑξακόσιοι. 

Τὴν πέμπτην τοῦ Αὐγούστου περὶ τὸ ἑσπέρας ἐκίνησαν ἀπὸ Ἐλευσῖνα ὅλα τὰ ἀνωτέρω στρατεύματα καὶ περὶ τὰ μεσάνυκτα ἔφθασαν εἰς Χαϊδάρι, ὅπου ἐπυροβόλησαν μονόφορα διὰ νὰ κάμωσι γνωστὸν τὸν ἐρχομόν των εἰς τοὺς πολιορκουμένους καὶ νὰ τοὺς προδιαθέσωσιν εἰς τὸν ἀγῶνα, ὅστις ἔμελλε νὰ συμβῇ τὴν ἐρχομένην ἡμέραν. Ἀπὸ τὸν τουφεκισμὸν τοῦτον ἐνόησαν καὶ οἱ Τοῦρκοι τὸν ἐρχομὸν τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων, καὶ ὁ Κιουταχῆς διπλασιάσας ἀμέσως τὰς νυκτερινὰς φυλακὰς προετοιμάζετο ὅλην τὴν νύκτα διὰ νὰ συγκροτήσῃ μάχην τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν. 

Ὁ Καραϊσκάκης γνωρίζων ὅτι αἱ δυνάμεις του δὲν ἦσαν ἱκαναὶ διὰ νὰ ἐφορμήσῃ αὐτὸς πρῶτος κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ ὢν βέβαιος ὅτι οἱ Τοῦρκοι, ἀφ’ οὗ αὐτὸς ἤθελεν ὀχυρωθῇ εἰς ταύτην τὴν θέσιν, ἔπρεπε νὰ κινηθῶσι κατ’ αὐτοῦ (διότι δὲν ἠδύναντο νὰ μένωσιν ἥσυχοι, ἔχοντες εἰς τὰ ὀπίσθιά των τοιοῦτον σῶμα), ἀπεφάσισε νὰ κατασκευάσῃ ὀχυρώματα, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ τοποθετήσῃ μέρος τῶν ἀτάκτων στρατευμάτων διὰ ν’ ἀπαντήσωσι πρῶτα τὴν ἐχθρικὴν ὁρμήν. Ὅλον δὲ τὸ τακτικὸν ἐκρίθη εὔλογον νὰ τοποθετηθῇ εἰς μίαν κοιλάδα, ὄπισθεν δὲ καὶ ἐκ πλαγίων αὐτοῦ νὰ τοποθετηθῇ τὸ ἄτακτον· περιπλέον τὸ ὑπὸ τὸν Κριζιώτην καὶ Βάσον σῶμα διωρίσθη νὰ ἐφορᾷ τὰ κινήματα τοῦ στρατεύματος καὶ ὅπου ἤθελεν ἴδει ἀνάγκην, νὰ τρέχῃ εἰς βοήθειαν. 

Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παραταχθέντες ὀλίγον πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου ἐπερίμενον τοὺς ἐχθρούς. Αὐτοὶ δὲ ἀντιταχθέντες, ἀφ’ οὗ ἐκανονοβόλησαν ἱκανῶς μὲ δύο κανόνια, τὰ ὁποῖα διὰ νυκτὸς ἔστησαν ἀντικρὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος, ὥρμησαν μὲ προθυμίαν ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων. Διῃρημένοι δὲ εἰς ὅσα σώματα ἔβλεπον παρατεταγμένους καὶ τοὺς Ἕλληνας, προσέβαλεν ἕκαστον εἰς τοὺς ἀντιτεταγμένους· ἀλλὰ δύο, τὰ πολυπληθέστερα καὶ δυνατώτερα, ἐπέπεσον τὸ μὲν πρὸς τοὺς κλεισμένους εἰς τὰ ὀχυρώματα, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τὸ Θετταλομακεδονοθρᾳκικὸν σῶμα ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Περραιβοῦ καὶ Στέφου, τὸ δὲ πρὸς τὸ τακτικόν. Ἀντεκρούσθησαν ὅμως μὲ ἀνδρείαν καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμπόρεσαν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο σῶμα νὰ μετακινήσωσιν ἀπὸ τὸν τόπον του, ἐκρύφθησαν ὄπισθεν εἰς τὰς ἐξοχὰς τῆς γῆς καὶ μέσα εἰς τὰ κοιλώματα, κατὰ τὴν συνήθειαν τῶν Ἀλβανῶν· ἀλλὰ πρὶν λάβωσι καιρὸν νὰ ὀχυρωθῶσι τόσον πλησίον, ἐφώρμησαν πανταχόθεν οἱ Ἕλληνες, τοὺς ἔτρεψαν εἰς φυγὴν καὶ τοὺς κατεδίωξαν ἕως εἰς τὰς θέσεις των ὅτε ὀλίγον ἔλειψε νὰ κυριεύσωσι καὶ τὰ κανόνιά των. 

Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὁ Φαβιέρος ἔδωκε γνώμην νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν καταδίωξιν ἕως νὰ ἔμβωσιν εἰς τὴν πόλιν, προβάλλων ὅτι ἡ ἐπιτυχία αὕτη τῶν Ἑλλήνων θέλει προξενήσει τόσην δειλίαν εἰς τοὺς ἐχθρούς, ὥστε νὰ μὴν ἀντιπαραταχθῶσι πλέον καὶ ν’ ἀφήσωσι τὴν πόλιν χωρὶς πόλεμον. Ὁ Καραϊσκάκης ὅμως δὲν ἔκρινεν ὠφέλιμον τὴν ἐπὶ πλέον καταδίωξιν· διότι ἐφοβεῖτο τὸν σκορπισμὸν καὶ ἐξάπλωσιν τῶν Ἑλλήνων εἰς τόπον ἐπίπεδον, ὅπου ὁ ἐχθρὸς ἦτον ἐπικρατέστερος διὰ τὸ ἱππικόν, καὶ διότι ὁ ἐχθρὸς εἶχεν ἀκόμη ἀρκετὸν ἀριθμὸν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον λάβει μέρος εἰς ταύτην τὴν μάχην. Διὰ ταῦτα ἀνεκάλεσε τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ἀπὸ τὴν καταδίωξιν καὶ τὰ διέταξε νὰ πιάσωσι τὰς ὁποίας εἶχον ἐξ ἀρχῆς θέσεις. Ὁ Φαβιέρος ἐλυπήθη κ’ ἐδυσαρεστήθη καθ’ ὑπερβολήν, διότι δὲν εἰσηκούσθη τὸ πρόβλημά του, καὶ τὴν δυσαρέσκειάν του τὴν ἔκαμε γνωστὴν εἰς τὸν Καραϊσκάκην. 

Εἰς τὴν μάχην ταύτην ἀπὸ μὲν τοὺς Ἕλληνας ἐφονεύθησαν ὀκτὼ καὶ ἐπληγώθησαν εἴκοσι δύω, ἀπὸ δὲ τοὺς ἐχθροὺς ἐλέγετο νὰ ἐφονεύθησαν περισσότεροι τῶν τετρακοσίων καὶ νὰ ἐπληγώθησαν διπλάσιοι. Ὅλοι οἱ παρευρεθέντες εἰς ταύτην τὴν μάχην Ἕλληνες ἠγωνίσθησαν μὲ ἀνδρείαν· ἡ μεγαλητέρα ὅμως φθορὰ τοῦ ἐχθροῦ ἔγεινεν ἀπὸ τὸν λόχον τῶν ἀνδρείων Φιλελλήνων, ἀπὸ τὸ τακτικὸν καὶ ἀπὸ τὸ ὀχύρωμα τῶν ὑπὸ τὸν Περραιβόν. Τὰ εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευρὰν σώματα ἐπὶ μὲν τῆς ἐφόδου τῶν ἐχθρῶν ἠκροβολίζοντο μόνον, διότι δὲν ἦλθε κατ’ αὐτῶν σημαντικὸν σῶμα, συνετέλεσαν ὅμως εἰς τὴν τροπὴν τῶν Τούρκων, ἡ ὁποῖα ἔλαβε τὴν ἀρχήν της πρῶτον ἀπὸ τὸ μέρος των. 

Εἰς τὸ λοιπὸν τῆς ἡμέρας ταύτης διάστημα, καθὼς καὶ εἰς ὅλην τὴν ἐρχομένην, δὲν ἔγεινεν οὔτε ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, οὔτε ἀπὸ τὸ ἄλλο κἀνὲν πολεμικὸν κίνημα. Καθεὶς ὠχυρώνετο εἰς τὴν θέσιν του καὶ ἑτοιμάζετο εἰς μέλλουσαν συμπλοκήν. Ὁ Κιουταχῆς μὴ νομίζων ἱκανὴν τὴν ὁποίαν εἶχε δύναμιν, ἐπροσκάλεσε καὶ τὸν Ὀμὲρ πασᾶν Καρυστινὸν καὶ ἄλλα σώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε τοποθετήσει προηγουμένως ἀλλαχοῦ, ὥστε ὅλοι οἱ εἰς μάχην ἑτοιμασθέντες συνίσταντο εἰς ἓξ χιλιάδας πεζοὺς καὶ δισχιλίους ἱππεῖς. Οἱ δὲ Ἕλληνες ἐπεσκεύασαν τὰ ὀχυρώματά των καὶ ἔστησαν καὶ τέσσαρα μικρὰ κανόνια. 

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πρὶν τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου ἀντιπαρετάχθησαν ἀμφότερα τὰ μέρη εἰς μάχην. Οἱ Ἕλληνες ἐφύλαξαν τὴν ἰδίαν τάξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ εἰς τὴν προλαβοῦσαν συμπλοκήν, ἐκτὸς τοῦ Φαβιέρου ὅστις ἀποχωρήσας ἀπὸ τὸ ὅλον τοῦ τακτικοῦ διακοσίους στρατιώτας τοὺς ἐτοποθέτησε τεσσαράκοντα βήματα μακρὰν τοῦ περιβολίου τὸ ὁποῖον κατεῖχον οἱ λοιποὶ τακτικοὶ καὶ μέρος ἀτάκτων. Ἐδόθη εἰς τοὺς Τούρκους τὸ σημεῖον τῆς ἐπιθέσεως, καὶ ἀμέσως ἐφώρμησαν κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ἕκαστον σῶμα πρὸς οὓς ἦτον διωρισμένον, τὸ δὲ ἱππικὸν ὅλον σχεδὸν ὥρμησε κατὰ τῶν προτεταγμένων τακτικῶν· αὐτοὶ ἐδέχθησαν τοὺς ἱππεῖς μὲ μεγάλην ἀνδρίαν καί, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον διαταγήν, οἱ εἰς τὴν πρώτην σειρὰν τεταγμένοι πυροβολήσαντες μετέβησαν ὄπισθεν, τὸ ἴδιον ἔπραξαν καὶ οἱ εἰς τὴν δευτέραν. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἐχθροὶ ἄν καὶ ἐφονεύοντο ἱκανοὶ, ὡς μὴ ἀπέχοντες οὐδ’ εἴκοσι βήματα τῶν Ἑλλήνων, ἐπροχώρουν μ’ ὅλον τοῦτο πάντοτε καὶ κατὰ πρόσωπον καὶ ἐκ πλαγίων μὲ σκοπὸν νὰ περικυκλώσωσι τὸ σῶμα τοῦτο τῶν τακτικῶν, οἱ τῆς τρίτης σειρᾶς δὲν ἐπρόφθασαν νὰ πυροβολήσωσιν, ἀλλὰ διαλυθείσης τῆς τάξεως αὐτῶν ἀπὸ τοὺς ἱππεῖς, ἠναγκάσθησαν νὰ τραπῶσιν εἰς φυγήν. Ἱππεῖς καὶ τακτικοὶ ἐπεριπλέχθησαν, ὥστε καὶ οἱ εἰς τὸν τοῖχον τοῦ περιβολίου Ἕλληνες δὲν ἐδύναντο νὰ πυροβολήσωσι διὰ τὸν φόβον τοῦ νὰ βλάψωσι καὶ τοὺς οἰκείους των· εἰς ὀλίγων στιγμῶν διάστημα, ὅσοι ἐκ τῶν τακτικῶν ἐπρόλαβον, κατέφυγον εἰς τοὺς οἰκείους των· οἱ δὲ περικυκλωθέντες, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἕως τεσσαράκοντα, κατεκόπησαν καὶ αἰχμαλωτίσθησαν. 

Ἀφ οὗ διεχωρίσθησαν οἱ τακτικοὶ ἀπὸ τὸ ἱππικόν, ἄρχισεν ὁ πυροβολισμὸς πανταχόθεν, καὶ οἱ μὲν ἱππεῖς κτυπώμενοι ἀπὸ τοὺς εἰς τὸ περιβόλιον Ἕλληνας, τοὺς ὁποίους δὲν ἠμπόρεσαν νὰ μετακινήσωσιν, ἠναγκάσθησαν νὰ ὀπισθοδρομήσωσιν· οἱ δὲ εἰς τὰ ἄλλα Ἑλληνικὰ σώματα προσβαλόντες, μὴ δυνηθέντες νὰ τρέψωσιν αὐτὰ εἰς φυγὴν μὲ τὴν πρώτην ἔφοδον, ἐτοποθετήθησαν πλησίον καὶ ὑποκρυφθέντες ὄπισθεν τῶν ἐξοχῶν τῆς γῆς καὶ ἐντὸς τῶν κοιλωμάτων τῶν ρυάκων, ἀντεμάχοντο μὲ τοὺς Ἕλληνας, τῶν ὁποίων ὁ τουφεκισμὸς ἦτον ἀδιάκοπος· ἀφ’ οὗ δὲ ἐκ διαλειμμάτων ἔκαμαν καὶ ἱκανὰς ἐφόδους κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν προμαχώνων καὶ ἀπεκρούσθησαν, τελευταῖον ἐδόθησαν εἰς συνεχῆ κανονοβολισμόν. Αὐτὸ τοῦτο ἔκαμον καὶ οἱ Ἕλληνες, ἀλλ’ ἡ ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν κανονίων βλάβη ἦτον πολλὰ μικρά, ὡς πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐπροξενοῦσαν τὰ τῶν ἐχθρῶν, διότι τὰ Ἑλληνικὰ κανόνια ἦσαν ἀσυγκρίτως μικρότερα τῶν τουρκικῶν καὶ διότι δύο ἐξ αὐτῶν ἀποκατέστησαν ἀνίκανοι ὡς συντριβέντων τῶν τροχῶν των. 

Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ πολεμεῖν διήρκεσεν ἕως τὸ ἑσπέρας. Ἐπειδὴ δὲ ἱκανὸς ἀριθμὸς Ἑλλήνων ἐπληγώθησαν, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχον εὐκολίαν δι’ ἔλλειψιν φορτηγῶν νὰ τοὺς μεταφέρωσιν εἰς Ἐλευσῖνα ἢ ἄλλον τόπον ἀσφαλείας, ἐπειδὴ τὸ νερὸν δὲν ἦτον ἱκανὸν εἰς ὅλον τὸ στρατόπεδον, ἐπειδὴ ἐξέλιπον καὶ αἱ τροφαί, ὅσας εἶχον λάβει μαζύ των οἱ Ἕλληνες, ἐπειδὴ ὅλα ταῦτα, λέγω, παρατηρούμενα ἀπὸ τοὺς στρατιώτας, ἐπροξένουν ζωηρὰν ἀθυμίαν καὶ ψιθυρισμόν, ὁ Καραϊσκάκης φοβούμενος μήπως τὴν ἐρχομένην νύκτα λειποτακτήσωσι τινὲς καὶ τὸ παράδειγμά των δώσῃ αἰτίαν νὰ διαλυθῇ αἰσχρῶς τὸ στρατόπεδον καὶ ἴσως νὰ πάθῃ καὶ κἀμμίαν ἀδιόρθωτον ζημίαν, διώρισε νὰ ἑτοιμασθῶσιν ὅλοι διὰ νὰ ἀναχωρήσωσι πλησιαζούσης τῆς νυκτός. 

Ὀλίγον λοιπὸν πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου ἐκίνησαν συγχρόνως οἱ Ἕλληνες πρὸς Ἐλευσῖνα. Ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας δὲν εἶχον προξενήσει σημαντικὴν φθορὰν εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὥστε νὰ ὑποπτεύσωσι φυγήν, ἰδόντες αὐτοὺς περιστρεφομένους εἰς τὰς θέσεις των, ὑπέθεσαν ὅτι ἔμελλον νὰ κάμωσι γενικὴν ἔφοδον· συγκεντρωθέντες λοιπὸν ἐνεδυναμώνοντο εἰς αὐτὰς μὲ σκοπὸν νὰ ἀντικρούσωσι τὴν ὁρμήν των. Ὅταν δὲ εἶδον ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔφευγον, δὲν ἦτον καιρὸς πλέον νὰ τοὺς καταδιώξωσι, διότι εἶχον ἀρκετὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπ’ αὐτούς. 

Εἰς τὴν φυγήν των οἱ Ἕλληνες δὲν ἔπαθον καμμίαν ζημίαν, ἀποπλανηθέντες ὅμως διὰ τὸ σκότος τῆς ἐπελθούσης νυκτός, ἄλλοι μὲν τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν ἔφθασαν εἰς τὸ στρατόπεδον, ἄλλοι δὲ μόλις τὴν δευτέραν καὶ τρίτην. Τὰ δὲ κανόνια, μὴ δυνάμενοι νὰ τὰ μετακομίσωσιν οἱ παραλαβόντες ταῦτα χωρικοί, τὰ ἔκρυψαν εἰς μέρος ἀπόκρυφον· ἀλλὰ προδοθέντα ἐκυριεύθησαν μετὰ ταῦτα ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Εἰς τὴν τελευταίαν μάχην ἐφονεύθησαν καὶ αἰχμαλωτίσθησαν Ἕλληνες ὑπὲρ τοὺς ἑβδομήκοντα, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ περισσότεροι τακτικοί· ἀπὸ δὲ τοὺς ἐχθρούς, ὡς ἐλέγετο μετὰ ταῦτα ἀπὸ Ἀλβανούς, ἐφονεύθησαν ὑπὲρ τοὺς πεντακοσίους, ἐπληγώθησαν δὲ πολὺ περισσότεροι, ἐκ τῶν ὁποίων ὀλίγοι διέφυγον τὸν θάνατον μὴ ἔχοντες, ἐν καιρῷ θέρους μάλιστα, τὴν ἀνήκουσαν περιποίησιν. 

Μετὰ τὴν μάχην ταύτην ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸ στρατόπεδον πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Δερβενοχωρίτας, Αἰγινήτας καὶ Σαλαμινίους, καθὼς καὶ ἀπὸ τοὺς Στερεοελλαδίτας, ὅσοι δὲν ἐπαγγέλλοντο τὸν στρατιώτην, ἀλλ’ ἦλθον διὰ νὰ λάβωσι μέρος εἰς ταύτην τὴν μάχην. Τὸ δὲ τακτικὸν χωρὶς τὴν γνώμην καὶ συγκατάθεσιν τοῦ Καραϊσκάκη μετεβιβάσθη ἀπὸ τὸν Φαβιέρον εἰς Ἀμπελάκι, χωρίον τῆς Σαλαμῖνος, ἐπὶ λόγῳ τοῦ νὰ ἀναλάβῃ εἰς μερικὰς ἡμέρας ἀπὸ τοὺς κόπους τῆς ἐκστρατείας. Ὁ Καραϊσκάκης ἐδυσαρεστήθη καθ’ ὑπερβολὴν καὶ δὲν εἶχε πλέον διόλου συστολὴν εἰς τὴν φύσει ἀχαλίνωτον γλῶσσάν του· δὲν ἔμεινεν, ὅμως οὔτε ὁ Φαβιέρος ἀδιάφορος εἰς τὰ κατ’ αὐτοῦ λεγόμενα· ἐλπίζων μάλιστα νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν ἀποτυχίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀπέδιδεν εἰς τὸν Καραϊσκάκην, καὶ ὑποθαλπόμενος ἀπὸ τοὺς ἐν Ναυπλίῳ ἐχθροὺς τοῦ Καραϊσκάκη, ἀνέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῇ καλῶς τακτικὸν στράτευμα ἀπὸ ἄνθρωπον ἀνίδεον διόλου τῆς τακτικῆς. Ἐπεθύμει καὶ ἤλπιζε νὰ κατασταθῇ γενικὸς ἀρχηγὸς τῆς ἐκστρατείας ταύτης, ἢ ἂν τοῦτο δὲν ἐκατορθώνετο, τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτύχῃ ὥστε τὸ τακτικὸν νὰ μὴν ὑπόκειται διόλου εἰς τὸν Καραϊσκάκην. 

Ἡ Διοίκησις, γνωρίζουσα ἀφ’ ἑνὸς μέρους πόσον ἀναγκαῖος ἦτον ὁ Καραϊσκάκης εἰς τὴν ἐκστρατείαν ταύτην διὰ τὰ προσωπικά του προτερήματα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἔχαιρεν ὑπόληψιν ἀπὸ τὸ στρατόπεδον, μὴ θέλουσα δὲ ἀφ’ ἑτέρου νὰ δυσαρεστήσῃ καὶ τὸν Φαβιέρον, τὸν ὁποῖον ὁμοίως ἐνόμιζεν ὠφέλιμον διὰ τὰ πράγματα τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἐπροσπάθησε νὰ συμβιβάσῃ τὴν μεταξύ των διαφοράν· καὶ διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὴν αἴτησιν τοῦ Φαβιέρου, χωρὶς νὰ πειράξῃ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Καραϊσκάκη, ἔγραψε πρὸς τὸν δεύτερον νὰ συμβουλεύεται τὸν Φαβιέρον εἰς τὰ πολεμικά του σχέδια, ὡς ἄνθρωπον ἔμπειρον εἰς τὰ πολεμικὰ καὶ φίλον τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ τόσον τοῦτο τὸ μέσον καθὼς καὶ ὅσα ἄλλα μετεχειρίσθησαν ἄλλοι πρὸς συμβιβασμὸν ἀπέβησαν μάταια. Ὁ Καραϊσκάκης ἐπιμένων διέταξε τὸν Φαβιέρον νὰ μεταφέρῃ τὸ τακτικὸν εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Ἐλευσῖνος, ὅπου ἦτον ὑποψία νὰ γένῃ κίνημα παρὰ τῶν ἐχθρῶν· ὁ Φαβιέρος ὅμως δὲν ὑπήκουσεν, ἐπρόβαλε δὲ ὡς δικαιολόγημα ὅτι οἱ τακτικοὶ συναναστρεφόμενοι μετὰ τῶν ἀτάκτων διαφθείρουσι τὰ ἤθη των. Τοῦτο παρώξυνε μεγάλως τὸν Καραϊσκάκη, ὥστε δὲν ἄφινε νὰ τοῦ διαφύγῃ κἀμμία περίστασις, εἰς τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ κατακρίνῃ καὶ νὰ ὑβρίσῃ σκληρῶς τὸν Φαβιέρον. 

Οἱ ἐχθροὶ τοῦ Καραϊσκάκη, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς εὑρίσκοντο καὶ εἰς τὸ ἴδιον στρατόπεδόν του, ἐπιθυμοῦντες ν’ ἀφαιρέσωσι ἀπὸ αὐτὸν τὴν ἀρχηγίαν καὶ ἀποτυχόντες τοῦ νὰ τὸ κατορθώσωσι διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔβαλαν πρὸ ὀφθαλμῶν νὰ διαλύσωσι τὸ στρατόπεδον, διὸ καὶ ἐζήτουν ἀφορμήν, ἥτις κατὰ δυστυχίαν δὲν ἄργησε νὰ παρουσιασθῇ. Ὁ Κιουταχῆς ἔγραψε διαταγὰς πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων τῆς Ἀττικῆς (οἱ ὁποῖοι ἦσαν μὲν ὑποτεταγμένοι εἰς τοὺς Τούρκους, συνεννοοῦτο ὅμως τινὲς ἐξ αὐτῶν καὶ μὲ τοὺς Ἕλληνας) ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἐκστρατεύει εἰς Ἐλευσῖνα διὰ νὰ καταστρέψῃ τοὺς ἐκεῖ ἐμφωλεύοντας Ἕλληνας, γνωστοποιεῖ δὲ τοῦτο εἰς τοὺς κατοίκους διὰ νὰ μή δειλιάσωσιν ἀπὸ τὸ κίνημα, ἀλλὰ νὰ μένωσιν ἥσυχοι εἰς τὰ χωρία των. Τὰ γράμματα ταῦτα ἐφέρθησαν εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Καραϊσκάκη. Συνέβη δὲ ταὐτοχρόνως νὰ ἔλθῃ καὶ ἑτέρα εἴδησις περὶ τῆς ἐκστρατείας ταύτης ἀπὸ τὸ ἴδιον στρατόπεδον τοῦ Κιουταχῆ. Ὥστε οἱ ἐχθροὶ τοῦ Καραϊσκάκη, οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν τοῦ στρατοπέδου τὴν διάλυσιν, ἐπαρουσίαζον εἰς τοὺς στρατιώτας μέγιστον τὸν κίνδυνον, ἐὰν δὲν προλάβωσι νὰ φύγωσιν ἀπὸ Ἐλευσῖνα, καὶ τὸν ὄλεθρον ἄφευκτον, ἂν πολιορκηθῶσιν. Ὁ Καραϊσκάκης ἐπροσπάθησε νὰ ἐμπνεύσῃ θάρρος εἰς τοὺς στρατιώτας· βλέπων ὅμως ὅτι ὁ θόρυβος ἐγίνετο ἀπὸ στιγμὴν εἰς στιγμὴν μεγαλήτερος, ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου καὶ τοὺς παρεκίνησεν, ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ μείνωσιν εἰς τὴν θέσιν των διὰ νὰ πολεμήσωσι τὸν ἐχθρόν, τοὐλάχιστον ἃς ὑπομείνωσιν εἰς τὸ στρατόπεδον, ἕως οὗ νὰ ἰδῶσιν ἐρχόμενον τὸν ἐχθρόν, καὶ τότε δύνανται χωρὶς ἐντροπὴν νὰ μεταβῶσιν εἰς ἄλλο ὀχυρώτερον μέρος. Ἐνῷ ἐγίνοντο αἱ συνομιλίαι αὗται, ἤρχοντο ἀγγελίαι ἀπὸ στιγμὴν εἰς στιγμὴν ὅτι οἱ στρατιῶται λειποτακτοῦσιν ἀδιακόπως ἀπὸ τὸ στρατόπεδον· οἱ ἐπιθυμοῦντες μάλιστα τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοπέδου ἐπαρουσίαζαν τὴν λειποταξίαν μεγαλητέραν καὶ τὸν κίνδυνον σημαντικώτερον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Καραϊσκάκης ἐπιμένων δὲν ἔδιδε γνώμην νὰ φύγωσι, τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν προσκαλοῦντες καὶ τοὺς ἄλλους εἰς τὴν φυγὴν ἐνώπιον τοῦ Καραϊσκάκη, εἶπον ὅτι δὲν κάθονται νὰ γένωσι θύματα τῆς φιλοδοξίας τοῦ Καραϊσκάκη, τότε ὁ Καραϊσκάκης ἀπεκρίθη μὲ ἀγανάκτησιν «Πηγαίνετε ὅπου ἀγαπᾶτε. Ὁ Καραϊσκάκης θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἃς χαθῇ. Ὅταν ὅμως σᾶς ἐρωτήσωσιν οἱ ἄνθρωποι τὶ ἐκάμετε τὸν ἀρχηγόν σας, εἰπέτε ὅτι τὸν παρεδώσαμεν εἰς τοὺς ἐχθρούς, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ γένῃ ἀρχηγὸς τῆς λειποταξίας». Ὁ λόγος οὗτος ἐκφωνηθεὶς μὲ τόνον καὶ πάθος, ὁποῖον ἀπαιτοῦσεν ἡ περίστασις, ἔκαμε ζωηρὰν ἐντύπωσιν εἰς ὅλους τοὺς παρευρεθέντας ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, δὲν ἠμπόρεσεν ὅμως νὰ ἐμποδίσῃ καὶ τοὺς ἐνεργοῦντας τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοπέδου. Αὐτοὶ παρασύραντες καὶ τοὺς στρατιώτας ἀνεχώρησαν ἀπὸ Ἐλευσῖνα περὶ τὰ μεσάνυκτα καὶ μετέβησαν εἰς Σαλαμῖνα. 

Ὁ Καραϊσκάκης συντροφευμένος ἀπὸ τοὺς σημαντικωτέρους ἀξιωματικοὺς ἐπῆγεν εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἐσυνείθιζον νὰ θέτωσι τὴν νυκτερινὴν ἐμπροσθοφυλακήν, καὶ ἀνάψαντες φωτίας διενυκτέρευσαν ἐκεῖ διὰ νὰ δώσωσι τρόπον τινὰ θάρρος εἰς τοὺς δειλιάσαντας στρατιώτας. Μ’ ὅλα ὅμως τὰ μέτρα ταῦτα, μόλις ἔμειναν εἰς τὸ στρατόπεδον οἱ σημαντικώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ ἕως τριακόσιοι στρατιῶται, καὶ οὗτοι δὲ ἀφοῦ τοὺς παρεκάλεσε θερμῶς ὁ Καραϊσκάκης νὰ διαμείνωσιν εἰς τὸ στρατόπεδον τὴν νύκτα ἐκείνην διὰ νὰ μὴ φύγωσιν μὲ καταισχύνην, καὶ τοὺς ὑπεσχέθη ὅτι συγκατατίθεται ν’ ἀναχωρήσωσι τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Καραϊσκάκης μὴ ἔχων ἀπόφασιν ν’ ἀναχωρήσῃ, ἐκτὸς ἐὰν ἔβλεπε σημαντικὴν ἐχθρικὴν δύναμιν, ἐπροσπαθοῦσε νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς μείναντας ἀξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, καὶ οἱ λόγοι του (ἀφ’ οὗ προϊούσης τῆς ἡμέρας ἄρχισε νὰ διαλύεται κατ’ ὀλίγον ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποκαταστήσει μεγαλήτερον τὸ βαθὺ τῆς νυκτὸς σκότος) ἔκαμαν τοιαύτην προσβολήν, ὥστε μ’ ὅλον ὅτι ἐφάνησαν ἐρχόμενοι οἱ ἐχθροί, αὐτοὶ δὲν ἐσυλλογίζοντο πλέον διὰ φυγήν, ἀλλ’ ἑτοιμάζοντο δι’ ἀντίκρουσιν. Οἱ ἐχθροὶ ἐπλησίασαν ἕως βολῆς τουφεκίου εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στρατόπεδον, καὶ ἀφ’ οὗ ἕκαμάν τινας ἀποπείρας καὶ εἶδον ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν φεύγουσιν, ἀνεχώρησαν ὀπίσω εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὅλοι ἀπέδωκαν εἰς μόνον τὸν Καραϊσκάκην τὴν διατήρησιν τοῦ στρατοπέδου, καὶ οἱ διαμείναντες ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται εὐχαριστήθησαν πολλὰ διότι ἐπείσθησαν εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ δὲν ἀνεχώρησαν. Ὁ Καραϊσκάκης ἔγραψεν ἀμέσως ἀναφορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐναντίον τῶν πρωταιτίων τῆς λειποταξίας. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτοὶ μετανοήσαντες ἐζήτησαν τὴν συγχώρησιν, δὲν ἐνέκρινε νὰ ἐπιμείνῃ, καὶ οὕτως εἰς ὀλίγας ἡμέρας συνῆλθον πάλιν ὅλοι εἰς τὸ στρατόπεδον. 

Οἱ ἐν τῷ φρουρίῳ ἀπελπισθέντες τοῦ νὰ ἰδῶσι τὴν πολιορκίαν διαλυομένην ὀγλίγωρα, ἔλαβον ὑποψίαν ὅτι ἡ σταθερότης καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Κιουταχῆ θέλει ἀποκλείσει τὸ φρούριον ὡς καὶ τὸ Μεσολόγγιον. Καὶ καθὼς φυσικὰ συμβαίνει εἰς τοὺς ἀποκλεισμένους, αἰσθανόμενοι ὡς καὶ τῶν μικροτάτων πραγμάτων τὴν ἔλλειψιν καὶ δυσαρεστούμενοι, κατέφυγον εἰς τὴν ζήτησιν τῶν μισθῶν των, πρόφασιν εἰς τὴν ὁποίαν καταφεύγουσιν, ὅταν πλησιάζῃ ὁ κίνδυνος, ὅλοι ὅσοι δὲν κινοῦνται ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς φιλοτιμίας [19]. Ὁ δὲ φρούραρχος, μὴ δυνάμενος ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἐπίμονον αἴτησίν των, ἠναγκάσθη καὶ τὴν ἐθεράπευσε πραγματικῶς μὲ δόσιν μέρους τοῦ μισθοῦ των, διότι μ’ ἐλπίδας μόνον καὶ ὑποσχέσεις δὲν ἐδύνατο πλέον νὰ τοὺς ἀναπαύσῃ. Ἀλλὰ μ’ ὅλον ὅτι ἔγεινεν ἡ οἰκονομία αὕτη, πολλοὶ ἔφευγον κρυφίως ἀπὸ τὸ φρούριον. Ὁ Γκούρας βλέπων τοῦτο καὶ ἀκούων πολλοὺς μὴ εὐχαριστουμένους νὰ διαμείνωσιν εἰς τὴν πολιορκίαν, ἐστοχάσθη ὥς ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον ν’ αὐξήσῃ τὴν ἐν τῷ φρουρίῳ δύναμιν, ὥστε καὶ ἄν ποτε μέρος τῆς φρουρᾶς ἤθελεν ἀποφασίσει ν’ ἀναχωρήσῃ, ἡ φυγή του νὰ μὴν γείνῃ ἐπαισθητὴ εἰς τοὺς ὅσοι ἤθελον μείνει. Ἀπέστειλε λοιπὸν τὸν ἐξάδελφόν του Ἰωάννην Μαμούρην εἰς τὸν Καραϊσκάκην διὰ νὰ ζητήσῃ στρατιωτικὴν δύναμιν, τὸν διέταξε δέ, ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ διὰ τοῦ Καραϊσκάκη τίποτε, νὰ στρατολογήσῃ αὐτὸς ἀριθμόν τινα στρατιωτῶν καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ ὁ ἴδιος εἰς τὸ φρούριον· τοῦ ἔδωκε δὲ καὶ τ’ ἀναγκαῖα διὰ τὴν στρατολογίαν ταύτην χρήματα. 

Ἂν καὶ ἡ ἀποτυχία τῆς εἰς Χαϊδάρι ἐκστρατείας ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα διὰ νὰ δυναμώσῃ, περισσότερον τὸ στρατόπεδον τοῦ Καραϊσκάκη, ἡ βραδύτης ὅμως, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεργοῦσε διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν μέσων, ἐβίασε τὸν Καραϊσκάκην νὰ φροντίσῃ περὶ ἐσωτερικῆς ἐνδυναμώσεως τῆς Ἀκροπόλεως Ἀθηνῶν· ἄλλα μὴ ἔχων χρήματα δὲν ἐδυνήθη νὰ πείσῃ κἀνὲν σῶμα διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ φρούριον. Ὅταν λοιπὸν ἦλθεν ὁ Μαμούρης καὶ τοῦ ἐξήγησε τὴν ἀνάγκην τοῦ φρουρίου, ἀπεφάσισε νὰ ἐμψυχώσῃ τὸ σῶμα τῶν Ἑπτανησίων διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ φρούριον, καθὼς ἦτον πρὸ πολλοῦ σχεδιασμένον. Τὸ σῶμα τοῦτο συνίστατο ἀπὸ διακοσίους περίπου στρατιώτας καὶ ἐφοδιασθὲν μὲ τὰ διὰ συνεισφορᾶς συναχθέντα ὑπὲρ αὐτοῦ χρήματα, ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ φρούριον, ὁδηγούμενον ἀπὸ τὸν Ἰωάννην Μαμούρην, ὅστις εἶχε τὴν ἀνήκουσαν ἐμπειρίαν τῶν ὁδῶν καὶ τῶν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς ἀφυλάκτων διαβάσεων. Προσετέθησαν εἰς τούτους καὶ πεντήκοντα περίπου στρατιῶται, τοὺς ὁποῖους μισθώσας ἔλαβε μαζύ του ὁ Μαμούρης. 

Συνελθόντες λοιπὸν ὅλοι οὗτοι εἰς Ἀμπελάκι τῆς Σαλαμῖνος καὶ γενόμενοι κατὰ πάντα ἕτοιμοι, ἐμβῆκαν εἰς τὰ πλοῖα τὴν δωδεκάτην τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ἀπέβησαν εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀττικῆς. Προχωρήσαντες πρὸς τὸ φρούριον ἀπὸ δρόμους μὴ φυλαττομένους ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἐπλησίασαν ἱκανῶς, ἀλλὰ μετὰ ἑπτὰ ὡρῶν συνεχῆ ὁδοιπορίαν ἀποκαμόντες οἱ προπορευόμενοι, ἐστάθησαν ὀλίγον διὰ νὰ περιμείνωσι τοὺς ἀκολουθοῦντας· αὐτοὶ ὅμως δὲν ἐφάνησαν, διότι ταραχθέντες ὡς ἀπὸ πανικόν τινα φόβον εἶχον ἀποκοπῆ ἀπὸ τοὺς προπορευομένους καὶ εἶχον ἐπιστρέψει ὀπίσω εἰς τὰ παράλια, ὅπου ἦσαν τὰ πλοῖα περιμένοντα νὰ ἴδωσι τὴν ἔκβασιν τοῦ ἐπιχειρήματος. Ὁ Μαμούρης ἀφ’ ἑνὸς μέρους διὰ τὴν βραδύτητα τῶν λοιπῶν στρατιωτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ βλέπων ὅτι τὸ φῶς τῆς Σελήνης, ἡ ὁποῖα εἶχεν ἤδη προχωρήσει εἰς τὸν ὁρίζοντα, ἤθελεν εἶναι ἐπιβλαβὲς δι’ αὐτοὺς, διότι ἔμελλον νὰ διαβῶσι μεταξὺ τῶν ἐχθρικῶν χαρακωμάτων, συσκεφθεὶς καὶ μὲ τοὺς λοιποὺς στρατιώτας, ἀπεφάσισε μὲ κοινὴν γνώμην νὰ μὴν ἐπιχειρήσωσιν ἐκείνην τὴν νύκτα διὰ νὰ ἔμβωσιν εἰς τὸ φρούριον, ἀλλὰ κρυφθέντες εἰς κανὲν μέρος νὰ ἐπιχειρήσωσι τοῦτο τὴν ἐρχομένην νύκτα. Μετέβησαν λοιπὸν εἰς Καρέαν, εἰς τὸ μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ὅπου παρέμειναν τὸ λοιπὸν τῆς νυκτὸς διάστημα καὶ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρετήρησαν νέους προμαχῶνας εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἔμελλον νὰ εἰσέλθωσι, καὶ ἐπειδὴ ὑπώπτευσαν ὅτι ἐγνώσθησαν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν κατὰ τύχην περιπατοῦντες εἶχον πλησιάσει ἀρκετὰ εἰς τὸ μοναστήριον, ἀκούσαντες καὶ τὴν νύκτα μέγαν πυροβολισμὸν τῶν ἐχθρῶν, δὲν ἔκριναν συμφέρον νὰ δοκιμάσωσι τὴν εἴσοδον, φοβούμενοι τὰ ἐπακόλουθα τῆς ἀποτυχίας δεινά. Ὅθεν ἐπέστρεψαν τὴν νύκτα εἰς τὸ μέρος ὅπου εἶχον ἀποβῆ καὶ ἐμβάντες εἰς τὰ πλοῖα ὁμοῦ μὲ τοὺς ὀπισθοδρομήσαντας πρότερον ἐπέστρεψαν εἰς Σαλαμῖνα. 

Διὰ τὴν ἀποτυχίαν ταύτην ἐλυπήθη μεγάλως ὁ Καραϊσκάκης, βλέπων δὲ ὅσην δυσκολοτέραν, τόσον ἀναγκαιοτέραν τὴν εἰς τὸ φρούριον εἴσοδον νέας δυνάμεως, ἐπρόβαλεν εἰς τοὺς λοιποὺς ἐν Ἐλευσῖνι στρατηγοὺς νὰ μισθώσωσιν ἑκατὸν εἴκοσι στρατιώτας, νὰ τοὺς ἑνώσωσι μὲ τὸ Ἑπτανήσιον σῶμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἀπελπισθῆ τοῦ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ φρούριον μ’ ὅλην τὴν ἀποτυχίαν, καὶ νὰ τοὺς ἀποστείλωσιν εἰς τὸ φρούριον μὲ τὰς ἀναγκαίας προφυλάξεις. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ πρόβλημά του· καὶ ἀφ’ οὗ ἔγεινεν ἡ ἀναγκαῖα ἑτοιμασία, ἐπεφορτίσθη ὁ Κριζιώτης νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ ἕως εἰς τὸν τόπον τῆς ἀποβάσεως. Ἐμβάντες λοιπὸν εἰς τὰ πλοῖα τὴν εἰκοστὴν ἑβδόμην τοῦ Σεπτεμβρίου, ἀπέβησαν πλησίον τῶν Τριῶν Πύργων καὶ μετὰ δύω σχεδὸν ὡρῶν συνεχῆ ὁδοιπορίαν ἔφθασαν πλησίον εἰς τὴν Ἀκρόπολιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ συναπαντήθησαν κατὰ τύχην ἀπὸ ἓν σῶμα ἱππικοῦ τῶν ἐχθρῶν, νομίσαντες ὅτι ἐπροδόθη τὸ σχέδιόν των ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Οἱ ἐχθροί, μ’ ὅλον ὅτι ἤκουσαν τὸν θόρυβον τῶν φευγόντων, δὲν ἐκινήθησαν ἀμέσως εἰς καταδίωξιν εἴτε διὰ τὸ σκότος τῆς νυκτός, εἴτε διότι ἐνόμισαν ἑαυτοὺς ὀλίγους, καὶ τοῦτο ἔδωκε καιρὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας νὰ διασωθῶσι. Φεύγοντες μ’ ὅλον τοῦτο διεκόπησαν εἰς διάφορα κόμματα· μέρος μέν, ἐν οἷς καὶ ὁ ἐπίτροπος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ σώματος τῶν Ἑπτανησίων , ἔφυγον πρὸς τὰ βουνὰ καὶ ἐκεῖθεν τὴν ἐρχομένην ἡμέραν μετέβησαν εἰς τὸ ἐν Ἐλευσῖνι στρατόπεδον. Ἐκ δὲ τῶν πρὸς τὴν θάλασσαν φυγόντων ἓν σῶμα κατεδιώχθη ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς εἰς τὸν τόπον τῆς ἀποβάσεως, ἀλλὰ πολεμῆσαν γενναίως καὶ βοηθούμενον ἀπὸ τὰ πλοῖα διεσώθη ἀβλαβές, ἓξ δὲ καταφυγόντες εἰς μίαν ἐκκλησίαν κειμένην πλησίον τῶν Τριῶν Πύργων ὕστερον ἀπὸ ἱκανὴν ἀντίστασιν ἐφονεύθησαν ἐκτὸς ἑνός, ὅστις διεσώθη κολυμβῶν, ἓν μέρος δέ, συνιστάμενον ἀπὸ εἰκοσιπέντε σχεδὸν ἐκ τοῦ σώματος τῶν Ἑπτανησίων, κατέφυγεν εἰς ἓν νησίδιον πλησίον τῆς ξηρᾶς, ὅπου ὀχυρωθὲν ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἀντιπολεμῆσαν γενναίως πρὸς πλῆθος πεζῶν καὶ ἱππέων ἐχθρῶν καὶ ὑπομεῖναν ἀφόβως τὸν συνεχῆ καὶ ἀλλεπάλληλον κανονοβολισμὸν ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἀκόλουθον νύκτα, διεσώθη τελευταῖον ἀβλαβὲς ἀπὸ τὸν Κριζιώτην, ὅστις ἐπῆγεν εἰς βοήθειάν του μὲ δύω πλοιάρια, μὲ τὰ ὁποῖα καὶ τοὺς μετέφερεν εἰς τὰ μεγάλα πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμποροῦσαν νὰ πλησιάσωσιν ἐκεῖ διὰ τὴν ρηχότητα τῶν νερῶν. 

Ἡ δευτέρα αὕτη ἀποτυχία κατελύπησε τὸν Καραϊσκάκην καὶ ὁμοῦ μὲ αὐτὸν ὅλους τοὺς εὐαισθήτους πατριώτας, ἀλλὰ τὴν λύπην του τὴν ἐκορύφωσεν ἡ εἴδησις τοῦ θανάτου τοῦ Γκούρα [21], τὴν ὁποίαν ἐπίτηδες ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τὸ φρούριον ἔφερον εἰς τὸ στρατόπεδον. Δὲν ἦτον πλέον καιρὸς μακρῶν καὶ βραδέων σκέψεων· διότι ἐκτὸς τῆς ἀθυμίας, τὴν ὁποίαν φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐπροξένησεν εἰς τοὺς πολιορκουμένους, τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο ἦτον ὑποψία διαιρέσεων καὶ διχονοιῶν, τὸ ὁποῖον ἠμποροῦσε νὰ αὐξήσῃ τὰ δεινὰ τῶν πολιορκουμένων. Συνεκάλεσε λοιπὸν ὅλους τοὺς στρατηγοὺς καὶ ἀξιωματικοὺς τοὺς συγκροτοῦντας τὸ ἐν Ἐλευσῖνι στρατόπεδον καὶ ὡμίλησεν οὕτω· «Τὸ φρούριον τῶν Ἀθηνῶν κινδυνεύει καὶ ἡ πτῶσίς του θέλει εἶναι πτῶσις ὅλης τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος· δὲν ἔχει εἰς ἄλλους τὰς ἐλπίδας του, παρὰ εἰς ἡμᾶς· δὲν εἶναι ἐντροπή μας νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἀπροστάτευτον;» Ὅλοι ὁμοφώνως ἀπεκρίθησαν ὅτι προσφέρουσι καὶ τὴν ἰδίαν των ὕπαρξιν διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ φρουρίου. «Λοιπόν, ἐπανέλαβεν ὁ Καραϊσκάκης, ἐγὼ δὲν βλέπω ἄλλον τρόπον ἁρμοδιώτερον καὶ προχειρότερον, εἰμὴ νὰ δεχθῇ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ φρούριον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀποσταλησομένης εἰς αὐτὸ βοηθείας εἷς ἀπὸ ἡμᾶς, ὅστις ἤθελεν ἔχει ἰδιαίτερον στρατιωτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον νὰ τὸν ἀγαπᾷ ἐνταὐτῷ καὶ νὰ τὸν σέβεται· διὰ νὰ μὴν ἀποτύχωμεν δὲ καὶ ταύτην τὴν φοράν, τὸ ὁποῖον θέλει εἶναι ὀλεθριώτατον, δύω βλέπω ἁρμοδιωτέρους, τὸν ἑαυτόν μου καὶ τὸν στρατηγὸν Κριζιώτην». Ἐπειδὴ δὲ εἶπον μερικοὶ ὅτι δὲν συμφέρει ὁ Γενικὸς ἀρχηγὸς νὰ κλεισθῇ μέσα εἰς τὸ φρούριον, ἀλλὰ νὰ μείνῃ ἔξω καὶ νὰ προσπαθῇ περὶ διαλύσεως τῆς πολιορκίας·—«Ἐκτὸς τούτου, ἐπρόσθεσεν ὁ Καραϊσκάκης, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ χρησιμεύσω εἰς τὸ φρούριον, ὅσον ὁ ἀδελφός μας Κριζιώτης· διότι πρώτην φορὰν πατῶ ταῦτα τὰ χώματα· ὁ δὲ Κριζιώτης ὡς διατρίψας πολὺν καιρὸν εἰς τὰ ἐδῶ γνωρίζει καὶ τὰς θέσεις καὶ τοὺς κατοίκους καὶ πρὸ πάντων, διὰ τὰς ὁποίας ἔχει σχέσεις μετὰ τῶν ἐν τῷ φρουρίῳ πολεμικῶν, θέλει κατασταθῆ σεβαστὸς εἰς τοὺς πολιορκουμένους καὶ θέλει διαθέσει ἄριστα τὰ πράγματα τοῦ φρουρίου». Ὅλοι ὁμοφώνως ἐπαίνεσαν τὴν γνώμην τοῦ Καραϊσκάκη καὶ παρεκίνησαν τὸν Κριζιώτην διὰ νὰ δεχθῇ τὸ πρᾶγμα. Ὁ δὲ Κριζιώτης κινούμενος ἀπὸ φιλοτιμίαν ἀπεδέχθη χωρὶς δυσκολίαν τὸ πρόβλημα. 

Ἀλλ’ ἅμα ἐκοινοποιήθη τὸ πρᾶγμα εἰς τοὺς στρατιώτας αὐτοῦ, συνήχθησαν ἀμέσως περὶ αὐτὸν καὶ μ’ ὅλον ὅτι τὸν ἀγαποῦσαν καὶ τὸν ἐσέβοντο εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμόν, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἔλειψαν νὰ τοῦ προξενήσωσιν ἱκανὰς δυσκολίας· τοῦ ἐπαρρησίασαν κατ’ ἀρχὰς τὸν κίνδυνον, μὲ σκοπὸν διὰ νὰ τὸν ἀποτρέψωσιν ἀπὸ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αὐτὸς ἐπρόβαλεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ καταφρονήσῃ πάντα κίνδυνον, διὰ νὰ μὴν παραβῇ τὴν ὑπόσχεσίν του, ἐστράφησαν εἰς τὴν ἀληθῆ αἰτίαν, ὅτι χωρὶς ἱκανὰ χρήματα δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρισθῇ τοσοῦτον ἐπικίνδυνον ἔργον. 

Τὸ κεφάλαιον τῶν χρημάτων τὸ ἐστοχάσθη ἀπ’ ἀρχῆς ὁ Καραϊσκάκης, ἀλλὰ μὴ βλέπων τινὰ πόρον ἐσχεδίασε νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς στρατηγοὺς νὰ καταθέσωσι μέρος καὶ τὰ λοιπὰ νὰ βιάσῃ τοὺς πλουσιωτέρους ἐκ τῶν πλησιεστέρων χωρίων διὰ νὰ τὰ δώσωσι. Πολλὰ σύντομα συνήχθησαν τὰ χρήματα καὶ ἔγεινεν ἡ ἑτοιμασία. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴν ἀποτύχῃ καὶ ταύτην τὴν φορὰν τὸ ἐπιχείρημα τῆς εἰς τὸ φρούριον εἰσόδου, ἐκρίθη ἁρμόδιον ὥστε ὅλον τὸ ἐν Ἐλευσῖνι στράτευμα καὶ τὰ ἐν Μεγάροις τότε νεωστὶ ἐλθόντα ἀπὸ Κόρινθον νὰ ὑπάγωσι νὰ τοποθετηθῶσι πλησίον τοῦ εἰς Πατήσια στρατοπέδου τοῦ Κιουταχῆ καὶ τὴν νύκτα, καθ’ ἣν ἦτον συμφωνημένον νὰ εἰσέλθῃ ὁ Κριζιώτης εἰς τὸ φρούριον, νὰ ἐπιπέσωσιν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ πλησιάσωσιν εἰς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, διὰ νὰ μὴ δυνηθῶσιν οἱ ἐχθροὶ νὰ ὑπάγωσιν εἰς βοήθειαν τῶν ἐν τῇ πόλει, ὅταν ὁ Κριζιώτης ἤθελε δοκιμάσει τὴν εἴσοδον. 

Τὴν νύκτα τῆς ἑνδεκάτης τοῦ Ὀκτωβρίου ἦτον προσδιωρισμένον νὰ δοκιμάσῃ ὁ Κριζιώτης τὴν εἴσοδον· ἔμελλε δὲ προηγουμένως νὰ ὑπάγῃ νὰ ἑτοιμασθῇ εἰς Ἀμπελάκι, νὰ παραλάβῃ ἐκεῖθεν καὶ τὸ σῶμα τῶν Ἑπτανησίων καὶ διὰ τῶν πλοίων νὰ μεταβῇ εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀττικῆς. Τὴν ἑνδεκάτην λοιπὸν περὶ τὸ γεῦμα εἰδοποιήσας ὁ Καραϊσκάκης καὶ τοὺς εἰς Μέγαρα εὑρισκομένους, ἐκίνησε μ’ ὅλον τὸ στράτευμα πρὸς τὰς Ἀθήνας διὰ τοῦ Μενιδίου· ἦσαν δὲ ὅλοι ὁμοῦ ὑπὲρ τὰς τρεῖς χιλιάδας. 

Ἅμα εἶδον οἱ ἐν Μενιδίῳ Τοῦρκοι τοὺς Ἕλληνας, εἰδοποίησαν ὅλους τοὺς κατοίκους, ὄντας ἐξαπλωμένους καὶ ἐργαζομένους εἰς τὴν προκειμένην πεδιάδα, νὰ συνέλθωσιν εἰς τὸ χωρίον διὰ νὰ προφυλαχθῶσιν· ἡ ἀπὸ ἱππεῖς ὅμως συγκειμένη ἐμπρόσθοφυλακὴ τῶν Ἑλλήνων προλαβοῦσα αἰχμαλώτισεν ἕνα Ὀθωμανὸν καὶ δύο ἐκ τῶν κατοίκων· ἀκροβολίσθη δὲ ὀλίγον καὶ μὲ τοὺς ἐχθροὺς ἔμπροσθεν τοῦ χωρίου. Διαβάντες ἐκεῖθεν οἱ Ἕλληνες ἔφθασαν περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου εἰς Ζευγολατεῖον, χωρίον μικρὸν ἔρημον, μίαν ὥραν σχεδὸν ἀπέχον τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου. Ἅμα ἐνύκτωσεν ὁπωσοῦν καὶ συνῆλθον ὅλοι οἱ στρατιῶται, διώρισεν ὁ Καραϊσκάκης ν’ ἀνάψωσι φωτίας ὅσας πλειοτέρας δυνηθῶσι, διὰ νὰ φανερώσωσι τὸν ἐρχομόν των εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ νὰ τοὺς παρουσιάσωσι τὴν δύναμίν των μεγαλειτέραν ἀπ’ ὅ,τι πραγματικῶς ἦτον. Οἱ ἐχθροὶ ὅμως εἶχον ἤδη πληροφορηθῆ περὶ τούτων ἀπὸ δύω ἱππεῖς προαποσταλέντας ἐπίτηδες ἀπὸ τοὺς εἰς Μενίδι εὑρισκομένους Τούρκους. 

Τὴν πέμπτην ὥραν τῆς νυκτὸς ἦτον συμφωνημένον νὰ πλησιάσῃ ὁ Κριεζώτης εἰς τὸ φρούριον, καὶ τὴν ὥραν ταύτην ἔπρεπε καὶ τὰ ἔξω στρατεύματα νὰ προσβάλωσιν εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ Κιουταχῆ. Ὁ Καραϊσκάκης λοιπὸν συγκαλέσας ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατεύματος ἐπρόβαλε νὰ γένῃ ἔφοδος γενικὴ εἰς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλοὶ ἐναντιώθησαν, λέγοντες ὅτι δὲν ἦτον φρονήσεως ἔργον νὰ ἐπιπέσωσιν εἰς ὠχυρωμένον στρατόπεδον, ἀντεπρόβαλε νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ ἀνδρειότεροι καὶ τολμηρότεροι, διὰ νὰ πλησιάσωσι κἂν εἰς τὸ στρατόπεδον τοῦ ἐχθροῦ, νὰ τουφεκίσωσιν ἀπὸ πλησίον καὶ νὰ κάμωσι κἄποιον ἀντιπερισπασμόν, οἱ δὲ λοιποὶ νὰ σταθῶσιν ὀπίσω διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τοὺς πρώτους, ἂν συμβῇ νὰ κινδυνεύσωσιν. Ἐπειδὴ ὅμως οὐδὲ τοῦτο τὸ σχέδιον δὲν ἔγεινεν ἀπ’ ὅλους δεκτόν, καὶ ἀπὸ φιλονεικίαν εἰς φιλονεικίαν μεταβαίνοντες δὲν κατώρθωνον τίποτε, ὁ Καραϊσκάκης ὑποπτεύσας ὅτι ἐγένετο ὀργανισμὸς διὰ νὰ ματαιωθῇ ὁλοτελῶς τοῦτο τὸ κίνημα καὶ ὢν ἀνήσυχος διὰ τὸν κίνδυνον τῶν περὶ Κριζιώτην καὶ ἑπομένως τοῦ φρουρίου, εἶπε πρὸς τοὺς παρεστῶτας ἀποφασιστικά· «Ἡ ὥρα ἦλθε καὶ ὅποιος ἀγαπᾷ τὴν πατρίδα ἂς ἔλθῃ κατόπι διὰ νὰ σώσωμεν τὸ φρούριον». Ἐκίνησε δὲ ἀμέσως πρῶτος πρὸς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, καὶ τὸ παράδειγμά του ἐνέπνευσε θάρρος εἰς ὅλους, ὥστε ἐκίνησαν προθύμως κατόπι του καὶ ἤθελον ἴσως πλησιάσει ὅλοι εἰς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, ἐὰν εἷς ἀπὸ τοὺς σημαντικοὺς Σουλιώτας ἀρχηγοὺς δὲν ἤθελεν ὀπισθοδρομήσει, λέγων· «Δὲν πηγαίνω νὰ θυσιάσω ὅσους στρατιώτας διέσωσα ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι». Τὸ παράδειγμα τούτου ἔγεινεν αἰτία νὰ μὴν ἀκολουθήσωσι καὶ οἱ λοιποί, ἄλλοι μὴν ἐννοοῦντες τὸ πρᾶγμα, οἱ περισσότεροι ὅμως χωρὶς νὰ ἠξεύρωσι τίποτε, ἀλλ’ ὑποθέτοντες ὅτι ἔγεινε κατὰ διαταγὴν τοῦ ἀρχηγοῦ. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἐπροχωροῦσε πρὸς τοὺς ἐχθρούς, χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ ὅτι δὲν ἀκολουθοῦν οἱ λοιποί. Τελευταῖον ὅταν ἐπλησίαζον ἀρκετὰ εἰς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, ὥστε διέκρινον τοὺς περὶ τὰς φωτίας στρατιώτας, τοῦ ἀναγγέλλουν οἱ περὶ αὐτὸν ὅτι οἱ λοιποὶ δὲν ἔρχονται καὶ ὅτι εἶναι κίνδυνος μόνοι των, ἐνῷ εἶναι τόσον ὀλίγοι, νὰ παρουσιασθῶσι πλησίον εἰς τὸν ἐχθρόν· αὐτὸς μ’ ὅλον τοῦτο ἐπέμενεν εἰς τὸ νὰ προχωρῇ καὶ μόλις ἐπείσθη ἀπὸ τὰς παρακινήσεις τῶν φίλων του νὰ σταθῇ ὀλίγον μακρὰν ἀπὸ τὰς προφυλακὰς τοῦ ἐχθροῦ, ἐπὶ λόγῳ τοῦ νὰ συσσωματωθῶσιν ὅλοι ὁμοῦ πρὶν ἐννοηθῶσιν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Σταθεὶς δὲ ὀλίγον καὶ ἰδὼν ὅτι δὲν ἀκολουθοῦσαν ἄλλοι, ἔβαλεν εἰς γραμμὴν τοὺς συνακολουθήσαντας, ὄντας ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα, καὶ διέταξε νὰ πυροβολήσωσι πρὸς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον. Ὁ σκοπὸς τοῦ τουφεκισμοῦ δὲν ἦτον πλέον διὰ βλάβην τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ μόνον περὶ τῆς πλησιάσεως καὶ νὰ μὴν τὸν ἀφήσῃ νὰ κινηθῇ πρὸς τὸ μέρος, ὅθεν ἔμελλε νὰ εἰσέλθῃ ὁ Κριζιώτης εἰς τὸ φρούριον (ἐὰν ἤθελε γένει γνωστὸν τὸ ἐπιχείρημα). Συγχρόνως μὲ τοὺς προχωρήσαντας ἐπυροβόλησαν καὶ οἱ μείναντες εἰς τὸ Ζευγολατεῖον ταχθέντες εἰς γραμμάς, καὶ ἀφ’ οὗ ἐτριπλασίασαν ἀμφότερα τὰ μέρη τὸν πυροβολισμόν των, οἱ προχωρήσαντες ἐπέστρεψαν ὅπου καὶ οἱ λοιποί, καὶ ἑνωθέντες ὅλοι ὁμοῦ ἐπανῆλθον τὴν αὐτὴν νύκτα εἰς τὸ στρατόπεδον. 

Ἦτον σύνθημα τῆς εἰς τὸ φρούριον εἰσόδου τοῦ Κριζιώτου τὸ νὰ ριφθῶσιν ἐννέα κανόνια. Ὁ Καραϊσκάκης βλέπων ὅτι ἐπροχώρει ἡ νύκτα, ἦτον εἰς μεγάλην ἀγωνίαν περὶ τοῦ ἐπιχειρήματος· διότι δὲν ἠκούετο σύνθημα· ἀλλὰ τελευταῖον περὶ τὴν δεκάτην ὥραν τῆς νυκτὸς ἠκούσθη ὁ κρότος τῶν κανονίων τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ ὁ Καραϊσκάκης, ὅλος χαρά, δὲν εἶχε πλέον ὄρεξιν ὕπνου, ἄν καὶ ἀγρύπνησε καὶ ἐκακοπάθησεν ἱκανῶς ὅλην ἐκείνην τὴν νύκτα. Τὸ αἴτιον τοῦ νὰ μὴ προφθάσῃ ὁ Κριζιώτης εἰς τὸ φρούριον κατὰ τὴν διωρισμένην ὥραν ὑπῆρξεν ἡ ἐναντιότης τῶν ἀνέμων· κἀνὲν ἄλλο ἐναντίον συνάντημα δὲν συνέβη εἰς αὐτόν. Ἀποβὰς περὶ τὸ μεσονύκτιον εἰς τὸ μεταξὺ τοῦ Πειραιῶς καὶ Μουνυχίας παράλιον καὶ ἀναπαυθεὶς ὀλίγον, ἐκίνησε πρὸς τὸ φρούριον ἐνθαρρύνων καὶ παρακινῶν τοὺς στρατιώτας· διαβὰς δὲ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἐχθρῶν, πρὶν τοὺς δώσῃ καιρὸν νὰ τὸν ἐννοήσωσι καὶ νὰ τὸν κτυπήσωσιν, εἰσῆλθεν ἀσφαλῶς εἰς τὸ φρούριον. 

Πρὸ καιροῦ ὁ Καραϊσκάκης εἶχε γνωρίσει ὅτι κατὰ πρόσωπον πολεμῶν τὸν ἐχθρόν, δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ διαλύσῃ τὴν πολιορκίαν τῶν Ἀθηνῶν. Ἐνόμιζε λοιπὸν ὠφέλιμον πρὸς διάλυσιν τῆς πολιορκίας ταύτης τὸ νὰ ἐκστρατεύσῃ εἰς τὰς ἔμπροσθεν ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ὅπου ὅσον ἤθελε προχωρεῖ, τόσον ἤθελεν αὐξάνει τὰς ἐδικάς του δυνάμεις μὲ τὴν προσθήκην τῶν εἰς τοὺς ἐχθροὺς ὑποδουλωμένων Ἑλλήνων καὶ ἤθελε βλάπτει τὰς τοῦ ἐχθροῦ μὲ τὸ ἐμπόδισμα τῶν τροφῶν καὶ τῆς διαβάσεως νέων στρατευμάτων. Ἀλλὰ διὰ νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν τοιοῦτον σχέδιον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πολὺ περισσοτέρας δυνάμεις ἀπ’ ὅσας εἶχεν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του. Ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ εἶχε γράψει πρὸ καιροῦ εἰς τὴν Διοίκησιν διὰ νὰ τὸν ἐνδυναμώσῃ καὶ μὲ ἄλλα στρατεύματα. Ἐπειδὴ δὲ εἶχεν ἤδη τελειώσει ἡ σύναξις τῶν σταφίδων τῆς Κορίνθου καὶ τὰ ἐκεῖ συνελθόντα στρατεύματα ἦσαν πλέον περιττά, ἢ Διοίκησις τὰ διέταξε νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ ἐν Ἐλευσῖνι στρατόπεδον ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Καραϊσκάκη διὰ νὰ συμπράξωσιν εἰς τὰ ὑπὲρ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος πολεμικὰ ἐπιχειρήματά του. 

Ὁ Καραϊσκάκης, ἀφ’ οὗ τὸ φρούριον κατέστη εἰς τὴν ἀνήκουσαν ἀσφάλειαν, βλέπων ὅτι ἦτον ἁρμόδιος καιρὸς νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τὸ προμελετηθὲν σχέδιον, προσκληθεὶς καὶ ἀπὸ τὸν Γ. Δυωβουνιώτην καὶ Ι. Ρούκην, ὄντας τότε ὑποτεταγμένους εἰς τοὺς ἐχθρούς, ἀπεφάσισε νὰ κινηθῇ· ἔκρινεν ὅμως ἀναγκαῖον νὰ κοινοποιήσῃ προηγουμένως τὸ σχέδιον τοῦτο καὶ εἰς τοὺς εἰς Μέγαρα στρατοπεδευμένους Σουλιώτας ἀρχηγούς, διὰ νὰ τοὺς πείσῃ νὰ συνεκστρατεύσωσι προθύμως καὶ αὐτοί· καὶ τοῦτο διότι ὑπώπτευεν ὅτι, ἔχοντες πρὸς αὐτὸν ἀντιζηλίαν, ἐμποροῦσαν νὰ μὴν ἀκολουθήσωσιν εἰς τὴν ἐκστρατείαν, προφασιζόμενοι ὅτι δὲν τοὺς ἐσυμβουλεύθη. Ἐπροσκάλεσε λοιπὸν ὅλους τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ πρώτους ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ τοῦ σώματος καὶ τοὺς ἐκοινοποίησε τὸ σχέδιον. Αὐτοὶ ἀπεκρίθησαν ὅτι τὸ ἐγκρίνουν καὶ τὸ ἀποδέχονται, ἀλλ’ ὅτι ὡς ὑπηρετήσαντες καὶ αὐτοὶ σημαντικὰ τὴν πατρίδα, ἐνόμιζον ἀνάξιον τοῦ χαρακτῆρος των νὰ μὴν ἔχωσιν ἰδιαίτερον ἀρχηγόν. Ὁ Καραϊσκάκης, εἴτε ἀπὸ μετριοφροσύνην, εἴτε ἀπὸ πολιτικήν, ἀπεδέχθη τὸ πρόβλημά των καὶ ἀπεφάσισαν ἐκ συμφώνου νὰ διαιρεθῇ ἡ γενικὴ ἀρχηγία εἰς τριμελῆ ἐπιτροπήν, νὰ ἦναι μέλη αὐτῆς ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Νικήτας καὶ ὅποιος ἔμελλε νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τοὺς Σουλιώτας. 

Ὅταν ἐγίνετο ἡ συνομιλία αὕτη, ὁ Καραϊσκάκης δὲν εἶχε μαζύ του κἀνένα σχεδὸν ἀπὸ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν στρατηγοὺς καὶ ἀξιωματικούς. Ἔκρινε λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ τοὺς προσκαλέσῃ καὶ νὰ τοὺς κοινοποιήσῃ τὰ γενόμενα. Ἡ ὁμιλία αὕτη εἶχεν ἤδη διαδοθῆ εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐγένετο πολὺς ψιθυρισμός· εἶχε δὲ οὗτος τὴν ἀρχήν του ἀπὸ τὴν μεταξὺ Σουλιωτῶν καὶ λοιπῶν Στερεοελλαδιτῶν ὑπάρχουσαν διαίρεσιν, ἡ ὁποῖα τόσον εἶχεν ἐξάψει τὰ πνεύματα ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, ὥστε οὐδ’ εἰς τὸ παραμικρὸν δὲν παρεχώρει παντελῶς τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο. Ὅταν ὁ Καραϊσκάκης ἐκοινοποίησε τὸ πρᾶγμα εἰς τοὺς συνελθόντας ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου, ὅλοι ἀντέτειναν μὲ ἀγανάκτησιν. Ἐπροσπάθησεν ὁ Καραϊσκάκης νὰ τοὺς καταπραΰνῃ, λέγων ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἄν ἦναι πειρακτικόν, εἶναι διὰ τὴν ἐδικήν του φιλοτιμίαν· αὐτὸς ὅμως παραχωρεῖ διὰ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος· ἀλλ’ αὐτοὶ ἐπιμένοντες κατήντησαν νὰ τοῦ εἰπῶσιν, ὅτι ὑπ’ αὐτὸν μόνον ἀρχηγὸν εἶν’ ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωσι καὶ τὴν ἰδίαν των ζωήν, δὲν ἀνέχονται ὅμως νὰ τὸν ἀκολουθήσωσιν εἰς ἐκστρατείαν, καθ’ ἣν θέλει ἔχει καὶ ἄλλους συναρχηγούς. Ἂν δὲ αὐτὸς ἔχει σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ κάμῃ κατὰ τὴν γνώμην τῶν Σουλιωτῶν, ἂς μὴ λογαριάσῃ πλέον αὐτοὺς διὰ συντρόφους του. Ἐπρόσθεσαν δὲ ὅτι τότε μόνον ἠδύναντο ν’ ἀποδεχθῶσι τῆς ἀρχηγίας τὴν διαίρεσιν, ὅταν ἤθελε τὸ διορίσει ἡ Κυβέρνησις . 

Ὁ Καραϊσκάκης βλέπων τὸ ἀμετάπειστον τῆς γνώμης των, εἰδοποίησε τοὺς Σουλιώτας διὰ γράμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεγράφησαν καὶ ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοπέδου, τοὺς ἐπρόβαλε δέ, ἂν θέλουν, νὰ συνακολουθήσωσιν εἰς τὴν ὑπὲρ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος ἐκστρατείαν, μενόντων τῶν πραγμάτων εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν κατάστασιν. Οἱ Σουλιῶται ἠρνήθησαν ἀποφασιστικὰ τὸ νὰ λάβωσι μέρος εἰς ταύτην τὴν ἐκστρατείαν. Ἀλλ’ ἓν συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ νομισθῇ ὡς εὐτύχημα διὰ τὸν Καραϊσκάκην καὶ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐκστρατείας καὶ ἐμψύχωσε τοὺς περὶ τὸν Καραϊσκάκην. 

Μέγα μέρος τῶν ἐν Κορίνθῳ ὑπὸ διαφόρους ὁπλαρχηγοὺς συνελθόντων στρατευμάτων νομίζον ὅτι ἀδικεῖτο εἰς τοὺς μισθούς του ἀπὸ τοὺς πρωτίστους Σουλιώτας ἀρχηγούς, ἀπεχωρίσθη ἀπὸ αὐτούς· συσσωματωθὲν δὲ καὶ συνδεθὲν μὲ ὅρκους καὶ ἄλλους δεσμοὺς ὠνομάσθη Ἡπειρωτοσουλιωτικὸν σῶμα καὶ ἀπεφάσισε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν Καραϊσκάκην, τῆς βοηθείας τοῦ ὁποίου ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην. Οἱ συγκροτοῦντες τοῦτο τὸ σῶμα ἥρπασαν ἱκανὸν μέρος σταφίδων ἀνῆκον εἰς ἰδιώτας Κορινθίους διὰ νὰ πληρωθῶσι μισθούς, χρεωστουμένους εἰς αὐτοὺς παρὰ τῆς Διοικήσεως ἢ παρὰ τῶν ἀρχηγῶν των. Ὑποπτεύοντες δέ τινα καταδρομὴν ἐπρόβαλον εἰς τὸν Καραϊσκάκην νὰ τὸν συνακολουθήσωσιν ἐπὶ ὑποσχέσει τοῦ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον ὅτι εἶχον δίκαια. Ὁ Καραϊσκάκης νομίζων ὅτι δὲν ἦτον ὅλον τὸ ἄδικον ἀπὸ μέρος των καὶ ἐπειδὴ μὲ τὴν συνδρομὴν αὐτῶν ἠδύνατο νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν τὴν ὑπὲρ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος ἐκστρατείαν, ἐδέχθη εὐχαρίστως τὸ πρόβλημά των, ὑποσχεθεὶς νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. 

Ἐνῷ δὲ ἐγίνοντο ταῦτα, ὁ Φαβιέρος μείνας ἀρκετὸν καιρὸν εἰς Ἀμπελάκι ἄπρακτος, διὰ νὰ παύσῃ τὴν κατακραυγὴν τῶν ἀνθρώπων ὅτι δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὸν πόλεμον, ἀπεφάσισε νὰ κινηθῇ εἰς κἀνὲν ἐπιχείρημα. Ἐλθὼν λοιπὸν εἰς Ἐλευσῖνα ἐπρόβαλεν εἰς τὸν Καραϊσκάκην ὅτι ἐσχεδίασε νὰ ἐπιπέσῃ εἰς τοὺς εἰς Θήβας στρατοπεδευμένους ἐχθροὺς καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ λάβῃ συμβοηθοὺς εἰς τὸ ἐπιχείρημά του ἕως τριακοσίους ἀτάκτους στρατιώτας. Ὁ Καραϊσκάκης μαθὼν ὅτι ἡ διάβασις τοῦ στρατεύματος ἔμελλε νὰ γένῃ ἀπὸ τόπον πεδινὸν καὶ γνωρίζων τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν συνήθειαν τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν, παρέστησεν εἰς τὸν Φαβιέρον τὸ δυσκατόρθωτον τῆς ἐπιχειρήσεως, τοῦ ἐπρόσθεσε δὲ· «Ἄν κατορθώσῃς νὰ διώξῃς τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὴν πόλιν τῶν Θηβῶν καὶ νὰ τὴν κυριεύσῃς, δυσκόλως μέν, ἴσως ὅμως δυνηθῇς νὰ τὴν διαφυλάξῃς εἰς δευτέραν ἐχθρικὴν συμπλοκήν· ἐὰν ὅμως ἀποτύχῃς, ὀλίγους τῶν τακτικῶν θέλεις διασώσει διωκομένους εἰς τὴν πεδιάδα ἀπὸ τὸ ἱππικὸν τῶν ἐχθρῶν». Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Φαβιέρος ἐπέμενεν, ὁ Καραϊσκάκης, διὰ νὰ μὴ λέγεται ὅτι ἐμπόδισε τὸ πρᾶγμα ἀπὸ κακοβουλίαν του, παρεχώρησε καὶ διέταξε τὸν Δ. Καλλέργην καὶ Στέφον Σέρβον (τοὺς ὁποίους ὀνομαστὶ ἐζήτησεν ὁ Φαβιέρος) νὰ παραλάβωσι τοὺς στρατιώτας των, ὄντας ἕως τριακοσίους, καὶ νὰ ἀκολουθήσωσι τὸν Φαβιέρον εἰς τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα. 

Τὴν ἐννάτην λοιπὸν τοῦ Ὀκτωβρίου οἱ δύω οὗτοι ἀξιωματικοὶ κινήσαντες ἀπὸ Ἐλευσῖνα καὶ ἑνωθέντες εἰς Κούντουρα μὲ τοὺς τακτικούς, ἐπροχώρησαν ἐκείνην τὴν νύκτα ἕως εἰς τὸν Ἀσωπόν, ὅπου ἔμειναν ν’ ἀναπαυθῶσιν ὀλίγον. Ἰδόντες δὲ οἱ Ἕλληνες καὶ πρὸ πάντων οἱ ἄτακτοι, ὅτι ὁ δρόμος ἦτον διὰ τῆς πεδιάδος, καὶ φοβηθέντες μὴ ἀπαντηθῶσιν ἀπὸ ἐχθρικὸν ἱππικόν, ἢ ἀποτυχόντες τοῦ ἐπιχειρήματος καταδιωχθῶσι, δὲν ἠθέλησαν νὰ προχωρήσωσι· καὶ μέρος μὲν ἐκ τῶν ἀτάκτων ἀντέτεινε φανερά, μέρος δὲ ἐκρύπτετο καθ’ ὁδόν, ὥστε ὁ Φαβιέρος, ἀφ’ οὗ ἐπροχώρησεν ὀλίγον καὶ εἶδεν ὅτι ὅσον προώδευε τὸ στράτευμα, τόσον ὠλιγόστευε, ἀπελπισθεὶς τοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ τὸν σκοπόν του εἰς ἔκβασιν, διώρισε τοὺς Ἕλληνας νὰ ὀπισθοδρομήσωσι, καὶ οὕτως οἱ μὲν μετὰ τοῦ Καλλέργη καὶ Στέφου ἐπέστρεψαν πάλιν εἰς Ἐλευσῖνα, τὸ δὲ τακτικὸν μετὰ τοῦ Φαβιέρου μετέβη καὶ ἐστάθη εἰς Μέγαρα. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἐπιθυμῶν νὰ κάμῃ βασιμωτέραν τὴν εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα ἐκστρατείαν του, ὥστε νὰ ἐλπίζῃ πιθανώτερον περὶ τῆς ἐπιτυχίας της, ἐπρόβαλεν εἰς τὸν Φαβιέρον νὰ συνακολουθήσῃ μετὰ τοῦ τακτικοῦ. Ἀλλ’ αὐτός, ἐνῷ ὑπεσχέθη κατ’ ἀρχάς, ὕστερον ἠρνήθη εἴτε διὰ τὴν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Καραϊσκάκη δυσαρέσκειαν, εἴτε πεισθεὶς εἰς τοὺς Σουλιώτας ἀρχηγούς, ἢ τελευταῖον διότι ἐνόμιζε δύσκολον τὴν διατήρησιν τῶν τακτικῶν εἰς ἐπαρχίας ἐν μέρει μὲν ἐρήμους, ἐν μέρει δὲ συμπραττούσας μετὰ τῶν ἐχθρῶν. Ὁ Καραϊσκάκης ἐλυπήθη διὰ τὴν ἄρνησιν· μ’ ὅλον τοῦτο ἀπεφάσισε νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν τὸ περὶ τῆς ἐκστρατείας ταύτης σχέδιον καὶ χωρὶς τὴν σύμπραξιν τοῦ τακτικοῦ. 

Ἀφ’ οὗ ὅλα τὰ τῆς ἐκστρατείας ἔγειναν ἕτοιμα, ὁ Καραϊσκάκης συνεκάλεσεν ὅλους τοὺς συγκροτοῦντας τὸ στρατόπεδον στρατηγοὺς καὶ ἀξιωματικούς, καὶ ἀφ’ οὗ μὲ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῶν διόρισε τὸν Βάσον ἀρχηγὸν τοῦ ἐν Ἐλευσῖνι στρατοπέδου, ἐπρόβαλεν εἰς τοὺς λοιπούς, ὅσοι ἔμελλον νὰ συνακολουθήσωσιν, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχωσιν εἰς τὴν ἐκστρατείαν ταύτην εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον νὰ ἔχωσι τοὺς στρατιώτας των εἰς τὴν πλέον αὐστηρὰν εὐταξίαν καὶ ὑποταγὴν· νὰ μὴ συγχωρήσωσι δὲ ἢ παραβλέψωσι κἀνὲν εἶδος καταχρήσεως· διότι ἡ εἰς τοὺς ἐχθροὺς ὑποταγὴ τῆς Ρούμελης κατὰ μέγα μέρος ἐπήγασεν ἀπὸ αὐτὰς τὰς καταχρήσεις. «Ἔπειτα (εἶπε) πῶς θέλουν ἔλθῃ μὲ ἡμᾶς οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὰς ὁποίας μέλλομεν νὰ ὑπάγωμεν, ἐὰν ἡμεῖς φερώμεθα πρὸς αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς ἰδίους Τούρκους χειρότερα;» Ἀπεδέχθησαν ὅλοι μὲ προθυμίαν τὰ λεγόμενα. Ἀλλ’ ὁ Καραϊσκάκης διὰ πλειοτέραν ἀσφάλειαν διέταξε νὰ γενῇ ἔγγραφον ὑποσχετικὸν περὶ τῆς εὐταξίας ταύτης, τὸ ὁποῖον ὑπογραφὲν ἀπ’ ὅλους τοὺς στρατηγοὺς καὶ ἀξιωματικούς, παρεδόθη εἰς χεῖρας του. Περιείχετο δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο ὅτι ὁ ἀτακτήσας θέλει παιδεύεται αὐστηρῶς ἀπὸ τὸν ἀρχηγόν, χωρὶς νὰ δύναται κἀνεὶς ἀπὸ τοὺς συμφωνήσαντας νὰ τὸν ἐξαιρέσῃ τῆς εὐθύνης, καὶ ἂν ἤθελεν ἀνήκει ἰδίως εἰς αὐτόν. Ὅλον τὸ σῶμα τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη διὰ τὴν ἐκστρατείαν ταύτην ἐσυμποσοῦτο ἀπὸ δύω χιλιάδας πεντακοσίους πολεμιστάς. Μὲ τούτους ἐπεχείρησεν ὁ Καραϊσκάκης τὸ μέγα ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Ρούμελης. 

Τὴν εἰκοστὴν πέμπτην τοῦ Ὀκτωβρίου περὶ τὸ μεσημέρι ἐκίνησεν ἀπὸ τὴν Ἐλευσῖνα τὸ στράτευμα· ἔμεινε δὲ τὴν νύκτα εἰς τὰ Κουντουριώτικα Καλύβια καὶ τὴν ἐρχομένην ἡμέραν μετέβη εἰς Κάζαν, ὅπου διέμεινε καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα. Ὁ Καραϊσκάκης διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβῶς ἂν δὲν ὑπάρχωσιν εἰς κἀνὲν μέρος τῆς διαβάσεως ἐχθροί, διὰ νὰ προλάβῃ ἀφυλάκτους τοὺς εἰς Δομπραίναν καὶ νὰ προξενήσῃ, κἀμμίαν βλάβην εἰς αὐτοὺς διὰ τὸ αἰφνίδιον, ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ στείλῃ μίαν ἐμπροσθοφυλακήν. Διώρισε λοιπὸν εἰς τοῦτο τὸν Ἀλέξην Γαρδικιώτην Γρίβαν, ὅστις λαβὼν τριακοσίους περίπου στρατιώτας ἐκίνησεν ὀλίγον μετὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου πρὸς τὴν Δομπραίναν. Μόλις ὅμως ἐμβῆκεν εἰς τὸν δρόμον καὶ ἤρχισε ραγδαιοτάτη βροχή, ἡ ὁποῖα δὲν ἄφησε νὰ τελεσφορήσῃ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα. Οἱ στρατιῶται διὰ τὸ βαθὺ τῆς νυκτὸς σκότος καὶ διὰ τὴν βροχὴν ἀπεπλανήθησαν καὶ διεσκορπίσθησαν, καὶ μόλις ἓν σῶμα ἀπὸ τριάκοντα μόνον ἔφθασε πλησίον εἰς τὴν Δομπραίναν καὶ τοποθετηθὲν εἰς ἕνα ἀντικρὺ αὐτῆς λόφον ἐπαρατηροῦσε τὰ κινήματα τῶν ἐχθρῶν· ἀλλὰ χωρικοί τινες ἐργαζόμενοι εἰς τὴν παρακειμένην πεδιάδα, ἰδόντες αὐτοὺς καὶ νομίσαντες ὅτι ἦλθον νὰ λαφυραγωγήσωσιν, ὡς καὶ ἄλλοτε συνέβαινεν, ἀνήγγειλαν τὸ πρᾶγμα εἰς τοὺς ἐχθρούς. Αὐτοὶ δὲ ἔπεμψαν ἀμέσως τριάκοντα ἱππεῖς διὰ νὰ προφυλάξωσι τὰ ζῷά των καὶ τὰ τῶν κατοίκων καὶ νὰ καταδιώξωσι τοὺς Ἕλληνας. Ἐνῷ ἐπροχώρουν οἱ ἱππεῖς οὗτοι πρὸς τὸν λόφον, ἀπαντῶσιν ἕνα στρατιώτην Βούλγαρον ἀπὸ τὴν ἐμπροσθοφυλακὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος, ὁ ὁποῖος ἐπροχώρει μόνος πρὸς τὴν Δομπραίναν, νομίζων ὅτι οἱ φαινόμενοι ἱππεῖς ἦσαν Ἕλληνες. Οἱ ἐχθροὶ συλλαβόντες αὐτὸν ζῶντα ἔμαθον ὅτι ἤρχετο κατ’ αὐτῶν ὁ Καραϊσκάκης, καὶ ἀμέσως ἐπιστρέψαντες ὠχυρώνοντο εἰς τοὺς πύργους καὶ εἰς τὰς δυνατωτέρας οἰκίας τοῦ χωρίου. 

Ὀλίγον πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου ἔφθασεν ὁ Καραϊσκάκης εἰς Δομπραίναν καὶ ἀμέσως προσέβαλεν εἰς τὸ χωρίον μὲ ὅσους ἔτυχε νὰ φθάσωσι συγχρόνως μὲ αὐτόν· οἱ δὲ λοιποὶ Ἕλληνες, φθάνοντες ἀνὰ σώματα (ἐπειδὴ ἀπὸ τὰς βροχὰς καὶ τὸ μάκρος τῆς ὁδοιπορίας εἶχον διακοπῆ καθ’ ὁδὸν) ἐρρίπτοντο ἀμέσως κατὰ τῶν ἐχθρῶν· τέλος περικυκλώσαντες πανταχόθεν τὸ χωρίον καὶ ἐφορμήσαντες τὸ ἐκυρίευσαν, ἐκτὸς τῶν τριῶν πύργων καὶ τῶν περὶ τὸ μέσον τοῦ χωρίου τεσσάρων ἢ πέντε οἰκιῶν, ὅπου κατέφυγον οἱ ἐχθροὶ καί τινες τῶν οἰκογενειῶν, ὅσαι ἢ ἐπρόκριναν νὰ μείνωσι μετὰ τῶν ἐχθρῶν, ἢ δὲν ἐδυνήθησαν νὰ φύγωσιν, ὅταν ἔφυγον καὶ οἱ λοιποὶ κάτοικοι τοῦ χωρίου. Ἐκυρίευσαν οἱ Ἕλληνες ἕως τριάκοντα ἵππους πολεμιστηρίους καί τινα φορτηγά, τὰ ὁποῖα μετεκόμιζον τὰ ἐφόδια τῶν ἐχθρῶν. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἐπροσπάθησε νὰ πείσῃ τοὺς Ἕλληνας νὰ μείνωσιν εἰς Δομπραίναν διὰ νὰ φυλάξωσι πολιορκημένους τοὺς ἐχθρούς, ἀλλ’ αὐτοί, μὴ ὄντες εἰς κατάστασιν ν’ ἀγρυπνήσωσι διὰ τὴν ἐκ τῆς μακρᾶς ὁδοιπορίας κακοπάθειαν, δὲν ἐπείσθησαν, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἐλαφυραγώγησαν τὸ χωρίον, μετέβησαν τὴν νύκτα εἰς Κακόσι. Οἱ ἐχθροὶ λοιπὸν μείναντες τὴν νύκτα ἐκείνην ἀφύλακτοι ὠχυρώθησαν καλήτερον καὶ ἔστειλαν εἰς τὰ πλησιέστερα ἐχθρικὰ στρατόπεδα διὰ νὰ πέμψωσι βοηθείας ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Εἰς τὴν συμπλοκὴν ταύτην ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἐφονεύθη εἷς καὶ ἐπληγώθησαν πέντε· ἀσήμαντος πρέπει νὰ ἐστάθη καὶ ἡ ζημία τῶν ἐχθρῶν· διότι ἐπολεμοῦσαν ἀπὸ τὰς οἰκίας. 

Τὴν ἐρχομένην ἡμέραν εἰσῆλθον πάλιν οἱ Ἕλληνες εἰς τὰς οἰκίας τῆς Δομπραίνας καὶ ἐπολέμουν τοὺς ἐχθρούς, ἀλλ’ αὐτοὶ ὀχυρωθέντες τὴν νύκτα καὶ ἐπελπίζοντες εἰς τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθησαν βοηθείας, ἐπέμενον μὲ τολμηρότητα. Ὁ Καραϊσκάκης ὑποπτεύων ὅτι ἔμελλον νὰ φθάσωσιν ὀγλήγορα ἐχθρικαὶ βοήθειαι, ἔβαλε σκοπιὰς εἰς ὅλους τοὺς δρόμους τοὺς φέροντας πρὸς τὴν Δομπραίναν καὶ ἀμέσως τοῦ ἀνήγγειλαν ὅτι ἑκατὸν περίπου ἱππεῖς ἤρχοντο ἀπὸ τὸ ἐν Θήβαις στρατόπεδον. Τρέχει αὐτοπροσώπως ὁ ἴδιος μετά τινων πεζῶν καὶ ὀλίγων ἐφίππων καὶ προκαταλαβὼν ἓν μέρος ὅπου ἐστένευεν ἀρκετὰ ὁ δρόμος, ἐκτύπησεν, ὠπισθοδρόμησε καὶ ἐδίωξεν εἰς τὰ ὀπίσω τοὺς ἐχθρούς, ἀφ’ οὗ τοὺς ἐπροξένησεν ἱκανὴν ζημίαν. 

Ἐπιθυμῶν δὲ ὁ Καραϊσκάκης νὰ ἐξώσῃ τοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ τὴν Δομπραίναν ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερα, διὰ νὰ μὴν καταφθάσωσι νέαι βοήθειαι καὶ τοὺς ἐνδυναμώσωσι περισσότερον, διέταξε καὶ μετεκόμισαν ἓν κανόνιον ἀπὸ τὴν εἰς τὸν λιμένα Δομπραίνης εὑρισκομένην Ἑλληνικὴν γολέτταν , ἀλλ’ ἡ βλάβη τὴν ὁποίαν καὶ δι’ αὐτοῦ ἐπροξενοῦσεν εἰς τοὺς ἐχθροὺς ἦτον ἀσήμαντος, διότι οἱ πύργοι, πρὸς τοὺς ὁποίους διευθύνετο, ἦσαν δυνατῆς κατασκευῆς καὶ ἐχρειάζοντο πολλαὶ καὶ ἀλλεπάλληλοι βολαὶ διὰ νὰ ἐξασθενήσῃ ἢ νὰ κατεδαφισθῇ μέρος αὐτῶν. Ὁ Καραϊσκάκης μ’ ὅλον τοῦτο εἶχε δώσει διαταγὴν νὰ κανονοβολῶσι καθ’ ἡμέραν μεταφέροντες τὸ κανόνιον πλησίον εἰς τὸ χωρίον, διὰ νὰ ἔχωσιν ἐνασχόλησιν τρόπον τινὰ καὶ ἐμψύχωσιν οἱ στρατιῶται καὶ διότι ἡ εἴδησις, τοῦ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν στρατόπεδον εἶναι προμηθευμένον καὶ μὲ κανόνια, ἠδύνατο νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ὑπὸ τὸν ἐχθρὸν Ἕλληνας, ἐπειδὴ ἐβεβαιόνοντο τρόπον τινὰ ὅτι οἱ περὶ τὸν Καραϊσκάκην δὲν ἦλθον διὰ νὰ λαφυραγωγήσωσι καὶ νὰ φύγωσιν. 

Ἐνῷ δὲ μίαν ἡμέραν ἐτοποθέτησαν τὸ κανόνιον εἴς τινα θέσιν μόλις ἀπέχουσαν ὡς βολὴν τουφεκίου ἀπὸ τὸν εἰς τὸ κέντρον τοῦ χωρίου πύργον καὶ πλῆθος στρατιωτῶν συνέρρευσεν εἰς τὴν θέσιν ταύτην καὶ εἰς τὰς ἀκρινὰς τοῦ χωρίου οἰκίας, συμβαίνει μία ραγδαιοτάτη βροχὴ συντροφευμένη μὲ σφοδρότατον ἄνεμον, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τοὺς στρατιώτας νὰ μεταβῶσι κατ’ ὀλίγους εἰς τὰς κατοικίας των. Ὁ Καραϊσκάκης, ἂν καὶ δὲν ἦτον εἰς τὸ μέρος ὅπου ἐγένετο ἡ συμπλοκή, ὑπώπτευσεν ὅμως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ τῷ ὄντι εἶχε συμβῆ καὶ ἔδραμε διὰ νὰ φροντίσῃ νὰ μετακομισθῇ τὸ κανόνιον εἰς τόπον ἀσφαλῆ. Ἕως νὰ φθάσῃ εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἦτον τὸ κανόνιον, ὀλίγοι στρατιῶται διέμειναν, οἱ λοιποὶ εἶχον ἤδη φθάσει εἰς Κακόσι, ἀπ’ ὅσους δὲ ἀπαντοῦσε καθ’ ὁδὸν ἐκεῖνοι μόνον ἐπέστρεφον, ὅσοι τὸν ἐντρέποντο καὶ εἶχον φιλοτιμίαν. Ἔπιασε καὶ μόνος του τὸ σχοινίον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσύρετο τὸ κανόνιον, ἔφθασε καὶ ὁ Νικήτας καὶ ἄλλοι τινὲς ἀξιωματικοὶ καὶ οὕτω τὸ μετεκόμιζον εἰς τὸ στρατόπεδον. Ἐνῷ ἐγίνοντο ταῦτα, ἀναγγέλλουσιν εἰς τὸν Καραϊσκάκην ὅτι ἓν σῶμα Ἑλλήνων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπάγει εἰς τὰ ἀμπέλια τῆς Δομπραίνας, ἐπερικυκλώθη ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ εἶναι εἰς μέγιστον κίνδυνον. Ἀφιερώνει ἀμέσως εἰς τὸν Νικήταν καὶ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικοὺς τὴν φροντίδα τῆς μετακομίσεως τοῦ κανονίου καὶ αὐτὸς διευθύνεται πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦσαν οἱ κινδυνεύοντες μὲ μόνον ἕνα ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτας του καὶ ἕνα ἐθελοντήν, ἀφ’ οὗ ὅμως ἐμήνυσε νὰ ἐξέλθωσι καὶ ἄλλοι στρατιῶται ἀπὸ τὸ χωρίον. Ἀλλὰ μόλις ἐπροχώρησεν ὀλίγον καὶ ἀπαντᾷ ἐρχομένους τοὺς Ἕλληνας, εἰς βοήθειαν τῶν ὁποίων ἐπήγαινεν. 

Ἐνῷ ἐπέστρεφεν ὁ Καραϊσκάκης εἰς τὴν κατοικίαν του καταβεβαρημένος ἀπὸ τὴν βροχήν, ἀπὸ τὴν λάσπην καὶ ἀπὸ τὸν κόπον, ἰδὼν πλησίον του τὸν ἐθελοντήν, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζεν ὅτι διὰ περιέργειαν καὶ φιλοτιμίαν ἐξέθεσε τὸν ἑαυτόν του εἰς τοὺς κόπους καὶ τοὺς κινδύνους τῆς ἐκστρατείας· «Βλέπεις (λέγει πρὸς αὐτὸν) εἰς ποῖα βάσανα εἴμεθα ὑποκείμενοι; καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ποῖος μᾶς τὸ γνωρίζει; — Ἂν κατὰ τὸ παρὸν (ἀπεκρίθη ὁ νέος) τὰ πάθη δὲν ἀφίνουν νὰ γνωρισθῶσιν αἱ ἐκδουλεύσεις καὶ οἱ ἀγῶνες σου, δὲν πρέπει ν’ ἀπελπισθῇς. Θέλει ἔλθει καιρὸς νὰ γνωρίσωσι τὴν ἀξίαν ἑκάστου καὶ ν’ ἀποδώσωσι τὸν ἀνήκοντα ἔπαινον καὶ τὴν δικαίαν ἀμοιβήν. — Γράφε κἂν (ἐπανέλαβεν ὁ Καραϊσκάκης) γράφε ὅ,τι βλέπεις καὶ τοῦτο θέλει εἶναι ἀρκετὴ ἀνταμοιβὴ δι’ ἡμᾶς.[»] 

Τὸ φθάσιμον τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων εἰς Δομπραίναν ἔγεινεν ἀμέσως γνωστὸν εἰς ὅλας τὰς πέριξ ἐπαρχίας, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι δὲν ἐτόλμησαν νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα, ὑποπτεύοντες μήπως ἡ ἐκστρατεία εἶναι προσωρινὴ καὶ μόνον διὰ λαφυραγωγίαν. Ταύτην τὴν ἀτολμίαν βλέπων καὶ ὁ Ρούκης ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκην νὰ στείλῃ εἰς αὐτὸν στρατιωτικήν τινα δύναμιν, διὰ νὰ ἐμψυχώσῃ τοὺς κατοίκους καὶ νὰ τοὺς κινήσῃ πάλιν εἰς πόλεμον κατὰ τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Καραϊσκάκης πεπεισμένος καὶ ὁ ἴδιος διὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀπέστειλε τὸν Γαρδικιώτην Γρίβαν καὶ Νάκον Πανουργιᾶ μὲ περίπου τετρακοσίους στρατιώτας, γράψας καὶ πρὸς τὸν Δυοβουνιώτην καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς ἀρχηγοὺς τῶν ὅπλων νὰ λάβωσι προθύμως μετοχὴν εἰς τὸν παρόντα κρίσιμον ἀγῶνα. 

Διεδόθη καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον ἡ εἴδησις τῆς εἰς Δομπραίναν ἀφίξεως καὶ στρατοπεδεύσεως τοῦ Καραϊσκάκη καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους Στερεοελλαδίτας συσσωματούμενοι ἤρχοντο εἰς βοήθειάν του. Ἡ προθυμία τῆς εἰς Ρούμελην ἐκστρατείας ἀνεφάνη καὶ εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τῶν Σουλιωτῶν ἀρχηγῶν στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἤρχισαν ἤδη καὶ ν’ ἀποσπῶνται, ὅταν καὶ οἱ ἴδιοι ἀρχηγοί των ἀπεφάσισαν νὰ μεταβῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς Δομπραίναν καὶ νὰ συμμεθέξωσιν εἰς τὸν ἱερὸν τοῦτον ἀγῶνα. Μόνον ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τούτους ὁ Κώστας Μπότζαρης καὶ Κῆτζος Τσαβέλας δὲν ὡδήγησαν αὐτοπροσώπως τὰ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν των σώματα εἰς ταύτην τὴν ἐκστρατείαν εἴτε διὰ νὰ μὴν ἀναγνωρίσωσι μὲ τὴν πρᾶξιν ἀρχηγὸν τὸν Καραϊσκάκην, εἴτε διότι εἶχον σκοπὸν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν τότε συγκροτουμένην Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. 

Οἱ κάτοικοι τῶν πέριξ ἐπαρχιῶν ἂν καὶ ἔβλεπον ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν στρατόπεδον ηὔξανεν ὁλοὲν καὶ ἡ ἐκστρατεία αὕτη ἀποκατεστήνετο σημαντικοτάτη διὰ τὴν εἰς Βιτιρνίτζαν διάβασιν τοῦ Δ. Μακρῆ καὶ Γ. Δράκου καὶ διὰ τὴν εἰς Ταλάντι ἀπόβασιν τῶν Ὀλυμπιακῶν στρατευμάτων, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐτόλμων νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα κατὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ νὰ συμπράξωσι μὲ τὸν Καραϊσκάκην. Ὡς καὶ αὐτὰ τὰ περὶ τὸ στρατόπεδον χωρία, μ’ ὅλον ὅτι δὲν ἦσαν πλησίον Τοῦρκοι, δὲν ἐτόλμησαν νὰ κινηθῶσιν, ἀλλ’ ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκην δύναμιν. Ὁ Καραϊσκάκης ἀφ’ οὗ ἐνεθάρρυνε τοὺς ἀπεσταλμένους των, ἔστειλεν εἰς βοήθειάν των τὸν Ἀντώνιον Κοντοσόπουλον καὶ Γιαννάκην ἀδελφὸν τοῦ Ὀδυσσέως μὲ διακοσίους περίπου στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν ἀμέσως κ’ ἐτοποθετήθησαν εἰς τὰ χωρία Ζαγαρᾶ καὶ Κουτουμουλᾶ. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων θέλοντες νὰ δείξωσιν εἰς τοὺς ἐχθρούς, (μετὰ τῶν ὁποίων, φαίνεται, συνεννοοῦντο) ὅτι ἐξ ἀνάγκης ἐδέχθησαν τοὺς Ἕλληνας, καὶ ν’ ἀποκτήσωσι μὲ τοῦτο καταφύγιον εἰς ἐναντίαν περίστασιν, εἰδοποίησαν τὸν Μουσταφάμπεην ἀρχηγὸν τῶν κατὰ τὰς ἐπαρχίας ταύτας τουρκικῶν στρατευμάτων, εὑρισκόμενον τότε εἰς Λεβαδείαν· αὐτὸς δὲ ἑτοιμασθεὶς ἐκίνησεν ἀμέσως πρὸς τὰ χωρία ταῦτα. Οἱ Ἕλληνες μὴ ἐλπίζοντες νὰ ἦναι τόσον μεγάλη ἡ ἐχθρικὴ δύναμις, ἐξαπλωθέντες εἰς τόπον περισσότερον ἀπ’ ὅσον ἦσαν ἱκανοὶ νὰ φυλάξωσι καὶ μὴ ὀχυρωθέντες καλῶς οὐδ’ εἰς αὐτόν, ἠναγκάσθησαν εἰς πρώτην ἔφοδον τῶν ἐχθρῶν νὰ τραπῶσιν εἰς φυγήν, ἥτις ἀπέβη εἰς αὐτοὺς πολλὰ ἐπιζήμιος· διότι ἐφονεύθησαν ὑπὲρ τοὺς τριάκοντα πέντε καὶ ἐσυλλήφθησαν ζῶντες μερικοί, ἐν οἷς καὶ ὁ Γιαννάκης ἀδελφὸς τοῦ Ὀδυσσέως, τὸν ὁποῖον ὅμως ἐφόνευσαν μετ’ ὀλίγον. 

Οἱ εἰς Ζαγαρᾶ πολεμήσαντες Τοῦρκοι, ὄντες ἕως ὀκτακόσιοι καὶ ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Μουσταφάμπεην, ἦλθον τὴν ἐρχομένην ἡμέραν εἰς βοήθειαν τῶν εἰς Δομπραίναν ἀποκλεισμένων. Ὁ Καραϊσκάκης μὴ γνωρίζων πόση ἦτον ἡ δύναμις αὕτη τῶν ἐχθρῶν καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτον θέσις ἁρμοδία εἰς τὸν δρόμον του διὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν διάβασίν των, διέταξε τοὺς Ἕλληνας νὰ φυλάττωσι καλῶς τὰς μεταξὺ Δομπραίνας καὶ Κακοσίου θέσεις των. Οἱ Τοῦρκοι, ἅμα ἐπλησίασαν εἰς τὸ χωρίον, χωρὶς νὰ στρατοπεδεύσωσι καὶ νὰ ἡσυχάσωσιν ὁπωσοῦν, ὥρμησαν ἀμέσως ἐναντίον σώματός τινος Ἑλλήνων ὀχυρωμένου εἰς μίαν ἐκκλησίαν, ἀπέχουσαν ὡς βολὴν τουφεκίου ἀπὸ τὰς ἀκρινὰς οἰκίας τῆς Δομπραίνας. Οἱ Ἕλληνες ὑπέμειναν τὴν ὁρμήν των, οἱ δὲ Τοῦρκοι τοποθετηθέντες ὄπισθεν τῶν πέριξ πετρῶν ἀντεπολέμουν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας στιγμὰς οἱ Ἕλληνες ἐξελθόντες ἀπὸ τοὺς προμαχῶνας των καὶ ἐφορμήσαντες κατ’ αὐτῶν τοὺς ἐδίωξαν ἕως εἰς τὰς οἰκίας καὶ ἐτοποθετήθησαν αὐτοὶ ὅπου ἦσαν οἱ Τοῦρκοι. Μετά τινα ἀντιτουφεκισμόν, ἐπειδὴ ὁ στρατηγὸς Νικήτας ἐσηκώθη διὰ νὰ ἐφορμήσῃ πλησιέστερον κατὰ τῶν ἐχθρῶν, οἱ Ἕλληνες νομίσαντες τοῦτο σημεῖον ὀπισθοδρομήσεως, ἀμέσως ἐπέστρεψαν ὅλοι εἰς τὴν ἐκκλησίαν, οἱ δὲ Τοῦρκοι κατέλαβον πάλιν τὴν προτέραν των θέσιν. 

Ἠκολούθει ἀκόμη μὲ ζωηρότητα ἡ μάχη, ὅταν ἐφάνη ἓν σῶμα ἐχθρῶν πεζῶν καὶ ἱππέων συνιστάμενον ἀπὸ χιλίους περίπου πολεμιστὰς καὶ ἐρχόμενον ἀπὸ Ἀττικὴν εἰς βοήθειαν τῶν εἰς Δομπραίναν πολιορκουμένων. Οἱ Ἕλληνες, χωρὶς νὰ ταραχθῶσι διόλου διὰ τὴν παρουσίαν αὐτῆς τῆς σημαντικῆς ἐχθρικῆς δυνάμεως, ἐπέμειναν ἀντιμαχόμενοι εἰς τοὺς ἐχθροὺς ἕως τὴν νύκτα, ὅτε οὗτοι ἀνεχώρησαν εἰς Δομπραίναν. Τὸ ἀπὸ τὴν Ἀττικὴν ἐλθὸν στράτευμα δὲν ἔλαβε διόλου μέρος εἰς τὴν μάχην ταύτην, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοὺς Ἕλληνας νὰ συμπεράνωσιν ὅτι τὴν ἐρχομένην ἡμέραν ἔμελλε νὰ γένῃ σημαντικὴ συμπλοκή. Κἀνὲν σῶμα δὲν ἠθέλησε νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, φοβούμενον μὴν ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ δὲν δυνηθῇ πλέον νὰ λάβῃ βοήθειαν· ὁ Καραϊσκάκης λοιπὸν διέταξε τοὺς φυλάττοντας ταύτην τὴν θέσιν ν’ ἀναχωρήσωσι τὴν νύκτα, ἀφοῦ καταστρέψωσι τὰ περὶ τὴν ἐκκλησίαν ὀχυρώματα. 

Ὁ Καραϊσκάκης βλέπων ὅτι ἡ δύναμις τῶν ἐχθρῶν κατέστη σημαντικὴ καὶ ὑποθέτων ὅτι ὁ Μουσταφάμπεης, Ἀλβανὸς πολεμιστὴς καὶ φιλότιμος, ἔμελλεν ἀφεύκτως νὰ κινηθῇ κατὰ τοῦ στρατοπέδου αὐτοῦ τῶν Ἑλλήνων, διέταξε καὶ κατεσκευάσθη διὰ νυκτὸς ἓν ὀχύρωμα εἰς τὴν πλευρὰν τοῦ στρατοπέδου τὴν βλέπουσαν πρὸς Δομπραίναν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων παλαιοῦ τινος τείχους καὶ ἐσύστησε τὰς ἀναγκαίας περὶ τὸ στρατόπεδον φυλακάς. Οἱ Τοῦρκοι ὅμως οὔτε τὴν νύκτα ἐκείνην, οὔτε τὰς ἀκολούθους ἡμέρας δὲν ἔκαμαν κἀνὲν κίνημα· εὐχαριστήθησαν μόνον νὰ βάλωσι φρουρὰν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, τὴν ὁποίαν ἄφησαν οἱ Ἕλληνες, καὶ νὰ τὴν ὀχυρώσωσιν. Οἱ Ἕλληνες ἐνθαρρυνόμενοι ἀπὸ τὴν ἀκινησίαν τῶν Τούρκων, ἐξήρχοντο πολλάκις κατ’ αὐτῶν καὶ ἔδιδον αἰτίαν πολέμου, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐκινοῦντο εἰς σημαντικὴν συμπλοκήν, ἠκροβολίζοντο μόνον μακρόθεν καὶ ἐπέστρεφον εἰς τὰ ἴδια. Τελευταῖον ὁ Μουσταφάμπεης ἀφήσας ἕως ἑπτακοσίους πολεμιστὰς εἰς Δομπραίναν, παρέλαβε τὰ λοιπὰ στρατεύματα καὶ ἀνεχώρησε. 

Δὲν ἐβράδυναν πολὺ οἱ Ἕλληνες νὰ γνωρίσωσι τὴν αἰτίαν τῆς ἀπραξίας καὶ τῆς ἀπὸ Δομπραίναν ἀναχωρήσεως τῶν ἐχθρῶν. Ὁ Μουσταφάμπεης ἅμα ἔφθασεν εἰς Δομπραίναν, ἔμαθε τὴν εἰς Ταλάντι ἀπόβασιν τῶν Ὀλυμπίων, οἱ ὁποῖοι ἀπέκλεισαν στενῶς τοὺς φυλάττοντας τὰς ἀποθήκας Τούρκους. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τὸ Ταλάντι ἐφέροντο αἱ τροφαὶ καὶ εἰς τὰ λοιπὰ τουρκικὰ στρατόπεδα, ἐστοχάσθη πλέον κατεπεῖγον νὰ τρέξῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, παρὰ νὰ πολεμήσῃ τὸ στρατόπεδον τοῦ Καραϊσκάκη, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτον τόσον ἐπικίνδυνον· διότι καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιτύχῃ νὰ διώξῃ τοὺς Τούρκους ἀπὸ Δομπραίναν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ σημαντικὴν ἀλλοίωσιν εἰς τὰ τουρκικὰ πράγματα. 

Ὁ Καραϊσκάκης βλέπων ὅτι οἱ ἐχθροί, ἂν καὶ μὲ ὀλίγον ἱππικόν, ἐκυρίευον ὅλην σχεδὸν τὴν ἔμπροσθεν τῆς Δομπραίνας πεδιάδα καὶ θέλων νὰ συστείλῃ καὶ ἀπὸ τοῦτο τὸ μέρος τοὺς ἐχθρούς, διέταξε τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἀτάκτου Ἑλληνικοῦ ἱππικοῦ Χατζῆ Μιχάλην Ταλιάνον, εὑρισκόμενον εἰς Μέγαρα, νὰ μεταβῇ εἰς Δομπραίναν· καὶ αὐτὸς ὑπακούσας ἀμέσως μετέβη εἰς τὸ στρατόπεδον τὴν νύκτα τῆς ἐννάτης τοῦ Νοεμβρίου. Ὁ Καραϊσκάκης θέλων νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν ἄγνοιαν τῶν ἐχθρῶν διὰ νὰ κάμῃ κἀμμίαν βλάβην εἰς αὐτούς, διέταξε νὰ μὴν ἐβγάλωσι τοὺς ἵππους εἰς μέρη ὅπου ἦτον δυνατὸν νὰ φανῶσιν εἰς τοὺς ἐχθρούς, καὶ τὴν νύκτα τῆς ἑνδεκάτης τοῦ αὐτοῦ μηνὸς διώρισε τὸν Γιαννάκην Σουλτάνην νὰ ὑπάγῃ μὲ πεντήκοντα στρατιώτας νὰ κάμῃ ἐνέδραν εἰς τοὺς ἀμπελῶνας τῆς Δομπραίνας, ὅπου ἐσυνείθιζον νὰ πηγαίνωσι συχνὰ οἱ ἐχθροὶ διὰ σταφύλια καὶ διὰ βοσκὴν τῶν ἵππων των, καὶ ἐὰν μὲν παρουσιασθῶσιν ὀλίγοι ἐχθροί, νὰ τοὺς κτυπήσῃ προσπαθῶν νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ τὴν ἐπιστροφήν, διὰ νὰ δώσῃ αἰτίαν νὰ τρέξωσιν εἰς βοήθειάν των οἱ λοιποὶ Τοῦρκοι ἀπὸ τὴν Δομπραίναν· ἐὰν δὲ ἦναι πολλοὶ καὶ ἱππεῖς, νὰ προσποιηθῇ φυγὴν πρὸς τὸ μέρος τῆς θαλάσσης καὶ νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν πλησίον λόφον, ὅπου ὁ τόπος εἶναι ἄβατος εἰς τὸ ἱππικόν. Ὅποιον δὲ ἀπὸ τὰ δύο ταῦτα ἤθελε συμβῇ, τὸ Ἑλληνικὸν ἱππικόν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ εἶναι ἕτοιμον, ἅμα ἤθελεν ἀκούσει τοὺς πρώτους πυροβολισμούς, ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ καὶ νὰ προσπαθήσῃ ν’ ἀποκόψη τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐχθρῶν. Συγχρόνως ἔμελλε καὶ ὁ Δῆμος Τζέλιος νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὴν ἐπάνωθεν τῆς Δομπραίνας θέσιν, ὥστε ὁπόταν ἤθελεν ἰδεῖ ἐξερχομένους πολλοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ τὸ χωρίον, νὰ ἐφορμήσῃ εἰς αὐτό. 

Δύο ὥρας πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου ἐκίνησεν ὁ Γιαννάκης Σουλτάνης ἀπὸ τὸ Κακόσι καὶ μετὰ τρεῖς ὥρας συναπαντᾶται μὲ ἓν σῶμα πολεμίων, συγκείμενον ἀπὸ τριάκοντα περίπου ἱππεῖς, καὶ ἀμέσως πυροβολεῖ κατ’ αὐτῶν. Οὗτοι ὀπισθοδρομήσαντες περισσότερον βολῆς τουφεκίου, ἐστάθησαν· οἱ δὲ Ἕλληνες ἐπροσποιήθησαν φυγήν. Ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι εἴτε ὑποπτεύσαντες, εἴτε κατὰ τύχην, δὲν ἠκολούθουν κατόπι καὶ ἑπομένως δὲν ἀπεμακρύνοντο πολλὰ ἀπὸ τὸ χωρίον. Τὸ Ἑλληνικὸν ἱππικὸν ἀφ’ οὗ ματαίως ἐπρόσμενεν ἱκανὴν ὥραν διὰ ν’ ἀπομακρυνθῶσιν οἱ ἐχθροί, τελευταῖον ὥρμησεν ὁμοῦ μὲ τὸν Καραϊσκάκην κατ’ αὐτῶν· ἀκολουθεῖτο δὲ καὶ ἀπὸ τετρακοσίους περίπου πεζούς. Οἱ Τοῦρκοι μὴ ὄντες ἱκανοὶ ν’ ἀντιπαραταχθῶσιν ἐπιστρέφουσιν ἀμέσως εἰς Δομπραίναν καὶ συσσωματωθέντες μὲ τοὺς ἐκεῖθεν ἐξελθόντας πεζοὺς καὶ ἱππεῖς, ἐτοποθετήθησαν πλησίον τοῦ κάτω πύργου καὶ ἀντέκρουον τοὺς Ἕλληνας. Ὁ Καραϊσκάκης ἰδὼν ὅτι ἀκροβολιζόμενος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μὲ τοὺς Τούρκους δὲν τοὺς ἔβλαπτε τίποτε καὶ ἐπιθυμῶν νὰ τοὺς ἀποσπάσῃ τρόπον τινὰ ἀπὸ τὰς οἰκίας καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ πρὸς τὴν πεδιάδα, ἔκαμε σημεῖον εἰς τοὺς Ἕλληνας νὰ προσποιηθῶσι φυγήν· ἀλλ’ αὐτοὶ ἐκλαβόντες ὡς ἀληθῆ τὴν φυγήν, ἀντὶ νὰ ὀπισθοδρομήσωσι κατ’ ὀλίγον καὶ μὲ τάξιν, ἔφευγον βιαίως πρὸς τὸ στρατόπεδον· ὠφελούμενοι ἀπὸ τὴν ἀταξίαν ταύτην οἱ ἱππεῖς τῶν ἐχθρῶν, τρέχουσι κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἱππικοῦ, καταφθάνουσι καὶ περικυκλόνουσι τὸν Γιαννάκην Σουλτάνην, ὁ ὁποῖος ἐπιστρέψας ἀπὸ τὴν ἐνέδραν εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ μὴ θέλων νὰ μένῃ ἀργός, ἐνῷ ἐγένετο μάχη, εἶχε λάβει ἕνα ἀπὸ τοὺς τυχόντας ἵππους τοῦ Καραϊσκάκη μὴ ὄντα οὔτε ἱκανόν, οὔτε συνειθισμένον εἰς πόλεμον, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχεν ὑπάγει εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης καὶ ἑνωθῇ μὲ τὸ ἱππικόν. 

Ὁ Καραϊσκάκης εἶδεν εἰς ποῖον κίνδυνον ἐξετέθη ὁ Σουλτάνης καὶ ἀμέσως στρέφει πρῶτος τὸν ἵππον του, παρακινήσας δὲ καὶ τοὺς λοιποὺς ἱππεῖς νὰ τὸν ἀκολουθήσωσιν, ὥρμησεν εἰς βοήθειαν. Ὁ Σουλτάνης, ἂν καὶ ἐπερικυκλώθη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἂν καὶ ὁ ἵππος του δὲν ἦτον διόλου ἐπιτήδειος καὶ ἱκανὸς οὔτε διὰ πόλεμον οὔτε διὰ φυγήν, ἀντεμάχετο μ’ ὅλον τοῦτο μόνος πρὸς πολλοὺς καὶ ἀντεῖχε, μ’ ὅλον ὅτι εἶχε λάβει ἤδη τέσσαρας πληγάς. Ὁ Καραϊσκάκης καταφθάνει μὲ τὸν ὑπασπιστὴν τοῦ ἱππικοῦ καὶ μὲ τέσσαρας, ἢ πέντε τῶν εὐτολμοτέρων ἱππέων ἐπιπίπτων εἰς τοὺς ἐχθρούς, φονεύουν δύο ἐξ αὐτῶν, τρέπουν τοὺς λοιποὺς εἰς φυγὴν καὶ διασώζουν τὸν Σουλτάνην, μένοντα ἀκόμη ἐπὶ τοῦ ἵππου καὶ ἀντιμαχόμενον. Ἀλλ’ αἱ πληγαὶ ἦσαν καίριαι καὶ ὁ ἥρως οὗτος μετ’ ὀλίγας στιγμὰς ἀπέθανεν. 

Ἂν καὶ εἰς τὴν μάχην ταύτην κἀμμίαν ἄλλην ζημίαν δὲν ἔλαβον οἱ Ἕλληνες, ἐνῷ ἐπροξένησαν ὄχι ὀλίγην εἰς τοὺς ἐχθρούς, ὁ θάνατος ὅμως τοῦ Σουλτάνη ἐλύπησεν ὅλους κατάκαρδα· ὁ γενναῖος οὗτος πολεμιστής, ἐνῷ ἦτον εἷς τῶν ἀνδρειοτέρων καὶ φρονιμωτέρων πολεμικῶν τῆς Ἑλλάδος, εἶχε τὸν στολισμὸν τῆς μετριοφροσύνης, ὁ ὁποῖος, τὸν κατέστηνεν εἰς ὅλους ἀγαπητόν· ὅσον ἥσυχος ἦτον εἰς καιρὸν ἡσυχίας, τόσον ἀνησυχοῦσεν ἐν καιρῷ μάχης· δὲν ἦτον δὲ κίνδυνος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον νὰ δειλιάσῃ· ἡ ἀνδρία του ἐγνωρίσθη πρὸ πάντων εἰς τὰς κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἐφόδους ἐπὶ τῆς πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου, ὅτε καὶ ἔλαβε δύο κατὰ διαφόρους καιροὺς πληγάς. Ἀρχηγὸς τοῦ σώματος τῶν Παλαμηδιωτῶν, ἐφέρετο ἀξιολογώτατα καὶ ἠγαπᾶτο ἀπὸ ὅλους, πρὸ πάντων ὅμως ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκην, ὁ ὁποῖος ἔδειξε ζωηροτάτην λύπην διὰ τὸν θάνατόν του. Ἀπέθανε δὲ εἰς τὴν ἀρχὴν ἑνὸς λαμπροῦ σταδίου, τὸ ὁποῖον τὰ προτερήματά του καὶ αἱ περιστάσεις ἔδειχνον ὅτι τοῦ προετοίμαζον. 

Ὁ Καραϊσκάκης μαθὼν μετά τινας ἡμέρας, ὅτι οἱ εἰς Ταλάντι ἀποβάντες Ὀλύμπιοι ἐνικήθησαν κ’ ἐδιώχθησαν, ὑπώπτευσεν ὅτι ὁ Μουσταφάμπεης θέλει κινηθῆ κατὰ τοῦ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τοῦ Γαρδικιώτον Γρίβα καὶ Νάκου Πανουργιᾶ σώματος, τοποθετημένου εἰς Δίστομον καὶ Ἀράχωβαν, διὰ νὰ τὸ καταστρέψῃ καὶ οὕτω νὰ ἐπέλθῃ μὲ περισσοτέραν δύναμιν καὶ τόλμην κατὰ τοῦ Καραϊσκάκη. Διὰ νὰ προλάβῃ λοιπὸν τὸ πρᾶγμα καὶ διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ὁποίαν ἦ διαίρεσις τοῦ στρατεύματός του ἠμποροῦσε νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην, βλέπων συγχρόνως ὅτι καθήμενος εἰς Δομπραίναν, ἐνῷ δὲν ἡδύτατο νὰ καταστρέψῃ τοὺς ἐχθρούς, ἔδιδεν ὑποψίαν εἰς τοὺς κατοίκους διὰ τῆς ἀργοπορίας του ὅτι δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ προβῇ, ἐπειδὴ τελευταῖον ἐξέλιπον διόλου καὶ αἱ τροφαί, ἀπεφάσισε ν’ ἀναχωρήσῃ διὰ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸ λοιπὸν σῶμα καὶ μὲ τοὺς ἐπαναστατήσαντας στρατηγοὺς Ρούκην καὶ Δυωβουνιώτην. Τὸ ν’ ἀφήσῃ στράτευμα νὰ πολιορκῇ τὴν Δομπραίναν, τὸ ἔκρινε περιττόν· διότι οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαναστατησάντων χωρίων εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ὅθεν ἐκίνησεν ἀπὸ Κακόσι πανστρατιᾷ περὶ τὰς δύο ὥρας τῆς νυκτὸς τῆς δεκάτης τετάρτης τοῦ Νοεμβρίου, διορίσας ὥς ὀπισθοφυλακὴν τὸ ἱππικόν, μὲ τὸ ὁποῖον ἐστάθη καὶ ὁ ἴδιος, μετέβη δὲ εἰς Χώστια, ὅπου ἦσαν τοποθετημένα καὶ τὰ ὑπὸ τοὺς Σουλιώτας στρατιωτικὰ σώματα. Οἱ Τοῦρκοι δὲν ἐνόησαν διόλου τὴν ἀναχώρησιν των Ἑλλήνων, τὴν ἔμαθον δὲ ἀπὸ ἕνα τῶν ἐντοπίων χωρικῶν, ὅστις αὐτομόλησεν εἰς τοὺς ἐχθρούς· δὲν ἐτόλμησαν ὅμως νὰ καταδιώξωσιν ἐξ ὀπίσω τοὺς Ἕλληνας τὴν νύκτα, ἀλλὰ μόνον τὸ πρωῒ περὶ τὰ ξημερώματα ἐφάνη μέρος τοῦ ἱππικοῦ των περὶ τὰ Χώστια. Ὁ Καραϊσκάκης ἔπεμψεν ἀμέσως κατ’ αὐτοῦ τὸ Ἑλληνικὸν ἱππικόν, ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι, μὴ τολμήσαντες ν’ ἀντιταχθῶσιν, ὠπισθοδρόμησαν πρὸς τὴν Δομπραίναν. 

Ὁ Καραϊσκάκης μὴ ἔχων ἱκανὰς τροφὰς διὰ τὸ στρατόπεδον καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ὠφελήσῃ τοὺς στρατιώτας μὲ τὴν διαρπαγὴν τῶν ποιμνίων τῶν Στεφανικιωτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐπίμονοι εἰς τὴν τουρκολατρείαν των, συνείργησαν ἐν μέρει καὶ εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἐν Ζαγαρᾷ ἀγωνισθέντων Ἑλλήνων, διώρισεν ἑξακοσίους στρατιώτας νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ χωρίον Στεφανίκου διὰ νὰ τὸ καταστρέψωσιν, ἂν δυνηθῶσιν, εἰδὲ μή, ν’ ἁρπάσωσιν ὅλα τῶν κατοίκων τὰ ποίμνια. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην τὴν ἐκοινοποίησεν ὁ Καραϊσκάκης καὶ πρὸς τοὺς Σουλιώτας ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἐπρόβαλε νὰ πέμψωσιν ἓν μέρος ἀνάλογον· ἀλλ’ οἱ Σουλιῶται συνελθόντες εἰς τὴν οἰκίαν του ἐπαραπονέθησαν διατί νὰ κάμῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην χωρὶς νὰ συμβουλευθῇ καὶ αὐτούς, καὶ μετά τινα λογοτριβὴν περὶ τούτου ἀνενέωσαν πάλιν τῆς ἀρχηγίας τὸ πρόβλημα. 

Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος τοῦ Καραϊσκάκη ἀντέτεινον ἐπιμόνως λέγοντες, ὅτι δὲν θέλουν γνωρίσει ἄλλον ἀρχηγὸν παρὰ τὸν Καραϊσκάκην, ὥστε κατήντησαν σχεδὸν καὶ εἰς προφορικὰς ὕβρεις μετὰ τῶν Σουλιωτῶν. Ὁ Καραϊσκάκης ὅμως βλέπων ὅτι ἡ ἡμέρα προέβαινε καὶ τὸ στράτευμα δὲν ἔπρεπε νὰ χάνῃ καιρόν, ἀφ’ ἑτέρου μέρους φοβούμενος μεγαλήτερα σκάνδαλα, παρεκάλεσε τοὺς μετ’ αὐτοῦ νὰ παραχωρήσωσι, αὐτοὶ δὲ μόλις ἐπείσθησαν, ἀφ’ οὗ προεσυμφωνήθη τρόπον τινὰ ὅτι ἡ ἐξουσία τοῦ Σουλιώτου ἀρχηγοῦ θέλει περιορίζεται μόνον εἰς τὰ ὑπ’ αὐτὸν Σουλιωτικὰ σώματα, εἰς δὲ τὰ γενικὰ τοῦ στρατοπέδου θέλει συσκέπτεται μόνον μὲ τὸν Καραϊσκάκην. 

Ἀφ’ οὗ ἔγεινε δεκτὸν τὸ ζήτημα, ὁ Καραϊσκάκης ἐπρόβαλεν εἰς τοὺς Σουλιώτας νὰ κάμωσιν ἀμέσως τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀρχηγοῦ των· καὶ συνῆλθον ἐπὶ τούτῳ εἰς ἰδιαίτερον μέρος· ἀλλ’ ἀφοῦ ἱκανὴν ὥραν συνεσκέφθησαν καὶ δὲν ἐδυνήθησαν ν’ ἀποφασίσωσι τίποτε, ἀποστέλλουν δύο ἐξ αὐτῶν πρὸς τὸν Καραϊσκάκην, ὅστις ἐπρόσμενε τὴν ἀπόκρισιν, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ μόνην ἀνέβαλε καὶ τὴν ἐδικήν του ἀναχώρησιν καὶ τὸ κίνημα τῶν διορισθέντων διὰ τὴν καταδρομὴν τοῦ Στεφανίκου· τοῦ ἀναγγέλλουν δὲ ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένῃ τὴν στιγμὴν ταύτην, καθ’ ἣν ἑτοιμάζονται διὰ ν’ ἀναχωρήσωσιν· ὅταν ὅμως φθάσωσιν εἰς μέρος ἥσυχον, ὅπου θέλουν σταθῇ μερικὰς ἡμέρας, τότε θέλουν κάμει τὴν ἐκλογήν. Ὁ Καραϊσκάκης ἠγανάκτησε μεγάλως δι’ αὐτὴν τὴν ἀπόκρισιν, νομίζων ὅτι ἡ ἀναβολὴ γίνεται διὰ νέα σκάνδαλα, καὶ ἀμέσως ἐσηκώθη καὶ ἀνεχώρησε, διατάξας τοὺς περὶ αὐτὸν νὰ τὸν ἀκολουθήσωσιν· εἶπε δὲ καὶ μὲ θυμὸν πρὸς τοὺς πλησίον του, ὅτι ἡ μάχαιρα θέλει διαλύσει τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Σουλιωτῶν. 

Μὲ ὅλους τοὺς περὶ αὐτὸν ἀξιωματικοὺς μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Λάμπρου Βέϊκου, ὁ ὁποῖος ἐνομίζετο ὁ αἴτιος τούτων τῶν ταραχῶν καὶ εἰς τοῦ ὁποίου ἦσαν συναγμένοι ὅλοι οἱ Σουλιῶται ἀξιωματικοί, καὶ καθὼς ἦτον κυριευμένος ἀπὸ τὸν θυμόν, ἄρχισε νὰ ὀνειδίζῃ τοὺς Σουλιώτας ὀνομάζων παράλογα καὶ ἀντιπατριωτικὰ τὰ κινήματά των· «Ἐὰν (εἶπε) δὲν εἴχετε σκοπόν, ἢ δὲν ἠμπορούσατε νὰ κάμετε τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀρχηγοῦ σας, διατὶ νὰ τὴν προβάλετε μὲ τόσην ἐπιμονήν, ἡ ὁποία (ἂν ἤθελον ἐπιμείνει καὶ οἱ Στερεοελλαδῖται ἀξιωματικοὶ) ἤθελεν ἀποβῆ ὀλεθριωτάτη εἰς ὅλην τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ εἰς σᾶς τοὺς ἰδίους ἀκόμη; Ἀφ’ οὗ δὲ ἐκάμετε τὸ πρόβλημα καὶ ἔγεινε δεκτόν, διατὶ δὲν τὸ ἐκτελεῖτε ἀμέσως, ἀλλὰ τὸ ἀναβάλετε; Ἐκ τούτου δὲν δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ ἄλλο, εἰμὴ ὅτι δὲν ἐκινήθητε διὰ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἀρχηγίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ φέρετε σκάνδαλον εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ νὰ ματαιώσετε τὴν ἐκστρατείαν». Οἱ Σουλιῶται χωρὶς νὰ ζητήσωσι νὰ δικαιολογηθῶσι διὰ τὸ παρὸν φέρσιμόν των, ἐτράπησαν εἰς παράπονα καὶ εἰς διηγήσεις ἐκδουλεύσεων, θανάτων καὶ ζημιῶν, τὰ ὁποῖα ἔπαθον πολεμοῦντες ὑπὲρ τόπου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οἱ μὲν περὶ τὸν Καραϊσκάκην ἔμελλον ν’ ἀπολαύσωσιν ἀμέσως ὠφέλειαν, αὐτοὶ δὲ μικρὰς ἐλπίδας ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν. Ὁ Καραϊσκάκης ἀφ’ οὗ εἶδε διαφορὰν εἰς τὸν τρόπον τῶν Σουλιωτῶν καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχε τὸ πρὸ ὀλίγου ἀγέρωχον, τοὺς παρεκίνησε ν’ ἀφήσωσι κατὰ μέρος ὅλα τὰ διατρέξαντα καὶ ν’ ἀκολουθήσωσιν ὡς ἀδελφοὶ εἰς τὴν ἐκστρατείαν καὶ ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἀγῶνος κἀνεὶς δὲν θέλει μείνει ἀδικημένος. Τελευταῖον τοὺς κατέπεισε νὰ στείλωσι μέρος στρατεύματος καὶ αὐτοὶ εἰς καταδρομὴν τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον ἀνωτέρω ἀνεφέραμεν. 

Ἀφ’ οὗ τοιουτοτρόπως διελύθη καὶ αὕτη ἡ τρικυμία, τὸ στρατόπεδον μετέβη εἰς τὸ μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ νέου εἰς Δομπόν. Ὁ Καραϊσκάκης, ἐπειδὴ ἔμελλε νὰ διαβῇ τὸ στράτευμα ἀπὸ δυσχωρίας τινάς, θέλων νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ τὰ ὀπίσθια, ἀπεφάσισε καὶ ἄφησε δύναμιν εἰς τὸ μοναστήριον ἀπὸ ἑκατὸν πεντήκοντα στρατιώτας· τὴν δὲ ἑπομένην ἡμέραν ὀλίγον πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου ἀνεχώρησε καὶ ἔφθασε τὸ ἑσπέρας εἰς τὸ μοναστήριον τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ εἰς Στεῖρι [29]. Ἐν ᾧ κατεσκήνωσεν αὐτοῦ τὸ στράτευμα, ἐπέστρεψαν τινὲς τῶν στρατιωτῶν, τῶν ἐκστρατευσάντων κατὰ τοῦ χωρίου Στεφανίκου, καὶ ἀνήγγειλαν τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἐκστρατείας ταύτης, ἀπέδωκαν δὲ αὐτὴν εἰς τὴν διαφωνίαν τῶν σταλέντων ἀρχηγῶν. Οἱ λοιποὶ στρατιῶται μετέβησαν κατ’ εὐθεῖαν εἰς Δίστομον, ὅπου μετέβη τὴν ἐρχομένην ἡμέραν καὶ ὅλον τὸ λοιπὸν στρατόπεδον. 

Εἷς τοῦτο τὸ χωρίον εἶχε σκοπὸν ὁ Καραϊσκάκης ν’ ἀναπαύσῃ μερικὰς ἡμέρας τὸ στράτευμα ἀπὸ τὴν κακοπάθειαν τῆς ὁδοιπορίας, ἀλλὰ μόλις ἔφθασε καὶ τοῦ παρουσιάζεται νέων ἀγώνων στάδιον. 
Ὁ Μουσταφάμπεης διαλύσας ταχύτατα τὴν εἰς Ταλάντι ἐκστρατείαν τῶν Ὀλυμπίων, ἑνωθεὶς καὶ μὲ τὸν Κεχαγιάμπεην τοῦ Κιουταχῆ, ἁπεφάσισε νὰ διαβῇ εἰς Σάλωνα διὰ νὰ βοηθήσῃ τοὺς ἐκεῖ πολιορκουμένους ἀπὸ τὸν Γ. Δυωβουνιώτην καὶ Νάκον Πανουργιᾶ· ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ ἦλθε μὲ ὅλον τὸ στράτευμα εἰς Δαύλειαν καθ’ ἣν ἡμέραν ἔφθασαν καὶ τὰ ὑπὸ τὸν Καραϊσκάκην στρατεύματα εἰς Δίστομον. 

Ὁ Μουσταφάμπεης ἔμεινε τὴν νύκτα ταύτην εἰς τὸ ἐπάνωθεν τῆς Δαύλειας μοναστήριον ἐπονομαζόμενον τῆς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐκεῖ ὁμιλῶν μὲ τοὺς περὶ αὐτὸν ἀνέφερεν ὅτι τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἔμελλε νὰ διαβῇ ἀπὸ τὴν Ἀράχωβαν διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς Σάλωνα· ἀκούσας τοῦτο εἷς τῶν διακόνων τοῦ μοναστηρίου, εἰδήμων τῆς Ἀλβανικῆς γλώσσης, μεταβαίνει τὴν νύκτα εἰς Δίστομον καὶ τὸ ἀναγγέλλει εἰς τὸν Καραϊσκάκην. Ὀλίγον πρὸ τοῦ μεσονυκτίου ἔλαβεν ὁ Καραϊσκάκης τὴν εἴδησιν ταύτην καὶ ἀμέσως διώρισε τὸν Γαρδικιώτην Γρίβαν καὶ Γεώργιον Βάϊον μὲ πεντακοσίους στρατιώτας νὰ ὑπάγωσιν εἰς Ἀράχωβαν, νὰ προκαταλάβωσι τὰ ὀχυρώτερα μέρη αὐτῆς καὶ νὰ κτυπήσωσι τοὺς ἐχθρούς, ἂν ἐπιχειρήσωσι νὰ διαβῶσι. Συγχρόνως ἔστειλε καὶ σκοπιὰς (καραούλια) διὰ νὰ τὸν εἰδοποιήσωσι πότε καὶ πόθεν ἔμελλον νὰ διαβῶσιν οἱ ἐχθροί, διὰ νὰ κινηθῇ ἐναντίον των. 

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὸ πρωῒ οἱ ἐχθροὶ διῃρέθησαν εἰς δύω καὶ τὸ μὲν πεζικὸν διέβη διά τινος στενῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποῖα φέρει ἀπὸ τὸ μοναστήριον εἰς Ἀράχωβαν, τὸ δὲ ἱππικὸν καὶ τὰ φορτηγὰ διὰ τοῦ Ζεμενοῦ. Ἅμα ἀνήγγειλαν αἱ σκοπιαὶ τὸ κίνημα τῶν ἐχθρῶν, ὁ Καραϊσκάκης ἀπέστειλε τὸν Χριστόδουλον Χατζῆ Πέτρου νὰ ὑπάγῃ εἰς βοήθειαν τῶν προαποσταλέντων εἰς Ἀράχωβαν ἀπό τινα δρόμον διὰ τοῦ βουνοῦ τοῦ Διστόμου· αὐτὸς δὲ μετ’ ὀλίγον παραλαβὼν περίπου ὀκτακοσίους στρατιώτας χωρὶς ἀποσκευὰς ἐκίνησε πρὸς τὸν Ζεμενόν, ὅθεν εἶχον ἤδη διαβῆ οἱ ἐχθροὶ διευθυνόμενοι πρὸς Ἀράχωβαν. 

Τὸ πεζικὸν τῶν ἐχθρῶν, ἐνῷ ἐπλησίαζεν εἰς Ἀράχωβαν, εἰδοποιήθη ἀπό τινας τῶν κατοίκων ὅτι φυλάττεται τὸ χωρίον ἀπὸ στρατιώτας Ἕλληνας· μαθὸν ὅμως συγχρόνως τὴν ὀλιγότητα αὐτῶν, ἔλαβε θάρρος καὶ ὥρμησε πρὸς τὸ χωρίον. Οἱ Ἕλληνες κλεισμένοι εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ εἰς τὰς ὀχυρωτέρας οἰκίας, ἀντέκρουσαν τὴν ὁρμήν των καὶ ἐπολέμησαν τρεῖς περίπου ὥρας. Ἔμβαινον ἤδη εἰς τὴν Ἀράχωβαν καὶ οἱ διὰ Ζεμενοῦ διαβάντες Τοῦρκοι, ὅταν οἱ μὲν ὑπὸ τὸν Χριστόδουλον ἐπλησίαζον εἰς τὸ χωρίον ἀπὸ τὸ ἀντικρινὸν μέρος, ὁ δὲ Καραϊσκάκης εἶχεν ἤδη διαβῆ τὸν Ζεμενόν. Οἱ Τοῦρκοι εἴτε διότι δὲν ἤλπιζον νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοῦτο τὸ μέρος τοιαύτη Ἑλληνικὴ δύναμις, εἴτε διότι δὲν ἦσαν εἰς καλὴν τάξιν, ἐδειλίασαν. Μόλις ἀντεστάθησαν ὀλίγον εἰς τὴν πρώτην προσβολὴν τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀμέσως ἐτράπησαν εἰς φυγὴν πρὸς τὸ μέρος τῶν Σαλώνων. Ἀπαντῶσιν ὅμως καὶ ἐκεῖθεν ἐρχομένους τὸν Γ. Δυωβουνιώτην, Νάκον Πανουργιᾶν καὶ Γιαννούσην. Μὴ δυνηθέντες λοιπὸν νὰ προχωρήσωσι καὶ καταδιωκόμενοι ὄπισθεν ἀπὸ τοὺς περὶ τὸν Καραϊσκάκην, ἐστράφησαν πρὸς τὸ μέρος τοῦ Παρνασσοῦ καὶ συνῆλθον ὅλοι ὁμοῦ μὲ τὰς ἀποσκευὰς των καὶ τὰ ζῶά των εἰς ἕνα λόφον ἐπάνωθεν τῆς Ἀράχωβας, ὠχυρωμένον προχείρως πρό τινος καιροῦ παρὰ τῶν ἐντοπίων· οἱ δὲ Ἕλληνες καταλαβόντες τὰς περὶ αὐτὸ τὸ μέρος θέσεις ἔστησαν πολιορκίαν. Εἰς τὴν μάχην ταύτην ἀπὸ μὲν τοὺς Ἕλληνας δὲν ἐφονεύθη κᾀνείς, ἐπληγώθησαν ὅμως ἕξ, ἀπὸ δὲ τοὺς ἐχθροὺς ἐφονεύθησαν ἕως δέκα, ἐν οἷς καὶ εἷς εὐνοούμενος ὑπηρέτης τοῦ Μουσταφάμπεη, ἐπληγώθησαν δὲ ἕως τριάκοντα. 

Οἱ Ἕλληνες μὴ ἔχοντες ἀποσκευὰς μαζύ των καὶ ὄντες γυμνοὶ, καθὼς ἐκίνησαν ἀπὸ Δίστομον, δὲν ἠμπόρεσαν διὰ τὴν ὑπερβολικὴν ψύχραν νὰ διαμείνωσιν εἰς τὴν πολιορκίαν. Κατ’ ἀρχὰς ἐσυναλλάχθησαν, ἀλλ’ ἔπειτα μὴ δυνάμενοι ν’ ἀπαντήσωσι τὸ κρύος οὐδὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἄφησαν διόλου τὴν πολιορκίαν καὶ μετέβησαν εἰς τὰς οἰκίας τῆς Ἀράχωβας, ὅπου διενυκτέρευσαν ἄγρυπνοι, ἀπαντῶντες τὴν ὑπερβολὴν τοῦ κρύους μὲ τὰς φωτίας καὶ τὸν οἶνον . Οἱ Τοῦρκοι τὴν νύκτα ἐκείνην ἠδύναντο ν’ ἀναχωρήσωσιν ἀβλαβεῖς ἢ μὲ ὀλίγην ζημίαν πρὸς ὅποιον μέρος ἤθελον ἀποφασίσει· ἀλλ’ οἱ ἀρχηγοί των δὲν κατεδείχθησαν· ἔγραψαν δὲ εἰς ὅλα τὰ πέριξ ἐχθρικὰ στρατόπεδα καὶ εἰς τὸν ἴδιον Κιουταχῆν νὰ τοὺς πέμψωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νέας δυνάμεις διὰ νὰ διορθώσωσι τὸ συμβὰν εἰς αὐτοὺς ἀτύχημα. Πρὸ πάντων ἐπέμεινεν ὁ Κεχαγιάμπεης, ὢν φιλότιμος καὶ ἐπιστηριζόμενος εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην τοῦ Κιουταχῆ. 

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, πρὶν ἀκόμη ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος, ὁ Καραϊσκάκης ἐτοποθέτησε περὶ τοὺς ἐχθροὺς ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν τοὺς ἄφινε πλέον οὐδὲ κεφαλὴν νὰ προβάλωσιν ἔξω ἀπὸ τὸ ὀχύρωμά των. Ἀφ’ οὗ δὲ συνήχθησαν εἰς Ἀράχωβαν καὶ ὅσοι εἶχον ἀπομείνῃ εἰς Δίστομον καὶ ὅσοι ἦσαν εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Σαλώνων καὶ ἦλθε καὶ ὁ Δ. Μακρῆς μὲ τοὺς περὶ αὐτόν, ὁ Καραϊσκάκης ἀπέστειλε μέρος τοῦ στρατεύματος εἰς Ζεμενὸν καὶ μέρος εἰς τὴν ὁδὸν τὴν φέρουσαν εἰς τὸ μοναστήριον τῆς Ἱερουσαλὴμ διὰ νὰ ἐμποδίσωσι τὰς βοηθείας, αἱ ὁποῖαι ἔμελλον νὰ ἔλθωσιν εἰς τοὺς ἐχθρούς. Ἅμα ἔφθασεν εἰς τὰ διάφορα Τουρκικὰ στρατόπεδα ἡ εἴδησις τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ Μουσταφάμπεη καὶ Κεχαγιάμπεη καὶ αἱ προσκλήσεις αὐτῶν διὰ νὰ δράμωσιν εἰς βοήθειάν των, διάφορα σώματα ἐκίνησαν πρὸς Ἀράχωβαν· καὶ ἀπὸ μὲν τὸ μέρος τοῦ Ζεμενοῦ ἤρχοντο ἕως ὀκτακόσιοι Τοῦρκοι ὁδηγούμενοι ἀπό τινα Ἀμπτουλᾶν Ἀλβανόν. Οἱ φυλάττοντες τὴν διάβασιν ταύτην Ἕλληνες ἀποσυρθέντες εἰς τὰς δύω πλευράς, ἄφησαν τοὺς ἐχθροὺς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ στενόν, ἔπειτα ἐφορμήσαντες ἀπὸ τὰς δύω πλευρὰς τοὺς ἔτρεψαν εἰς φυγήν· ἐφόνευσαν ὑπὲρ τοὺς πεντήκοντα, ἥρπασαν μερικὰ φορτία καὶ τοὺς λοιποὺς κατεδίωξαν ἱκανὸν διάστημα πρὸς τὴν Δαύλειαν. Οἱ δὲ διὰ τοῦ μοναστηρίου τῆς Ἰερουσαλὴμ ἐρχόμενοι δὲν ἐτόλμησαν οὐδὲ κἂν νὰ δοκιμάσωσι τὴν διάβασιν, ἀλλ’ ἐλθόντες εἰς λόφον τινὰ ὅπου ἦτον δυνατὸν νὰ τοὺς ἰδῶσιν οἱ πολιορκούμενοι, ἐπυροβόλησαν μόνον χωρὶς νὰ προχωρήσωσιν. Ὅταν οἱ πολιορκούμενοι εἶδον τὸν πυροβολισμόν, εἴτε διότι ἦτον τοῦτο σύνθημα ἐξόδου, εἴτε διότι ἐμψυχώθησαν, ἐδοκίμασαν νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὸ περίφραγμά των πρὸς τὸ μέρος τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἀπὸ τὸ κίνημα τοῦτο τῶν ἐχθρῶν ἐταράχθησαν τινὲς τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐφύλαττον τὸ πρὸς τὸν Παρνασσὸν μέρος, καὶ ἀνακατώθησαν ὡς διὰ φυγήν. Ἀλλ’ ὁ Καραϊσκάκης δραμὼν αὐτοπροσώπως πρὸς τοῦτο τὸ μέρος, τοὺς μὲν Ἕλληνας ἐμψύχωσε, τοὺς δὲ πολιορκουμένους ἀντέκρουσε καὶ δὲν ἄφησε νὰ ἐξέλθωσιν. Μετὰ τοῦτο διευθύνθη, ἀμέσως μέ τινας στρατιώτας πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἐπυροβόλησαν οἱ ἐχθροί, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ καὶ τούτων τὴν ὁρμήν· ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ προχωρήσωσι. 

Οἱ Τοῦρκοι στενοχωρούμενοι μεγάλως ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν νεροῦ καὶ τροφῶν, ἀπελπισθέντες τοῦ νὰ λάβωσι βοήθειαν ἀπὸ τὰ πλησίον στρατόπεδα, ἐπρόβαλον εἰς τὸν Καραϊσκάκην νὰ τοὺς συγχωρήσῃ τὴν ἔξοδον. Αὐτὸς ἐδέχθη μὲν τὸ πρόβλημα τοῦτο, ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ παραδοθῶσιν εἰς αὐτὸν αἱ πόλεις Λεβαδείας καὶ Σαλώνων καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐκτελέσεως νὰ μείνωσιν ἐνέχυρα εἰς αὐτὸν οἱ δύο ἀρχηγοὶ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατεύματος, ὁ Μουσταφάμπεης καὶ ὁ Κεχαγιάμπεης. Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Τούρκων ἐλπίζοντες ἀκόμη εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ Κιουταχῆ δὲν ἐδέχθησαν τοῦτο τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλως δὲν ἐσυμβιβάζετο μὲ τὴν φιλοτιμίαν των καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς αὐλῆς των. 

Ἀλλ’ ἡ προσδοκωμένη βοήθεια τοῦ Κιουταχῆ δὲν ἐφαίνετο καὶ ὁ καιρὸς προχωρῶν κατέσταινεν ἀφορήτους τὰς ἐλλείψεις των· τὸ δὲ χειρότερον, αἱ συμβᾶσαι βροχαὶ τὴν 22, 23 καὶ 24 τοῦ Νοεμβρίου καὶ ἡ παρακολουθήσασα χιὼν τοὺς ἔφεραν εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν τῆς ἀπελπισίας. Καὶ ἄλλο ὄχι μικρὸν δυστύχημα τοὺς κατετάραξε καθ’ ὑπερβολήν. Ὁ Μουσταφάμπεης περιερχόμενος καὶ ἐμψυχώνων τοὺς Τούρκους, ἐπῆγεν εἰς ἓν μέρος, τὸ ὁποῖον ἐκτυπᾶτο συνεχέστερον ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, καὶ διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ἐν αὐτῷ ἐκάθισε καὶ ἐτουφέκιζεν ὁ ἴδιος, ἀλλὰ μὴ προφυλαττόμενος ὅσον ἔπρεπε πληγώνεται εἰς τὴν κεφαλὴν ἀπὸ βόλι Ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐρχόμενον ἀπὸ μακρινὸν μέρος, δὲν ἐφάνη κατ’ ἀρχὰς θανατηφόρον, τὸ κρύος ὅμως καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων καὶ τῆς ἀνηκούσης περιποιήσεως τὸ κατέστησαν τοιοῦτον, ὥστε οἱ Τοῦρκοι, ἄν καὶ ὁ Κεχαγιάμπεης τοὺς ἐνεθάρρυνεν, ὅτι εἶν’ ἀδύνατον νὰ μὴν φθάσῃ βοήθεια παρὰ τοῦ Κιουταχῆ, καὶ τοὺς παρεκάλει νὰ ἐπιμείνωσιν ὀλίγον ἀκόμη εἰς τὰ δεινά, δὲν εἶχον πλέον προθυμίαν νὰ ὑπακούσωσιν· ἦτον δὲ τῷ ὄντι τρομερὰ ἡ κατάστασίς των. Περιωρισμένοι εἰς στενώτατον τόπον, τοῦ ὁποῖου τὸ ἔδαφος ἀποκατέστη λασπωδέστατον διὰ τὰς συνεχεῖς βροχὰς καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα ἦσαν κλεισμένα ὁμοῦ μὲ αὐτούς, δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι κἀνὲν εἶδος ἀναπαύσεως, οὐδὲ κἂν νὰ καθίσωσι καὶ νὰ ἐξαπλωθῶσι· στερημένοι τροφῶν, ποτῶν καὶ ξύλων, δὲν εἶχον κἀνὲν μέσον τοῦ νὰ ἀποφύγωσι τὴν ὑπερβολὴν τῆς ψύχρας, ἡ ὁποία ἀπὸ στιγμὴν εἰς στιγμὴν ἀπέβαινε σημαντικωτέρα καὶ ἐπαισθητοτέρα. Πολλῶν εἶχον ἤδη βλαφθῆ οἱ πόδες ἀπὸ τὸν παγετὸν καὶ τὴν ὑγρασίαν καὶ ὁ θάνατος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἤδη ἀρχίσει νὰ ὀλιγοστεύῃ τὸν ἀριθμόν των, παρουσιαζόμενος ὡς ἀπαραίτητος εἰς τὰ ὄμματα ἑκάστου, ἐνέπνεε τρομερὰν ἀθυμίαν. Ὅ,τι ὅμως ἐκορύφωσε τὰς δυστυχίας των ἦτον ἡ ὑπερβολικὴ χιών, ἡ ὁποία ἄρχισε νὰ πίπτῃ τὴν 24 τοῦ Νοεμβρίου καὶ τοὺς ἐπαπειλοῦσε νὰ τοὺς ἐνταφιάσῃ ζωντανούς. Τοιαῦτα δεινὰ μὴν ἠμποροῦντες πλέον νὰ ὑπομείνωσιν, ὥρμησαν εἰς φυγὴν πρὸς τὸ μοναστήριον τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἔγεινε δὲ ἡ ἀρχὴ ἀπὸ τοὺς Γκέκηδες. 

Ἡ ὑπερβολὴ τοῦ χειμῶνος, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τοὺς ἐχθροὺς νὰ ἀποφασίσωσι τὴν φυγήν, ἔκαμε καὶ τοὺς Ἕλληνας νὰ παραιτήσωσι τὰς περὶ τὸ Τουρκικὸν στρατόπεδον θέσεις των καὶ νὰ συνέλθωσιν εἰς τὰς οἰκίας τῆς Ἀράχωβας· ὀλίγοι δὲ μόνον διέμεινον ὡς φυλακή. Συνέβη δὲ πρὶν τῆς ἐξόδου τῶν ἐχθρῶν νὰ κοινοποιηθῇ ψευδῶς ὅτι ἔφυγον οἱ πολιορκούμενοι. Οἱ Ἕλληνες ἔδραμον ἀμέσως πρὸς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, ἀλλ’ ἰδόντες ὅτι οἱ ἐχθροὶ διέμεινον εἰς τὰς θέσεις των, ἐπέστρεψαν ὀπίσω εἰς τὰς κατοικίας των. Ὅταν δὲ συνέβη ἀληθῶς ἡ φυγή, πολλοὶ μὴ δίδοντες πίστιν δὲν ἐξῆλθον εἰς καταδίωξιν, μ’ ὅλον ὅτι ὁ ἴδιος Καραϊσκάκης ἐφώναξεν ἀναγγέλλων τὴν φυγὴν καὶ παρακινῶν ὀνομαστὶ τοὺς σημαντικωτέρους τοῦ στρατεύματος διὰ νὰ ἐξέλθωσιν εἰς καταδίωξιν. Ὁ Γαρδικιώτης Γρίβας καὶ ὁ Χριστόδουλος Χατζῆ Πέτρου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν φυλακὴ κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἔκαμαν τὸ κίνημα οἱ ἐχθροί, μὴ ἔχοντες περισσοτέρους τῶν τριάκοντα στρατιωτῶν, δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀπαντήσωσι τὴν ὁρμήν των. Ὑποχωρήσαντες λοιπὸν ὀλίγον κατώτερον τῆς ὁδοῦ καὶ ἀναγγείλαντες εἰς τὸν Καραϊσκάκην τὸ πρᾶγμα, ἔμειναν οὕτως, ἕως οὗ διέβη τὸ πλειότερον μέρος τῶν ἐχθρῶν. Ἔπειτα δὲ ἀφ’ οὗ συνῆλθον καὶ ἄλλοι πολλοὶ ὁμοῦ μὲ αὐτούς, ὥρμησαν εἰς τὸ μέσον τῶν ἐχθρῶν καὶ διεχώρισαν τοὺς ὄπισθεν ἐρχομένους. Καταδιώκοντες δὲ τοὺς φεύγοντας, ἐφόνευον ὄχι κατὰ σειρὰν τὸν πρῶτον ἀπαντώμενον, ἀλλ’ ὅποιον ἔβλεπον ἱκανώτερον νὰ διασωθῇ· τοὺς δὲ λοιπούς τοὺς ἄφινον θύματα τῶν ὄπισθεν ἀκολουθοῦτων Ἑλλήνων. Δὲν μετεχειρίσθησαν πυροβόλα διόλου εἰς ταύτην τὴν συμπλοκήν, διότι ἀποκατέστησαν ἄχρηστα διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς χιόνος. Δύο ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου ἔκαμαν ἀρχὴν τῆς φονικωτάτης ταύτης καταδιώξεως οἱ Ἕλληνες, ἐπέμειναν δὲ ἕως μίαν ὥραν τῆς νυκτός, καὶ τότε ἐπέστρεψαν. Ἄλλος ὅμως ἐχθρὸς σκληρότερος ἐπέπεσεν εἰς τοὺς Τούρκους τοὺς διαφυγόντας τὴν Ἑλληνικὴν μάχαιραν. Ἀδυνατισμένοι ἀπὸ τὴν κακοπάθειαν καὶ ἀποκαμωμένοι ἀπὸ τὴν βίαν τῆς φυγῆς καὶ τὸν δρόμον, μόλις ἐκάθοντο διὰ ν’ ἀναπαυθῶσι, καὶ ἀμέσως ἐπάγωναν καὶ δὲν ἦσαν πλέον ἱκανοὶ νὰ σηκωθῶσι καὶ νὰ κινηθῶσιν, ἀλλ’ ἀπέθνησκον εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον εὑρεθῆ στάσιν. 

Ὁ Καραϊσκάκης, μὴ ἀκούων κρότον πυροβόλων εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ ἐπειδὴ οἱ φυλάττοντες τὸν πρὸς τὸ μοναστήριον δρόμον εἶχον πρὸ ὀλίγου ἀναχωρήσει ἀπὸ τὰς θέσεις των διὰ τὴν ὑπερβολὴν τῆς ψύχρας, ἐνόμισεν ὅτι οἱ Τοῦρκοι διέφυγον ἀβλαβεῖς. Ἐπαρακινοῦσε μ’ ὅλον τοῦτο τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς ἀπέστελλεν εἰς τὴν καταδίωξιν· ἦτον ὅμως εἰς μεγίστην ἀθυμίαν καὶ λύπην. Τόσον δὲ παράδοξος τοῦ ἐφάνη ἡ καταστροφὴ τῶν ἐχθρῶν, ὅταν ἐπιστρέφοντες τινὲς μὲ λάφυρα τὴν ἀνήγγειλον, ὥστε ἐπῆγε καὶ ὁ ἴδιος ἀρκετὸν διάστημα διὰ νὰ ἴδῃ μὲ τὰ ἴδιά του ὄμματα ἂν τῷ ὄντι ἦτον τοιαύτη, ὁποίαν τὴν ἐπερίγραφον. Οἱ φονευθέντες ἐκείνην τὴν ἑσπέραν ἐχθροὶ ἦσαν ἕως ἑξακόσιοι, ἐπιάσθησαν δὲ καὶ πολλοὶ ζῶντες, ἀλλὰ μόλις ἕως πενῆντα ἠμπόρεσε νὰ διασώσῃ ὁ Καραϊσκάκης· οἱ λοιποὶ ὄντες βλαμμένοι εἰς τοὺς πόδας ἀπὸ τὸ ὑπερβολικὸν κρύος ἀπέθανον μετ’ ὀλίγον· ἐχάθησαν δὲ καὶ οἱ δύο ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοπέδου τῶν ἐχθρῶν, καὶ τὰς κεφαλάς των ἔφερον αἱ στρατιῶται εἰς τὸν Καραϊσκάκη εἰς πίστωσιν. Ὁ Καραϊσκάκης ἐλπίζων πάντοτε ὥς ἐνδεχομένην τὴν συμβᾶσαν καταστροφὴν τῶν ἐχθρῶν, εἶχεν ὑποσχεθῆ σημαντικὰς ἀμοιβὰς εἰς τὸν ὅστις ἤθελε δυνηθῆ νὰ συλλάβῃ ζῶντα κἀνένα ἀπὸ τοὺς δύο τούτους ἀρχηγούς, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχεν· ἐπειδὴ ὁ μὲν Κεχαγιάμπεης μὴ δυνάμενος νὰ κάμῃ γνωστὸν τὸν ἑαυτόν του εἰς τοὺς Ἕλληνας διὰ τὴν ἄγνοιαν τῆς γλώσσης των, ἐφονεύθη ὀλίγον μακρὰν ἀπὸ τὸ ὀχύρωμα τῶν Τούρκων. Ὁ δὲ Μουσταφάμπεης εἶχεν ἀποκεφαλισθῇ εἰς τὸν καιρὸν τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸν ἴδιον ἀδελφόν του, διὰ νὰ μὴν συλληφθῇ ζῶν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, μὴ ὢν εἰς κατάστασιν νὰ φύγῃ ὁμοῦ μὲ τοὺς λοιπούς· τὴν δὲ κεφαλήν του παρέδωκεν εἴς τινας τῶν οἰκείων του διὰ νὰ τὴν λάβωσι μαζή των καὶ νὰ μὴ γενῇ γνωστὸς εἰς τοὺς Ἕλληνας· ἀλλ’ αὐτοὶ μὴ δυνάμενοι, φαίνεται, νὰ τὴν διασώσωσι, τὴν ἔρριψαν καθ’ ὁδόν, ὅπου τὴν εὗρον οἱ στρατιῶται οἱ ὁποῖοι τὴν μετεκόμισαν εἰς τὸν Καραϊσκάκην.

Ἀπ’ ὅλον τὸ ἐχθρικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ὑπερέβαινε τοὺς χιλίους ὀκτακοσίους, μόλις διεσώθησαν ἕως τριακόσιοι καὶ ἐκ τούτων ὄχι ὅλοι ὑγιεῖς. Ἐκυρίευσαν δὲ οἱ Ἕλληνες εἴκοσι τρεῖς σημαίας, ὅλας τὰς ἀποσκευὰς καὶ ὅλα τὰ ζῷα τῶν ἐχθρῶν. Μ’ ὅλον ὅτι τρεῖς ἡμέρας κατὰ συνέχειαν οἱ Ἕλληνες διὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῶν λαφύρων περιήρχοντο ἐρευνῶντες εἰς τὰ μέρη ὅπου ἦτον ἐλπὶς ὅτι διεσπάρησαν οἱ ἐχθροί, πολλὰ πτώματα δὲν εὑρέθησαν, διότι ἐσκεπάσθησαν ἀπὸ τὴν χιόνα, καὶ τοῦτο ἔδωκεν αἰτίαν νὰ ὑποτεθῇ κατ’ ἀρχὰς ἡ φθορὰ τῶν ἐχθρῶν ὄχι τόσον μεγάλη, ὅσον πραγματικῶς ἦτον· ἀκολούθως ὅμως, λυομένης τῆς χιόνος καὶ ἀνακαλυπτομένων τῶν πτωμάτων, ἐγνώσθη τὸ μέγεθος τῆς φθορᾶς τῶν ἐχθρῶν. Ἀπὸ δὲ τοὺς Ἕλληνας καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς πολιορκίας καὶ τὴν ἔξοδον τῶν ἐχθρῶν ἐφονεύθησαν μόνον δώδεκα καὶ ἐπληγώθησαν ἕως εἴκοσι . 

Ὁ Καραϊσκάκης ἀφ’ οὗ διένειμεν εἰς τοὺς ἀνδραγαθήσαντας ἀναλόγους ἀμοιβὰς ὡς πρὸς τὰ ὀλίγα μέσα τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν ἐξουσίαν του, διέταξε νὰ ἐγερθῇ τρόπαιον εἰς Ἀράχωβαν ἀπὸ τὰς κεφαλὰς τῶν Τούρκων ἐν εἴδει πύργου. Τὸ ἔργον τοῦτο, λείψανον τῆς βαρβαρότητος τῶν ἠθῶν, δὲν ἔκρινε δι’ ἄλλον λόγον ἀναγκαῖον νὰ τὸ μεταχειρισθῇ, εἰμὴ νὰ κάμῃ νὰ φανῶσιν ἔνοχοι εἰς τοὺς Τούρκους οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου καὶ νὰ χάσωσι τὴν ἐλπίδα τοῦ νὰ ὑποταχθῶσι πάλιν εἰς τοὺς ἐχθρούς . Ἐπέγραψαν δὲ εἰς αὐτό· «ΤΡΟΠΑΙΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ». Εἰς τὰς δύο πλευρὰς τοῦ ἔχοντος τὴν ἐπιγραφὴν ταύτην λίθου ἐτέθησαν αἱ κεφαλαὶ τοῦ Κεχαγιάμπεη καὶ Μουσταφάμπεη. 

Μετὰ τὴν καταστροφὴν ταύτην τῶν ἐχθρῶν ἀπεφάσισε νὰ ὀχυρώσῃ τὴν Βελίτζαν μὲ στρατιωτικὴν δύναμιν ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ βλάψῃ τοὺς εἰς Δαύλειαν ἐχθροὺς καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὰ Ὀλύμπια στρατεύματα, πρὸς τὰ ὁποῖα εἶχε γράψει καὶ κατ’ εὐθεῖαν καὶ διὰ μέσου τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐπανέλθωσι πάλιν εἰς Ταλάντιον. Ἔστειλε δὲ πρῶτον τὸν Γ. Δυωβουνιώτην, Ι. Ρούκην καὶ Χ. Πεῤῥαιβὸν μὲ τριακοσίους στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι διέβησαν τὴν νύκτα πλησίον τῆς Δαύλειας, μ’ ὅλον ὅτι ἐστρατοπέδευεν εἰς αὐτὴν σημαντικὴ ἐχθρικὴ δύναμις. Ὁ δὲ Καραϊσκάκης ἀφ’ οὗ ὠχύρωσε τὸ Δίστομον, διορίσας εἰς αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ Κώστα Μπότζαρη, ὁδηγούμενον ἀπὸ τὸν Ἰωάννην Μπαϊρακτάρην, καὶ τοποθετήσας Λειβαδίτας τινὰς ὁπλαρχηγούς, ἀφ’ οὗ ἔστειλεν εἰς Σάλωνα τὴν ἀναγκαίαν πρὸς πολιορκίαν δύναμιν ὑπὸ τὸν Γεώργιον Δράκον [35], αὐτὸς μὲ ὅλον τὸ λοιπὸν στράτευμα διαβὰς ἀπὸ τὴν Ἀγόριανην καὶ Σουβάλαν μετέβη τὴν 30 Νοεμβρίου εἰς Βελίτζαν. 

Ἀπεφάσισε νὰ διατρίψῃ μερικὰς ἡμέρας αὐτόθι, πρῶτον μὲν διότι ἤλπιζε νὰ ἐπανέλθωσιν οἱ Ὀλύμπιοι, μετὰ τῶν ὁποίων ἑνούμενος ἤλπιζε νὰ ἐμποδίσῃ ὁλοτελῶς τὴν διὰ ξηρᾶς διάβασιν ἐχθρικῶν στρατευμάτων καὶ τροφῶν, καὶ δεύτερον διότι ἐπεθύμει νὰ προξενήσῃ τινὰ βλάβην εἰς τὰ διαβαίνοντα ἐκεῖθεν ἐχθρικὰ στρατεύματα. Ἀλλὰ τὸ μὲν τῆς ἐπιστροφῆς τῶν Ὀλυμπίων σχέδιον, ἂν καὶ ἐζητήθη ἐπιμόνως, δὲν ἔλαβεν ἔκβασιν, εἰ μὴ μετὰ δύω μῆνας καὶ τότε πάλιν χωρὶς καρπόν· δὲν ἀπέβη ὅμως ματαία ἡ εἰς Βελίτζαν διατριβή του, ὅσον διὰ τὸ δεύτερον ἐπειδὴ ἐκέρδησε νίκην ὄχι ἀσήμαντον. 

Τὴν πέμπτην τοῦ Δεκεμβρίου ἀνηγγέλθη ἀπὸ τὰς σκοπιὰς ὅτι ἔμελλε νὰ διαβῇ διὰ τῆς Φοντάνας ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἓν σῶμα ἐχθρῶν ὑπὸ τὸν Ὀσμάνπεην Κόρτζαν, συνιστάμενον ἀπὸ ἑπτακοσίους περίπου στρατιώτας ἐκτὸς τῶν ὑπηρετῶν καὶ τῶν ἀκολουθούντων ὡς ἔμποροι τὸ στρατόπεδον. Ὁ Καραϊσκάκης διώρισε τοὺς μὲν πεζοὺς νὰ κρυφθῶσιν εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ Τουρκοχωρίου, ὅπου ἐσυμπέραινεν ὅτι ἔμελλον νὰ διευθυνθῶσιν οἱ ἐχθροὶ διὰ νὰ μείνωσι τὴν νύκτα, τὸ δὲ ἱππικὸν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ πλάγια τῆς ὁδοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἤρχοντο οἱ ἐχθροί, ὥστε νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ τὴν ἐπιστροφήν, ὅταν ἤθελον κτυπηθῇ ἀπὸ τὰ ἔμπροσθεν. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον δὲν ἐπέτυχεν ἐντελῶς διὰ τὴν ἀνυπομονησίαν τῶν κεκρυμμένων εἰς τὰ ἐρείπια. Ἐνῷ οἱ ἐχθροὶ ἤρχοντο ἐξαπλωμένοι κατὰ μῆκος ὡς μία σειρά, καθὼς ἦτον ἑπόμενον διὰ τὴν στενότητα τῆς ὁδοῦ, μόλις ἐφάνη ἡ ἐμπροσθοφυλακή, καὶ οἱ εἰς τὸ Τουρκοχώριον Ἕλληνες ἐβγῆκαν ἀπὸ τὰς ἐνέδρας των. Οἱ προπορευόμενοι Τοῦρκοι μὴ ὄντες ἕτοιμοι διὰ πόλεμον, διότι δὲν ἤλπιζον Ἑλληνικὴν δύναμιν εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὠπισθοδρόμησαν ἀμέσως· ἀφ’ οὗ ὅμως ἑνώθησαν μὲ τοὺς ὄπισθεν ἐρχομένους καὶ συνεκεντρώθησαν ὁπωσοῦν, ἀντεστάθησαν εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ μετὰ μισῆς ὥρας συμπλοκὴν πολεμούμενοι κατὰ πρόσωπον μὲν ἀπὸ τοὺς πεζούς, εἰς τὸ πλάγιον δὲ ἀπὸ τὸ ἱππικόν, ἐτράπησαν εἰς φυγὴν πρὸς τὸ μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἤρχοντο, ἡ στενότης ὅμως τῆς ὁδοῦ καὶ οἱ Ἕλληνες ἐπιδιώκοντες δὲν τοὺς ἐσυγχώρησαν νὰ διασώσωσιν ἐκ τῶν ὀκτακοσίων φορτηγῶν, τὰ ὁποῖα ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν, εἰμὴ πολλὰ μικρὸν ἀριθμόν· ἐφονεύθησαν δὲ εἰς τὸν τόπον τῆς μάχης καὶ καθ’ ὁδὸν ἕως πεντήκοντα, ἐν οἷς καί τινες χριστιανοὶ ἀκολουθοῦντες ὡς ὑπηρέται τοὺς ἐχθρούς. 

Τὸ δυστύχημα τοῦτο τῶν Τούρκων ἀνηγγέλθη καὶ εἰς τοὺς εἰς Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας· ἀλλ’ οὗτοι μὴ πιστεύοντες ἀπέστειλαν διακοσίους περίπου ἱππεῖς διὰ νὰ παρατηρήσωσι καὶ νὰ λάβωσιν ἀκριβῆ πληροφορίαν περὶ τοῦ πράγματος. Ὁ Καραϊσκάκης ἰδὼν αὐτοὺς διευθυνομένους πρὸς τὸ Τουρκοχώριον καὶ ὑποθέτων ὅτι ἔμελλον νὰ διαβῶσι διὰ τῆς Φοντάνης, παρέλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ τινὰς τῶν ἱππέων καὶ ἕως τριακοσίους πεζοὺς καὶ μετέβη εἰς Τουρκοχώριον, ὅπου κρύψας ὅλους εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ χωρίου, τοὺς διέταξε νὰ περιμένωσιν, ἕως οὗ νὰ πλησιάσωσιν οἱ ἐχθροί. Οἱ ἐχθροὶ ὅμως ὑποπτεύσαντες, φαίνεται, δὲν ἐπλησίασαν ὁλοτελῶς, ἀλλὰ κατασκοπεύοντες τὸν τόπον καὶ περιεργαζόμενοι μακρόθεν, ἅμα ἀπήντησαν τινὰ πτώματα τῆς προλαβούσης μάχης, βεβαιωθέντες ἐξ αὐτῶν περὶ τοῦ συμβάντος καὶ φοβηθέντες, ὠπισθοδρόμησαν ἀμέσως μὲ βίαν. Οἱ Ἕλληνες ὥρμησαν καταδιώκοντες, ἄλλα δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ τοὺς φθάσωσι φεύγοντας οὕτω δρομαίως· μόλις οἱ ταχύτεροι τῶν ἱππέων καὶ πεζῶν ἐπλησίασαν καὶ ἀκροβολισθέντες ὀλίγον διελύθησαν διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν νύκτα. 

Ὁ Καραϊσκάκης βλέπων ὅτι διαμένων εἰς ταῦτα τὰ μέρη δὲν ἠδύνατο νὰ οἰκονομῇ τροφὰς διὰ τὸ στρατόπεδον καὶ ἐπειδὴ ἀπελπίσθη τοῦ νὰ ἰδῇ ἀνανεουμένην τὴν εἰς Ταλάντιον ἐκστρατείαν τῶν Ὀλυμπίων, ἀπεφάσισε νὰ μεταβῇ εἰς Νέας Πάτρας, ὅπου καὶ τροφὰς ἀφθόνους ἔμελλε νὰ εὕρῃ καὶ Τοῦρκοι ἦσαν ὀλίγοι. Ἐκτὸς τούτων ἤλπιζεν ὅτι ἡ ἐκστρατεία αὕτη ἔμελλε νὰ ἐλευθερώσῃ χωρὶς πόλεμον καὶ τὰς ἐπαρχίας τῶν Κραβάρων, Λιδωρικίου καὶ Καρπενησίου, διότι ἐπερικυκλώνοντο τρόπον τινὰ ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα. Ὅθεν ἀφήσας εἰς φύλαξιν τῆς Βελίτζας τὸν Ῥούκην, τὸν Νάκον Πανουργιᾶν καὶ τὸν Χ. Πεῤῥαιβόν, αὐτὸς μὲ ὅλον τὸ λοιπὸν στράτευμα ἐκίνησε τὴν δεκάτην τοῦ Δεκεμβρίου. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ὥρας ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ χωρίον μία ῥαγδαιοτάτη βροχὴ δὲν ἔκαμε διόλου διακοπὴν ἕως τὸ ἑσπέρας καί, τὸ χειρότερον, δὲν ὑπῆρχε κἀνὲν χωρίον, ὅπου νὰ μείνωσι τὴν νύκτα οἱ στρατιῶται καὶ νὰ λάβωσι τινὰ περιποίησιν διὰ τὸ κρύος καὶ τὸν κόπον. Οἱ προπορευόμενοι ἐπροχώρησαν ἕως νὰ εὕρωσιν ἁρμόδιον τόπον διὰ νὰ κατασκηνώσωσιν, οἱ δὲ ὄπισθεν ἐρχόμενοι μὴ δυνάμενοι νὰ καταφθάσωσι τοὺς ἔμπροσθεν ἀπεκόπτοντο, καὶ ἡ νύκτα, ἡ ὁποία κατέλαβε τοὺς περισσοτέρους εἰς τὸν δρόμον, κατέστησε δυσκολωτέραν τὴν πορείαν. Προσέτι ὁ προκείμενος ποταμὸς τῆς Γραβιᾶς (Κηφισσός), τοῦ ὁποίου τὸ ρεῦμα εἶχεν ἤδη ἐξογκωθῇ, ὥστε ὑπερέβαινε τὰς ζώνας τῶν διαβαινόντων, ἐδυσκόλευσε μεγάλως τοὺς Ἕλληνας. Τέλος πάντων ὅμως ἐτοποθετήθησαν εἴς τινα δρυμῶνα πλησίον τοῦ ποταμοῦ καὶ ἀνάψαντες φωτίας, ἐπεριποιοῦντο ἑαυτούς. Καταγανακτησμένοι ὅμως ἀπὸ τὴν κακοπάθειαν καὶ τὸν κόπον, ἐξεθύμαινον εἰς ὕβρεις κατὰ τοῦ Καραϊσκάκη· αὐτὸς ὅμως ἐφάνη πολὺ περιποιητικώτερος καὶ φιλοφρονέστερος ἐκείνην τὴν νύκτα ἀπ’ ὅ,τι ἐκ φύσεως ἦτον, καὶ περιερχόμενος τὰς συνοικίας τῶν στρατιωτῶν τοὺς ἐνεθάρρυνε, φιλοφρονούμενος καὶ δεξιούμενος αὐτοὺς καὶ παρακινῶν καὶ συμπράττων εἰς τὸ ν’ ἀνάψωσι φωτίας· ὥστε ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀγανάκτησις ἐξαλείφθη διόλου, καὶ ἀφ’ οὗ μάλιστα ἔπαυσεν ἡ βροχὴ καὶ ἄναψαν τὰς φωτίας, ἀπέδωκαν τὴν αἰτίαν ὅπου φυσικὰ ἀνῆκε νὰ τὴν ἀποδώσωσιν, εἰς τὴν ἀχρειότητα τοῦ καιροῦ. Ἐπνίγησαν ἐκείνην τὴν νύκτα εἰς τὴν διάβασιν τοῦ ποταμοῦ δώδεκα στρατιῶται, ἀπέθανον δὲ ἀπὸ τὸ κρύος δύο, καὶ ἂν ἡ βροχὴ δὲν ἤθελε παύσει ὀγλήγορα, πολλοὶ ἤθελον ἀποθάνει ἀπὸ τὸ κρύος. 

Ὁ Καραϊσκάκης βλέπων ὅτι τὸ στράτευμα κακοπαθῆσαν τοιουτοτρόπως εἶχεν ἀνάγκην ἀναπαύσεως, ἀπεφάσισε νὰ τὸ μεταβιβάσῃ εἰς τὰ χωρία Σουβάλας καὶ Ἀγόριανης, ὅπου καὶ μετέβη τὴν ἐρχομένην ἡμέραν. Ἐνῷ δὲ διέτριβεν αὐτόθι, ἀναγγέλλεται εἰς αὐτὸν ὅτι ὁ Ὁμὲρ πασᾶς ὁ Καρυστινὸς ἑτοιμάζει ἐκστρατείαν διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς βοήθειαν τῶν εἰς Σάλωνα ἀποκλεισμένων. Ὅθεν δὲν ἐνέκρινε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ κατὰ τῶν Νέων Πατρῶν ἐπιχείρημα, ἀλλ’ ἐπέστρεψεν εἰς Ἀράχωβαν τὴν 15 τοῦ Δεκεμβρίου ὁμοῦ μὲ ὅλην τὴν στρατιάν. 

Ἡ ἑτοιμασία τῶν ἐχθρῶν ἐγίνετο βραδυτάτη, καὶ ὁ Καραϊσκάκης μὴ θέλων ν’ ἀφίνῃ ἀργὸν τὸ στράτευμα, ἀπεφάσισε νὰ μεταβῇ πρὸς τὰς ἐπαρχίας Λιδωρικίου καὶ Κραβάρων διὰ νὰ καθαρίσῃ καὶ αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ διὰ νὰ ζωοτροφήσῃ τὸ στρατόπεδον, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῇ πολὺ ἀπὸ τὰ Σάλωνα καὶ τὸ Δίστομον, ὅπου, ὅταν ἤθελε τύχει νὰ γένῃ κίνημα παρὰ τῶν ἐχθρῶν, ἐπεθύμει νὰ καταφθάσῃ εἰς βοήθειαν. Ἐπειδὴ δέ, ἂν καὶ ἔλαβεν ἀνταποκρίσεις μὲ τὸν Σεφάκαν [36] καὶ ἄλλους ἐκείνων τῶν μερῶν ὁπλαρχηγούς, ὑπώπτευε μ’ ὅλον τοῦτο ὅτι ἠμποροῦσαν νὰ ἐναντιωθῶσιν, διέταξε τὸν Δ. Μακρῆν μὲ πεντακοσίους στρατιώτας νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λιδωρικίου καὶ νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ χωρίον Γρανίτζαν, νὰ περιμείνῃ δὲ ἐκεῖ νέας διαταγάς, ἂν ἀπαντήσῃ ἀντίστασιν, νὰ συνεννοηθῇ δὲ μετὰ τοῦ Σεφάκα διὰ νὰ κινηθῶσιν ἐκ συμφώνου κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἅμα ἔφθασεν εἰς Γρανίτζαν ὁ Μακρῆς εἰδοποίησε τὸν Σεφάκαν, εὑρισκόμενον κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἰς Ἀρτοτίναν, διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ συνομιλήσωσιν· ὁ δὲ Σεφάκας ἀπεκρίθη, ὅτι ἐπειδὴ ἐξῆλθεν ἓν σῶμα ἐχθρῶν ἀπὸ Ναύπακτον καὶ ἐστρατοπέδευσεν εἰς Κλημάκι μὲ σκοπὸν νὰ προβῇ πρὸς τὰ Σάλωνα, τὰ στρατεύματα νομίζει ἀναγκαῖον νὰ διευθυνθῶσι πρὸς ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπου θέλει διευθυνθῇ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος· διὰ νὰ ἀνταμωθῶσι δὲ κρίνει ἁρμοδιώτερον τόπον τὰ Στελιώτικα Ῥουπάκια, ὅπου αὐτὸς θέλει ὑπάγει καὶ θέλει τοὺς περιμείνει. Ἐλθόντες λοιπὸν ἀμφότεροι τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἔκαμαν τὸ σχέδιον τοῦ κινήματός των, καὶ ὁ μὲν Ξύδης καὶ Καλύβας μὲ διακοσίους πεντήκοντα στρατιώτας ἐστάλησαν εἰς Κράβαρα διὰ νὰ καταδιώξωσιν ἓν ἐχθρικὸν μικρὸν σῶμα, εὑρισκόμενον εἰς Λουμπουτινά, τὸ δὲ λοιπὸν στράτευμα ἀπεφασίσθη νὰ τοποθετηθῇ εἰς Παλαιοξάρι διὰ νὰ ἀπαντήσῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐκ Ναυπάκτου ἐξελθόντων ἐχθρῶν. 

Ἀλλ’ ἐνῷ, διαλυθείσης ταύτης τῆς συνελεύσεως, οἱ μὲν περὶ τὸν Ξύδην καὶ Καλύβαν ἐκίνησαν πρὸς τὸ μέρος ὅπου διωρίσθησαν, οἱ δὲ λοιποὶ ἐμβῆκαν εἰς τὸν δρόμον τὸν πρὸς τὸ Παλαιοξάρι καὶ διέβησαν τὸν Μόρνον ποταμόν, ἀναγγέλλεται ὅτι ἔρχεται κατόπιν καὶ ὁ Καραϊσκάκης καὶ ὅτι ἐκείνην τὴν νύκτα ἔμελλε νὰ μείνῃ εἰς τὸ στενὸν τοῦ Βελούχοβου. Ὁ μὲν Σεφάκας λοιπὸν ἐγύρισε πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος διὰ νὰ προϋπαντήσῃ τὸν ἀρχηγόν, ὁ δὲ Μακρῆς μὲ τοὺς περὶ αὐτὸν μετέβη εἰς Παλαιοξάρι, ὅπου ἔφθασε καὶ ὁ Καραϊσκάκης τὴν ἐρχομένην ἡμέραν ὁμοῦ μὲ ὅλον τὸ στράτευμα καὶ τὸ ἱππικόν. 

Ἐπειδὴ δὲ οἱ περὶ τὸν Ξύδην καὶ Καλύβαν ἀνταποκριθέντες, μὲ τοὺς κατοίκους τῶν Κραβάρων καὶ τὸν τότε ἀρχηγὸν τῶν ὅπλων αὐτῶν Μακρυγιάννην, ἐπληροφορήθησαν ὅτι δὲν ἦσαν οὗτοι πρόθυμοι νὰ κινηθῶσι κατὰ τῶν Τούρκων, εἰδοποίησαν ἀμέσως τὸν Καραϊσκάκην καὶ ἐζήτησαν καὶ ἄλλην βοήθειαν διὰ νὰ βιάσωσι τρόπον τινὰ τοὺς κατοίκους, ἂν θελήσωσι νὰ ὑπερασπισθῶσι τοὺς ἐχθρούς. Ὁ Καραϊσκάκης διώρισεν ἀμέσως τὸν στρατηγὸν Μακρῆν ὁμοῦ μὲ ὅλους τοὺς σὺν αὐτῷ διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς βοήθειαν τῶν μετὰ τοῦ Ξῦδη καὶ Καλύβα. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτοὶ ἐπλησίαζον εἰς Βιτολίσταν, οἱ μετὰ τοῦ Ξύδη εἶχον ἤδη κινήσει διευθυνόμενοι εἰς Λουμπουτινάν, ὅπου ἦσαν τοποθετημένοι ἕως ὀγδοήκοντα Τοῦρκοι. Ὅταν οἱ Ἕλληνες ἐπλησίασαν εἰς τὸ χωρίον τοῦτο, οἱ Τοῦρκοι εἰδοποιηθέντες ἀπὸ τοὺς κατοίκους, ἔβγαινον ἀπὸ τὰς οἰκίας καὶ ἔφευγον πρὸς Ναύπακτον. Οἱ Ἕλληνες ἐφορμήσαντες κατ’ αὐτῶν τοὺς διέκοψαν εἰς δύω καὶ μέρος μὲν τὸ μεγαλήτερον διέφυγεν εἰς Ναύπακτον, μερικοὶ δὲ ἕως εἴκοσι ἀναγκασθέντες νὰ ὀπισθοδρομήσωσιν, ἐκλείσθησαν εἰς δύω οἰκίας. Ταῦτα μαθὼν ὁ Μακρῆς μετέβη τὴν ἐρχομένην ἡμέραν εἰς Λουμπουτινὰν καὶ περικλείσας αὐστηρῶς τοὺς ἐχθρούς, τοὺς ἠνάγκασε νὰ παραδοθῶσι καὶ ἀφοπλίσας αὐτοὺς τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὸν Γενικὸν ἀρχηγόν. 

Τὰ εἰς Λουμπουτινὰν συνελθόντα στρατεύματα διατρίψαντα αὐτόσε τρεῖς ἡμέρας, διαιρέθησαν εἰς δύω· τὸ ἓν σῶμα ὑπὸ τὸν Καλύβαν καὶ Ξύδην μετέβη εἰς Ἀμόρανην ἐναντίον ἑνὸς ἀποσπάσματος ἐχθρῶν, τὸ ὁποῖον ἔφυγεν εἰς Ναύπακτον, ἅμα εἶδεν ἐρχομένους τοὺς Ἕλληνας. Τὸ ἕτερον δὲ ὑπὸ τὸν Μακρῆν μετέβη εἰς Πλάτανον· καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ μὲν Μακρῆς μετέβη εἰς Ζυγόν, ἔχων μόνον τοὺς ἰδίους αὐτοῦ στρατιώτας, τὸ δὲ λοιπὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἦτον ὑπὸ τὸν Νικολάκην Κοντογιάννην, διευθύνθη εἰς Ἀρτοτίναν, ὅπου ἦτον διατεταγμένον νὰ περιμείνῃ νέας διαταγὰς τοῦ Ἀρχηγοῦ. 

Τὸ σῶμα τῶν εἰς Κλημάκι στρατοπεδευμένων ἐχθρῶν ἐσύγκειτο ἀπὸ χιλίους ὀκτακοσίους περίπου Τούρκους καὶ Χριστιανούς, ἐν οἷς ἦσαν καὶ ὁ Ἀνδρέας Ἴσκου, ὁ Σωτήρης Στράτος καὶ ὁ υἱὸς τοῦ γνωστοῦ διὰ τὴν τουρκολατρείαν Σαδήμα, ἐσκόπευε δὲ νὰ διαβῇ ἀπὸ τὰ Σάλωνα καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Κιουταχῆν· ἀλλ’ ὁ ἐρχομὸς τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων ἐματαίωσε τὸ σχέδιόν των. Ὁ Καραϊσκάκης δοκιμάζων τὰς δυνάμεις των ἐπροκαλεῖτο αὐτοὺς εἰς μάχην, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἐξήρχοντο ἀπὸ τὰ ὀχυρώματά των. Μὴ θέλων δὲ νὰ ἐφορμήσῃ αὐτὸς κατ’ αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ βλαφθῶσιν οἱ Ἕλληνες, καὶ ἐπειδὴ συνέβησαν πολλαὶ βροχαὶ καὶ κακοκαιρίαι, δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ κᾀνὲν κίνημα ἢ στρατήγημα, ἀλλ’ ἔμεινεν ἀργὸς εἰς τὰς θέσεις του, ἕως οὗ οἱ Τοῦρκοι ἀπελπισθέντες τοῦ νὰ δυνηθῶσι νὰ προχωρήσωσιν, ἀπεφάσισαν νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς Ναύπακτον. Ἐνῷ δὲ ἑτοιμάζοντο διὰ τὴν ἀναχώρησιν, ὁ Καραϊσκάκης ἐκινήθη μ’ ὅλον τὸ στράτευμα κατ’ αὐτῶν. Τοῦτο ἰδόντες οἱ Τοῦρκοι, οὔτε νὰ διαβῶσι τὸν Μόρνον ποταμὸν ἐτόλμησαν, φοβούμενοι τὴν καταδίωξιν τῶν Ἑλλήνων, οὔτε νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὰ ὀχυρώματά των διὰ πόλεμον, ἂν καὶ οἱ Ἕλληνες ἐπλησίαζον εἰς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐπροσκαλοῦσαν εἰς μάχην. Ἐβγῆκε μόνον τὸ ἱππικόν των κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καταδιωχθὲν ἐκρύβη καὶ αὐτὸ ὑπὸ τὰ ὀχυρώματά των. Τελευταῖον, ἐλθούσης τῆς νυκτός, χωρὶς νὰ γένῃ κᾀνὲν σημαντικὸν ἔργον [38], οἱ μὲν Ἕλληνες ἐπέστρεψαν εἰς τὰς θέσεις των, οἱ δὲ Τοῦρκοι διέβησαν τὸν ποταμόν, τὸν ὁποῖον προτάξαντες ὡς φραγμὸν κατὰ τῶν Ἑλλήνων ἐστρατοπέδευσαν. 

Ὁ Καραϊσκάκης μὴ ἔχων τροφὰς διὰ τὸ στρατόπεδον ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ἐκ τῶν δεκάτων τῆς ἐπαρχίας Λιδωρικίου γεννήματα, συναγμένα παρὰ τοῦ Σεφάκα καὶ ἐναποτεθειμένα εἰς ἀποθήκας. Ἀλλ’ ὁ Σεφάκας προβάλλων ὅτι ἐχαρίσθησαν ἀπὸ τὸν Κιουταχῆν εἰς αὐτόν, δὲν ἤθελε νὰ συγκατατεθῇ· ὁ ἀρχηγὸς ἀφ’ ἑνὸς μέρους παρουσιάζων εἰς αὐτὸν τὴν ἀνάγκην τοῦ στρατοπέδου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποδεικνύων τὴν βίαν, ἐπέμενεν ἕως οὗ τελευταῖον ὁ Σεφάκας ἔδειξεν ὅτι ἐπείσθη νὰ δώσῃ μέρος διὰ τροφὴν τοῦ στρατοπέδου. Εἰς τὴν φιλονεικίαν ταύτην ὁ Σεφάκας, ὑποθαλπόμενος ἀπὸ τοὺς Σουλιώτας, τοὺς ὁποίους ἠδυνήθη νὰ ἑλκύσῃ πρὸς τὸ μέρος του, ἐναντιώθη μὲ πολλὴν σκληρότητα εἰς τὸν Καραϊσκάκην, ὥστε εἶπον ἀμοιβαίως ὁ εἰς πρὸς τὸν ἄλλον πολλὰ σκληροὺς καὶ πειρακτικοὺς λόγους. 

Ὁ Σεφάκας ἔχων σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ ἐναντιωθῇ εἰς τὸν Καραϊσκάκην διὰ τὰ γεννήματα καὶ ἔχων ἀνάγκην ὑποστηρίξεως, ἀφ’ οὗ ματαίως ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν πολλῶν στρατηγῶν καὶ ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν μετὰ τοῦ Καραϊσκάκη, κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο ἀπὸ τοὺς Σουλιώτας ἀρχηγούς· οἱ ἀρχηγοὶ οὗτοι καὶ πρὸ πάντων ὁ Λάμπρος Βέϊκος, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὡς ψυχὴ αὐτοῦ τοῦ σώματος, ἐνηγκαλίσθησαν προθύμως τοῦ Σεφάκα τὸ πρόβλημα καὶ ἀντέστησαν προφανῶς εἰς τὸν Καραϊσκάκην. Ὁ Σεφάκας διὰ νὰ κάμῃ στερεωτέρας τὰς μετ’ αὐτῶν σχέσεις του, τοὺς ἐπροσκάλεσεν εἰς Ἁρτοτίναν, ὅπου εἶχε τὴν κατοικίαν του, καὶ παρεκάλεσε τὸν Λάμπρον Βέϊκον διὰ νὰ γένῃ ἀνάδοχος τοῦ νεογεννήτου τέκνου του. Ἐνῷ λοιπὸν αὐτοὶ ἐνησχολοῦντο εἰς ταῦτα, ὁ Καραϊσκάκης σκοπεύων νὰ μεταβῇ εἰς τὰ μέρη τῆς Λειβαδείας, ἀπεφάσισε νὰ συστήσῃ στρατόπεδα εἰς τὰ πέριξ τῆς Ναυπάκτου διὰ νὰ προφυλάξῃ τὰς ἐπαναστατημένας ἐπαρχίας. Διώρισε λοιπὸν τὸν μὲν Γιώτην Δαγκλῆν εἰς Βελβίτζενα, τὸν δὲ Γιαννούσην εἰς Παλαιοξάρι· ἔστειλε συγχρόνως καὶ τὸν Δῆμον Τζέλιον εἰς Λεσίνι διὰ νὰ πιάσῃ αὐτὴν τὴν νῆσον καὶ νὰ τὴν κάμῃ κέντρον τρόπον τινὰ τῶν κατὰ τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα κινημάτων. Αὐτὸς δὲ ἐφοδιάσας τὸ στράτευμα μὲ τροφὰς τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τοῦ Σεφάκα, ἐκίνησε διὰ τῆς ποταμιᾶς Λιδωρικίου πρὸς Μαυρολιθάρι, εἰδοποιήσας συγχρόνως καὶ τοὺς Σουλιώτας ἀρχηγοὺς διὰ νὰ συνακολουθήσωσιν. Ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἔλθωσιν ὁμοῦ μὲ αὐτόν· μετέβησαν δὲ κατ’ εὐθεῖαν εἰς Σάλωνα. 

Ὁ Καραϊσκακης ἀπεφάσισε νὰ διαβῇ πλησίον τῆς ἐπαρχίας Νέων Πατρῶν μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ τροφὰς ἀπὸ αὐτήν· εἶχε δὲ γράψει πρὸς τοὺς κατοίκους αὐτῆς, ὅτι ἂν δὲν ἤθελον προμηθεύσει τροφὰς εἰς τὸ στρατόπεδον, ἤθελε κινηθῆ κατ’ αὐτῶν. Οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ἀδύνατοι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν καὶ ἤθελεν ἐπιτύχει νὰ τοὺς διώξῃ, ἂν ἤθελε κάμει κίνημα κατ’ αὐτῶν· ἐπειδὴ ὅμως εἶχε προσκληθῇ παρὰ τῆς Διοικήσεως διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀττικήν, ὅπου ἐκινδύνευεν ἡ Ἀκρόπολις, δὲν ἔκρινε συμφέρον νὰ βραδύνῃ περιπλεκόμενος εἰς τοιοῦτον σημαντικὸν ἐπιχείρημα. Ὅθεν ἀφήσας ἕνα ἐπιστάτην εἰς Λάζον διὰ νὰ λάβῃ τὰς παρὰ τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας ταύτης διὰ συγκαταθέσεως τῶν Τούρκων ἀποστελλομένας τροφὰς καὶ νὰ τὰς ἐναποθέσῃ διὰ μελλούσας χρείας, αὐτὸς διέβη ἀπὸ τὸ Μαυρολιθάρι καὶ ἔφθασε τὴν δεκάτην ὀγδόην τοῦ ἰδίου μηνὸς εἰς Βελίτζαν. Καθ’ ὁδὸν εἶχε μάθει ὅτι οἱ εἰς Τουρκοχώριον ἐστρατοπεδευμένοι ἐχθροὶ εἶχον ἀναχωρήσει. Ὑποπτεύων λοιπὸν μήπως διὰ τῆς Γραβιᾶς ὑπάγουν εἷς βοήθειαν τῶν εἰς Σάλωνα πολιορκουμένων, ἐπετάχυνε τὴν ὁδοιπορίαν του πρὸς τὴν Γραβιάν· διαβαίνων ὅμως ἀπὸ τὸ μέρος τοῦτο ἐβεβαιώθη ὅτι οἱ ἐχθροὶ δὲν ἐπέρασαν εἰς Σάλωνα. Ὅταν τέλος ἔφθασεν εἰς Βελίτζαν, ἐβεβαιώθη θετικῶς ὅτι οἱ ἐχθροὶ ἐπῆγαν εἰς Δίστομον, ὄντες ἕως τέσσαρες χιλιάδες τὸν ἀριθμὸν καὶ ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ὁμὲρ πασᾶν. 

Ὁ Καραϊσκάκης ὑποπτεύων μήπως συμβῇ τι ἀπευκταῖον εἰς τοὺς εἰς Δίστομον, ὄντας ὀλίγους ὡς πρὸς τοιαύτην ἐχθρικὴν δύναμιν, ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγῃ εἰς βοήθειάν των ἀμέσως· ἐσχεδίασεν ὅμως νὰ πράξῃ καὶ καθ’ ὁδὸν κἀνὲν ἀξιόλογον ἔργον. Ἀπέστειλε λοιπὸν πεζοδρόμον (εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθη πλουσίαν ἀμοιβήν, ἂν ἐν καιρῷ ἐκπληρώσῃ τὰ παραγγελλόμενα) διὰ νὰ εἰδοποιήσῃ τοὺς εἰς Δίστομον Ἕλληνας ὅτι ἔμελλεν ἐκείνην τὴν νύκτα νὰ ὑπάγῃ εἰς βοήθειάν των καὶ ὅτι ἔμελλε νὰ ἐπιπέσῃ εἰς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον. Παρεκινοῦσε δὲ καὶ αὐτοὺς νὰ μένωσιν ἄγρυπνοι καὶ νὰ ἦναι ἕτοιμοι ὥστε, ἅμα ἀκούσωσι τὴν συμπλοκήν, νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὰς οἰκίας κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Περὶ τὴν δεκάτην ὥραν τῆς ἡμέρας ἐκίνησεν ἀπὸ Βελίτζαν μὲ τετρακοσίους στρατιώτας καὶ ἀξιωματικούς. Ἦσαν δὲ ὅλοι πεζοὶ κατὰ παραγγελίαν τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴν ἐννοηθῶσιν ἀπὸ τοὺς εἰς Δαύλειαν στρατοπεδεύοντας ἐχθρούς, ὅθεν ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ διαβῶσι· δὲν ἠθέλησεν οὐδὲ ὁ ἴδιος νὰ λάβῃ ἵππον, μ’ ὅλον ὅτι ὅλοι τὸν παρεκίνησαν ἐπιμόνως. Διὰ τὸ βαθὺ τῆς νυκτὸς σκότος, διὰ τὴν ἀνωμαλίαν τῶν δρόμων καὶ διὰ τὰς πολλὰς περιστροφάς, μόλις δύο ὥρας πρὶν ἐξημερώσῃ ἐπλησίασαν εἰς τὸ ἐχθρικόν στρατόπεδον, χωρὶς νὰ ἐννοηθῶσι διόλου ἀπὸ τοὺς φύλακας, καὶ ἐμβαίνουν εἰς αὐτὸ φωνάζοντες καὶ τουφεκίζοντες. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶδον νὰ γένῃ ταὐτοχρόνως κἀνὲν κίνημα καὶ ἀπὸ τοὺς εἰς Δίστομον κατὰ τὴν παραγγελίαν τοῦ Καραϊσκάκη, δὲν ἐπέμειναν εἰς μάχην, ἀλλὰ διαβάντες διὰ μέσου τῶν σκηνῶν τοῦ ἐχθροῦ τουφεκίζοντες, ἔφθασαν εἰς Δίστομον. Οἱ ἐχθροὶ δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἐξέλθωσι κατ’ αὐτῶν, περιωρίσθησαν δὲ μόνον εἰς τὸ νὰ φωνάζωσι καὶ νὰ τουφεκίζωσι ἀπὸ τὰς σκηνάς των. Ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἐφονεύθησαν μόνον δύο καὶ αἰχμαλωτίσθη εἷς, τῶν δὲ ἐχθρῶν ἡ ζημία κυρίως μὲν δὲν ἔγεινε γνωστή, πιθανολογεῖται ὅμως νὰ ἦτον ὄχι μικρά. Οἱ εἰς Δίστομον δὲν ἐκινήθησαν κατὰ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου, διότι ὁ πεζοδρόμος δὲν ὑπῆγεν ἐν καιρῷ νὰ τοὺς γνωστοποιήσῃ τὴν παραγγελίαν τοῦ Καραϊσκάκῃ· ἐλυπήθησαν μεγάλως διότι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συμπράξωσιν εἰς ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔμελλεν ἴσως νὰ ἐπιφέρῃ τὸν ὄλεθρον τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ Ὀμὲρ πασσᾶς, ἀρχηγὸς τῶν Τούρκων εἰς τὴν ἐκστρατείαν ταύτην, τόσον ἐξεπλάγη διὰ τὴν αἰφνίδιον παρουσίαν τοῦ Καραϊσκάκη καὶ διὰ τὸ τόσον τολμηρὸν τοῦτο ἐπιχείρημα, ὥστε τὴν ἑπομένην ἡμέρα τοὺς μὲν στρατιώτας, τοὺς ὄντας εἰς νυκτερινὴν φυλακήν, ἀπεκεφάλισε διότι δὲν ἐνόησαν τὴν διάβασιν τῶν Ἑλλήνων, εἰς δὲ τὰς θέσεις του ὠχυρώθη καλλίτερον καὶ συγχρόνως ἔστειλε καὶ διὰ νέαν βοήθειαν, ὡς ἀπὸ αὐτομόλους ἐγένετο φανερόν. 

Ἐνταῦθα ἂς ὀπισθοδρομήσωμεν ὀλίγον διὰ νὰ ἀναφέρωμεν τί ἔπραξεν ὁ Ὁμὲρ πασᾶς, ἅμα ἔφθασεν εἰς Δίστομον, καὶ πῶς τὸν ἀντέκρουσαν οἱ φυλάττοντες ταύτην τὴν θέσιν Ἕλληνες. Ὁ Ὁμὲρ πασᾶς διωρίσθη νὰ ὑπάγῃ νὰ λύσῃ τὴν πολιορκίαν Σαλώνων, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐτόλμα νὰ εἰσβάλῃ εἰς ταύτην τὴν ἐπαρχίαν, ἀφίνων τρόπον τινὰ εἰς τὰ ὀπίσθιά του τοὺς εἰς Δίστομον Ἕλληνας, ἀπεφάσισε νὰ κινηθῇ πρῶτον κατ’ αὐτῶν διὰ νὰ τοὺς καταστρέψῃ καὶ νὰ κάμῃ ἀσφαλῆ τὴν διάβασίν του. Ἑτοιμάσας λοιπὸν τὰς δυνάμεις του μετέβη τὴν δεκάτην ἕκτην τοῦ Ἰανουαρίου εἰς Δίστομον, πλησίον τοῦ ὁποῖου καὶ ἐστρατοπέδευσε. Θέλων δὲ νὰ δοκιμάσῃ τὰς δυνάμεις τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ ὁδηγηθῇ ἑπομένως εἰς τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ κάμῃ ἐπίθεσιν, ἔπεμψεν ἓν σῶμα πεζῶν καὶ ἱππέων διὰ νὰ ἀκροβολισθῇ μὲ αὐτούς, Ἰδὼν δὲ ὅτι αἱ δυνάμεις ἦσαν ὀλιγώταται, ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὴν ἑπομένην ἡμέραν γενικὴν εἰς τὸ χωρίον ἔφοδον. 

Ἅμα ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, ἤρχισεν ὁ κανονιοβολισμός· ἓν μέγα κανόνιον, τοποθετημένον ὀλίγον μακρύτερον βολῆς τουφεκίου ἀπὸ τὸ χωρίον, διευθύνετο ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὸν κατὰ πρόσωπον τοῦ χωρίου τότε νεωστὶ κατασκευασθέντα πύργον. Ἀφ’ οὗ ἔγεινεν ἱκανὴ βλάβη τόσον εἰς αὐτόν, καθὼς καὶ εἰς ἄλλας τινὰς οἰκίας, ἐδόθη τὸ σημεῖον τῆς ἐφόδου. Ὅλοι οἱ ἐχθροὶ ἀλαλάζοντες καὶ τουφεκίζοντες ἐπιπίπτουν εἰς τὸ χωρίον ἀπὸ τρία διάφορα μέρη· ἀπὸ μὲν τὰ δεξιὰ οἱ Ἀλβανοί, ἔχοντες ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Καρεμφίλμπεην, ἀδελφὸν τοῦ εἰς Ἀράχωβαν φονευθέντος Μουσταφάμπεη, ἀπὸ δὲ τὰ ἀριστερὰ οἱ Γκέκηδες ὑπὸ τὸν Ὀσμὰν πασᾶν, κατὰ πρόσωπον δὲ αὐτὸς ὁ Ὁμὲρ πασᾶς μὲ τοὺς Χαλντούπηδες. Ὅλοι εἰσῆλθον ταὐτοχρόνως εἰς τὸ χωρίον καὶ ἐκυρίευσαν τὰς πλειοτέρας οἰκίας, τὰς ὁποίας δὲν ἐδύναντο νὰ κατέχωσιν οἱ Ἕλληνες, ὡς ὄντες ὀλίγοι. Ἐφώρμησαν ἔπειτα καὶ εἰς ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἦσαν κλεισμένοι οἱ Ἕλληνες, ὥστε κατήντησαν εἰς μερικὰς ν’ ἀποσπῶσι τὰ ξύλα τῆς στέγης καὶ νὰ κρημνίζωσι τὰς κεραμίδας. Ἀπὸ τοὺς φυλάττοντας τὴν ἐπὶ τοῦ λόφου ἐκκλησίαν Ἕλληνας (ἐπειδὴ δὲν ἐπῆγαν κατ’ αὐτῶν ἐχθροὶ) κατέβησαν μερικοὶ πρὸς βοήθειαν τῶν πολεμούντων εἰς τὰς οἰκίας. Συνέβη ταὐτοχρόνως νὰ φονευθῇ καὶ εἷς σημαντικὸς Τοῦρκος ἀπὸ τοὺς κατὰ πρόσωπον προσβαλόντας, ὥστε εἴτε διὰ τὸ ἓν, εἴτε διὰ τὸ ἄλλο συμβεβηκὸς δειλιάσαντες οἱ ἐχθροὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν, καὶ οἱ Ἕλληνες ἐξελθόντες ἀπὸ τὰς οἰκίας τοὺς κατεδίωξαν ὀλίγα βήματα πρὸς τὸ στρατόπεδόν των· δὲν ἐπρόλαβον ὅμως νὰ φύγωσι συγχρόνως καὶ οἱ ἀπὸ τὰ δεξιὰ προσβαλόντες καὶ διὰ τοῦτο, ὡς μείναντες ὕστεροι, ἐζημιώθησαν περισσότερον ἀπὸ τοὺς λοιπούς. Περὶ τὸ ἑσπέρας ἔφθασεν ἀπὸ Σάλωνα καὶ ὁ Γεώργιος Δράκος, ὁ ὁποῖος ὁρμήσας ἀμέσως κατὰ τῶν ὑπὸ τὸν Καρεμφίλμπεην Ἀλβανῶν, τοποθετημένων ἐπὶ τοῦ πρὸς τὰ δεξιὰ τοῦ Διστόμου λόφου, τοὺς ἠνάγκασε νὰ φύγωσι καὶ νὰ τοποθετηθῶσι πλησίον τοῦ στρατοπέδου των. Εἰς ταύτην τὴν μάχην οἱ φονευμένοι τῶν ἐχθρῶν ἦσαν πολλοί, ἀλλὰ τοὺς μὲν πεσόντας εἰς τὴν ἔφοδον τοὺς ἔλαβον οἱ ἐχθροὶ καὶ τοὺς μετεκόμισαν εἰς τὸ στρατόπεδόν των, ὅσοι δὲ πεσόντες περὶ τὸ χωρίον ἐγυμνώθησαν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἦσαν ὑπὲρ τοὺς ὀγδοήκοντα· ἀπὸ δὲ τοὺς Ἕλληνας ἐφονεύθησαν δύω καὶ ἐπληγώθησαν ὀκτώ, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Νικόλαος Μπότζαρης. 

Ἀναπαυθεὶς ὀλίγον ὁ Καραϊσκάκης, ἅμα ἐφάνη ἡ ἡμέρα, περιῆλθε τὸ Ἑλληνικὸν στρατόπεδον καὶ ἐπαρατήρησε τὰς παρὰ τῶν ἐχθρῶν κατεχομένας θέσεις. Ἰδὼν δὲ ὅτι ἐπὶ τῆς κορυφῆς τινος λοφιδίου πρὸ τοῦ χωρίου ἐπροσπαθοῦσαν οἱ ἐχθροὶ νὰ κατασκευάσωσι προμαχῶνα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀποβῇ φθοροποιὸν εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἀπεφάσισε νὰ τοὺς ἀντικρούσῃ εἰς τὸν σκοπόν των καὶ νὰ ματαιώσῃ τὸ σχέδιόν των. Ὅθεν διώρισε νὰ γεμισθῶσι μὲ χῶμα μερικὰ δέρματα καὶ καλάθια καὶ ἀφ’ οὗ ἑτοιμάσθησαν, παρακινήσας τοὺς στρατιώτας, ἐπεχείρησε διὰ νυκτὸς ν’ ἀναβῇ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λοφιδίου, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον κυριεύσει ἀκόμη οἱ ἐχθροί, ὡς κτυπώμενοι ἀπὸ τὰς οἰκίας καὶ ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ Ἕλληνας. Προτάξας λοιπὸν τὰ δέρματα ταῦτα, ἀνήγειρε λιθόκτιστον πρόχειρον ὀχύρωμα μόλις τεσσαράκοντα βήματα ἀπέχον τοῦ ἐχθροῦ καὶ τοῦτο ἀσφάλισε τὸ χωρίον ἀπὸ ἕνα ὄχι μικρὸν κίνδυνον. 

Ὁ δὲ Ὀμὲρ πασᾶς πληροφορηθεὶς διὰ τῆς πείρας ὅτι δὲν ἦτον πλέον δυνατὸν νὰ κυριεύσῃ ἐξ ἐφόδου τὸ χωρίον, διέθεσε τὸ στρατόπεδόν του διὰ πολιορκίαν· ἀφ’ ἑτέρου πάλιν μέρους ὁ Καραϊσκάκης βλέπων ὅτι δι’ ἐφόδου ἢ συμπλοκῆς κατὰ πρόσωπον δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ καταστρέψῃ τοὺς ἐχθρούς, ἐστοχάσθη νὰ τοὺς ἀποκλείσῃ πιάνων τὰς δύω ὁδοὺς ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐφέροντο αἱ τροφαὶ εἰς τοὺς ἐχθρούς. Διώρισε λοιπὸν ἐπὶ τούτῳ τῷ σκοπῷ νὰ ἔλθωσιν εἰς Δίστομον τὰ εἰς Σάλωνα, Λιδωρίκι καὶ Δίστομον εὑρισκόμενα στρατεύματα, ἀφ’ οὗ μείνωσιν εἰς ἕκαστον μέρος ὀλίγοι μόνον πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν κατοίκων· ἐτοποθέτησε δὲ εἰς μὲν τὴν Ἀράχωβαν τὸν Γ. Δυωβουνιώτην καὶ Ν. Πανουργιᾶν, εἰς δὲ τὸ Στεῖρι τὸν Γιαννούσην καὶ τὸ ἱππικόν, καὶ τοὺς διώρισε νὰ προσμείνωσιν ἕως οὗ νὰ συνέλθῃ ἡ ἀναγκαῖα δύναμις καὶ νὰ παρουσιασθῇ ὁ ἀνήκων καιρὸς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀποκλείσεως. Ἐν τοσούτῳ, ἐπειδὴ τὸ ἐχθρικὸν κανόνιον ἐμψύχωνε τοὺς Τούρκους καὶ ἔφερεν ἀθυμίαν εἰς τοὺς Ἕλληνας, διώρισε καὶ αὐτὸς καὶ ἔφεραν δύω κανόνια καὶ ἀντεκτύπα τὸν ἐχθρόν. 

Παρῆλθον ἱκαναὶ ἡμέραι καὶ ἐκτὸς ἀκροβολισμῶν τινῶν, κᾀνὲν ἄλλο σημαντικὸν ἔργον δὲν ἐπράχθη οὔτε ἀπὸ τὸ ἕν, οὔτε ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος. Ἀλλὰ τὴν τριακοστὴν πρώτην τοῦ Ἰανουαρίου συνέβη μία μάχη, εἰς τὴν ὁποίαν μόνην καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐκστρατείας ἐνικήθησαν οἱ Ἕλληνες καὶ ὑπέπεσον εἰς αἰσχρὰν φυγήν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ δοξάσῃ περισσότερον τὸν Καραϊσκάκην, ὁ ὁποῖος ἐφάνη πολὺ σημαντικώτερος, παρὰ ἂν ἤθελε κατορθώσει ἀξιόλογον νίκην. 

Στρατιῶταί τινες ἀπὸ τοὺς εἰς Στεῖρι εὑρισκομένους, παρατηρήσαντες ὅτι μερικὰ ζῷα τῶν ἐχθρῶν βόσκοντα ἀφύλακτα ἀπεμακρύνθησαν ὀλίγον ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, ὥρμησαν κατ’ αὐτῶν καὶ περικυκλώσαντές τα, τὰ ἔλαβον καὶ ἐπέστρεφον εἰς τὸν τόπον τῆς κατοικίας των. Ἐβγῆκαν πρὸς καταδίωξιν αὐτῶν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς πλησιέστερον εὑρεθέντας ἐχθρούς, ἄλλοι δὲ ἠκολούθουν κατόπιν· οἱ δὲ εἰς Στεῖρι, βλέποντες ὅτι ἐκινδύνευον νὰ περικυκλωθῶσιν οἱ φέροντες τὰ ζῷα, ἐξῆλθον ὅλοι εἰς βοήθειαν καὶ ἀπαντήσαντες τοὺς πρώτους τῶν ἐχθρῶν, τοὺς ἔτρεψαν εἰς φυγήν. Θέλων νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν περίστασιν ταύτην ὁ Καραϊσκάκης, διώρισε νὰ ὑπάγωσι καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἐν Διστόμῳ πρὸς ἐνδυνάμωσιν τῶν ἀπὸ Στεῖρι ἐξελθόντων. Ὅλοι ὁμοῦ λοιπὸν διώκοντες τοὺς ἐχθρούς, ἔφθασαν ἕως βολὴν τουφεκίου πλησίον τοῦ στρατοπέδου αὐτῶν καὶ καταλαβόντες ἕνα λόφον ἐκτυποῦσαν τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτολμοῦσαν νὰ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὸ στρατόπεδόν των. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἐπιθυμῶν νὰ κάμῃ σημαντικήν τινα βλάβην εἰς τοὺς ἐχθρούς, ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ διαμείνωσιν οἱ Ἕλληνες καὶ τὴν ἐπερχομένην νύκτα εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκοντο θέσεις καὶ ἑπομένως νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ σχέδιον τῆς ἀποκλείσεως· ἐπειδὴ δὲ ὁ λόφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον τοποθετηθῆ οἱ Ἕλληνες, ἐπεριτριγυρίζετο ἀπὸ πεδιάδα, φοβούμενος μήπως περικυκλωθῶσιν εἴτε διὰ τοῦ ἱππικοῦ τῶν ἐχθρῶν, εἴτε διά τινος ἄλλου ἀνελπίστου συμβεβηκότος, κατέλαβεν αὐτὸς μὲ ὀλίγους στρατιώτας ἕνα τόπον πετρώδη ἐν τῷ μέσῳ τῆς πεδιάδος καὶ ὀχυρωθεὶς αὐτοσχεδίως εἰς αὐτὸν ἀντεπολέμει τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἐφύλαττεν ἀσφαλῆ τὴν κοινωνίαν τῶν ἐπὶ τοῦ λόφου Ἑλλήνων μὲ τοὺς εἰς Δίστομον. 

Πέντε περίπου ὥρας ἀκροβολίζοντο οἱ Ἕλληνες πλησίον τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου, καὶ ἐπειδὴ εἶχε γνωστοποιηθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἀπόφασις τοῦ Καραϊσκάκη, τοῦ νὰ διαμείνωσιν εἰς τὴν θέσιν των καὶ τὴν ἐπερχομένην νύχτα, ἤρχισαν ἤδη νὰ ὀχυρόνωνται, ὅταν παρ’ ἐλπίδα ἐφάνη ἐρχόμενον πρὸς βοήθειαν τῶν ἐχθρῶν ἓν σῶμα τακτικῶν. Οἱ Ἕλληνες μὴ ἔχοντες προϋπάρχουσαν εἴδησιν καὶ μὴ ἠξεύροντες πόσος ἦτον ὁ ἀριθμός των, ἐδειλίασαν. Ἐνῷ δὲ οἱ τοποθετημένοι εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ λόφου, κρίναντες ἀναγκαῖον νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ὀλίγον, ἐκινήθησαν πρὸς τὰ ὑψηλότερα καὶ ὀχυρώτερα τοῦ λόφου μέρη, οἱ ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ λόφου νομίσαντες τοῦτο τελείαν ἀναχώρησιν, ἔφευγον οἱ μὲν πρὸς Στεῖρι, οἱ δὲ πρὸς Δίστομον. Οἱ Τοῦρκοι ἐμψυχωθέντες ἀπὸ τὴν βοήθειαν τῶν τακτικῶν, ἐνθῤῥυνθέντες ὅμως πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὴν φυγὴν τῶν Ἑλλήνων, ὥρμησαν ὅλοι, οἱ μὲν πρὸς Δίστομον, οἱ δὲ κατὰ τῶν φευγόντων. Ἀλλ’ οἱ μὲν πρὸς Δίστομον ἀντικρουσθέντες γενναίως ἀπὸ τοὺς ἐν αὐτῷ Ἕλληνας, δὲν ἐπροχώρησαν. Οἱ δὲ ἄλλοι ἐπέμενον διώκοντες τοὺς φεύγοντας, τῶν ὁποίων τὴν πρὸς τὸ χωρίον διάβασιν ἐπροσπάθησαν νὰ κόψωσι διὰ τοῦ ἱππικοῦ των. Ὁ Καραϊσκάκης ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶχε προβλέψει πόσον κινδυνῶδες καὶ ὀλέθριον ἦτον ἐὰν ἤθελον περικυκλωθῇ οἱ Ἕλληνες, ἐπέμενεν εἰς τὴν θέσιν του, ἀντικρούων τοὺς ἀλλεπαλλήλους ἐφορμῶντας κατ’ αὐτῆς πεζοὺς καὶ ἱππεῖς. Ἐν ᾧ δὲ οἱ πλειότεροι τῶν μετ’ αὐτοῦ δειλιάσαντες ἔφυγον κατ’ ὀλίγον, αὐτὸς μὲ μόνον εἴκοσιν Ἕλληνας ἀντεμάχετο, ἕως οὗ διέβησαν οἱ φεύγοντες καὶ διέφυγον τὸν κίνδυνον· καὶ τότε τελευταῖον ἔφυγε καὶ αὐτὸς μὲ ὅλους τοὺς σὺν αὐτῷ ἐκτὸς ἑνός, τὸν ὁποῖον ἥρπασαν ζῶντα τινὲς τῶν ἱππέων τοῦ ἐχθροῦ [39]. Ὁ Καραϊσκάκης ἀκολουθῶν τελευταῖος τοὺς φεύγοντας, ἐπροσπάθει νὰ τοὺς ἐμψυχώσῃ, νὰ σταθῶσι, μάλιστα ἀφ’ οὗ ἔφθασαν εἰς τόπον, ὅπου δὲν ἦτον κίνδυνος ἀπὸ τὸ ἱππικόν· ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες ἔφευγον χωρὶς νὰ τὸν ἀκούσωσιν. Ἀγανακτῶν πολλάκις διότι δὲν ἐτουφέκιζον οὐδὲ κἂν φεύγοντες, ἐφώναζεν, ἐπαρακινοῦσεν, ὕβριζεν καὶ τελευταῖον ἁρπάζων τὰ τουφέκια τῶν πλησιεστέρων ἐπυροβόλει κατὰ τῶν ἐχθρῶν· εἶχον ἤδη ἐξέλθει τινὲς καὶ ἀπὸ τὸ Δίστομον εἰς βοήθειαν τῶν φευγόντων, ὥστε οἱ ἐχθροί, μὴ δυνάμενοι πλέον νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν δίωξιν ἐπὶ λόφου πετρώδους, ὅπου τὸ ἱππικόν των δὲν ἦτον πλέον χρήσιμον, ὠπισθοδρόμησαν. Εἰς τὴν μάχην ταύτην ἀπὸ μὲν τοὺς ἐχθροὺς ἐφονεύθησαν ἕως τριάκοντα, ἀπὸ δὲ τοὺς Ἕλληνας μόνον ἕξ, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ αἰχμαλωτισθέντος. Εἶναι τῷ ὄντι παράδοξον πῶς εἰς τόσον σημαντικὴν φυγὴν νὰ μὴ βλαφθῶσι περισσότερον οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν φρόνησιν καὶ τὴν τολμηρὰν ἀπόφασιν τοῦ Καραϊσκάκη, ὁ ὁποῖος ἄν δὲν ἤθελε πιάσει ἐκείνην τὴν θέσιν καὶ δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς αὐτήν, καταφρονῶν γενναίως τὸν ἐπικείμενον κίνδυνον, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἤθελον περικλεισθῇ ἐπὶ τοῦ λόφου καὶ δὲν ἤθελον δυνηθῇ νὰ διασωθῶσι. 

Μ’ ὅλον ὅτι οἱ ἐχθροὶ ὑπερίσχυσαν εἰς ταύτην τὴν συμπλοκήν, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἔκαμαν κίνημα κατὰ τῶν Ἑλλήνων τὰς ἀκολούθους ἡμέρας. Οἱ πυροβολισταὶ μόνον τῶν νεωστὶ ἐλθόντων τακτικῶν, παραλαβόντες τὸ κανόνιον εἰς τὴν ἐξουσίαν των, ἐκανονοβολοῦσαν ἀδιακόπως, ὥστε κατήντησαν νὰ κάμωσι καὶ τριακοσίας βολὰς εἰς μίαν μόνην ἡμέραν· ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες δὲν ἐβλάπτοντο ἐπαισθητῶς ἀπὸ αὐτό, προφυλαττόμενοι εἰς τὰς ὀχυρωτέρας οἰκίας καὶ εἰς μέρη μὴ ἐκτεθειμένα εἰς τὸ κανόνιον. Συνέβη κατὰ ταύτην τὴν ἐποχὴν νὰ κάμωσιν εἰς Ταλάντι τὴν δευτέραν ἀπόβασίν των τὰ Ὀλύμπια στρατεύματα καὶ νὰ ἐμποδίσωσι τὰς τροφάς, τὰς ὁποίας τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον ἐπρομηθεύετο ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέρος. Ὁ Ὀμὲρ πασᾶς λοιπὸν φοβούμενος τὴν ἔλλειψιν τῶν τροφῶν, βλέπων τὸ στράτευμά του κακοπαθοῦν ἐν καιρῷ χειμῶνος εἰς τὸ ὕπαιθρον, ὑποπτεύων μὴν περικλεισθῇ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, τῶν ὁποίων ηὔξανε καθ’ ἡμέραν ὁ ἀριθμός, καὶ τελευταῖον μὴ ἐλπίζων νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειάν του νέα ἐχθρικὴ δύναμις, ἀπεφάσισε καὶ ἔφυγε τὴν νύκτα τῆς πέμπτης τοῦ Φεβρουαρίου, ἀφήσας ἕως ἑκατὸν σκηνάς, πολλὰς ἀποσκευὰς καὶ τὸ κανόνιον, ἀφ’ οὗ κατέκοψεν μόνον τοὺς τροχοὺς τῆς ἁμάξης του. 

Οἱ Ἕλληνες ἂν καὶ ἦσαν ἄγρυπνοι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐν μέρει δὲν ἀπεῖχον ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸν περισσότερον ἀπὸ τεσσαράκοντα βήματα, μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἐννοήσωσι τὴν φυγήν των· μὲ τόσην προσοχὴν καὶ ἡσυχίαν ἔγεινεν. Ἀφ’ οὗ ὅμως οἱ ἐχθροὶ ἐξεμάκρυναν, αὐτόμολός τις χριστιανὸς ἐλθὼν ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον, ἀνήγγειλε τὴν φυγὴν εἰς τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως ἔδραμον πρὸς τὸ στρατόπεδον· ἀλλ’ οἱ μὲν πρῶτοι ἐπέπεσον εἰς τὰ λάφυρα· μόλις δὲ οἱ μὴ εὑρίσκοντες πλέον τὶ νὰ λαφυραγωγήσωσι, διευθύνθησαν πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἔφυγον οἱ ἐχθροί· ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν οἱ ἐπιτυγχάνοντες τι καθ’ ὁδὸν ἐπέστρεφον, ὥστε ὀλίγοι μόλις ἔφθασαν εἰς τὴν ὀπισθοφυλακὴν τῶν ἐχθρῶν, μετὰ τῆς ὁποίας ἐσυγκρούσθησαν, χωρὶς ὅμως νὰ τὴν βλάψωσιν ἐπαισθητῶς. Ἐζημιώθη μ’ ὅλα ταῦτα ὁ ἐχθρὸς εἰς τὴν φυγὴν ταύτην, ἐκτὸς τῶν ἀποσκευῶν καὶ σκηνῶν, ὑπὲρ τοὺς τριάκοντα φονευθέντας καὶ αἰχμαλωτισθέντας. Οἱ ἐχθροὶ τὴν νύκτα ἐκείνην μετέβησαν εἰς Δαύλειαν· ἐκεῖθεν δὲ παραλαβόντες καὶ τοὺς ἐκεῖ στρατοπεδεύοντας μετέβησαν εἰς Λειβαδείαν, ὅθεν ἀκολούθως ὁ Ὁμὲρ πασᾶς μετέβη εἰς Εὔριπον, μὴ δυνηθεὶς νὰ φέρῃ εἰς ἔκβασιν τὸ ἐπιχείρημά του. Οἱ δὲ εἰς τὸ φρούριον τῶν Σαλώνων πολιορκούμενοι, μαθόντες τὴν φυγὴν τοῦ Ὀμὲρ πασᾶ καὶ ἀπελπισθέντες ὁλοτελῶς τοῦ νὰ ἔλθῃ εἰς αὐτοὺς βοήθεια, ἔφυγον ἀπὸ τὸ φρούριον μὲ ὅσας ἐκ τῶν ἀποσκευῶν των ἠδυνήθησαν νὰ συμπαραλάβωσιν. Οἱ Ἕλληνας εἰδοποιήθησαν, ἀλλὰ βραδέως περὶ τῆς φυγῆς· ὥστε ὅταν ἔδραμον εἰς τὴν καταδίωξιν, μόλις ἐκατάφθασαν τὴν ὀπισθοφυλακήν, ἐκ τῆς ὁποίας φονεύσαντες μερικούς, διέσωσαν τινὰς αἰχμαλώτους καὶ ἔλαβον ὀλίγας ἀποσκευάς. 

Ὁ Καραϊσκάκης εἶχε προσκληθῆ καὶ προλαβόντως παρὰ τῆς Διοικήσεως διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς βοήθειαν τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν κινδυνευούσης, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν διαταγὴν ταύτην διὰ τὴν ἐπισυμβᾶσαν ἐκστρατείαν τοῦ Ὁμὲρ πασᾶ. Ἁφ’ οὗ δὲ ἐλευθερώθη καὶ ἀπὸ αὐτήν, ἀπεφάσισε πλέον νὰ τρέξῃ εἰς βοήθειαν, διότι μάλιστα ἐπροσκαλεῖτο καὶ ἀπὸ τοὺς ἐντὸς τοῦ φρουρίου ὁπλαρχηγοὺς. Περιπλέον τὴν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη ἐκστρατείαν του κατέστησεν ἀναγκαιοτάτην ἡ φθορὰ τὴν ὁποίαν ἔπαθον εἰς Καματερὸν τὰ στρατεύματα τὰ ὑπὸ τὸν Μπούρμπαχην, Βάσον καὶ Π. Νοταρᾶν. Ὅθεν διορίσας εἰς μὲν τὰ Κράβαρα τὸν Γιώτην Δαγκλῆν, εἰς δὲ τὸ Λιδωρίκι τὸν Σεφάκαν καὶ εἰς τὸ Δίστομον τὸν Α. Κουτσονέκαν μὲ περίπου πεντακοσίους, αὐτὸς παραλαβὼν ὅλους τοὺς λοιποὺς ὁπλαρχηγοὺς καὶ ἕως χιλίους διακοσίους στρατιώτας ἀνεχώρησεν ἀπὸ Δίστομον τὴν εἰκοστὴν πρώτην τοῦ Φεβρουαρίου. Μετὰ δύω δὲ ἡμερονυκτίων συνεχῆ ὁδοιπορείαν ἔφθασεν εἰς Ἐλευσῖνα, ὅπου τοποθετήσας τὸ στράτευμα, διέταξε καὶ τὸν Βάσον, διατρίβοντα τότε εἰς Μέγαρα, νὰ μεταβῇ ἀμέσως μὲ τοὺς περὶ αὐτόν. Μετέβη ἔπειτα εἰς Φαληρέα, παρετήρησε τὸ ἐκεῖ στρατόπεδον καὶ συνωμίλησε τὰ δέοντα μὲ τὸν Ἰωάννην Νοταρᾶν καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ ὁπλαρχηγούς· μετὰ τοῦτο ἐπέρασεν εἰς Σαλαμῖνα, ὅπου διορίσας πολιτάρχην τὸν Νικολὸν Καραμῆτσον διεκήρυξεν ὅτι ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν ὅλοι οἱ ἐκεῖ στρατιῶται νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἐλευσῖνα καὶ ἐπέρασεν εὐθὺς καὶ αὐτὸς εἰς Ἐλευσῖνα, ἀφήσας εἰς τὸν πολιτάρχην νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς διαταγῆς του. 

Μόλις ἀνεπαύθη ὀλίγον καὶ ἀμέσως ἐπροσκάλεσε κατ’ ἰδίαν μόνον τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ὑπ’ αὐτῷ διαφόρων σωμάτων διὰ νὰ τοὺς κοινοποιήσῃ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ νοῦν νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν. Καὶ διὰ νὰ μὴν λάβῃ τινὰ ἀντίκρουσιν, ἐφρόντισεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέρους νὰ ἐνσπείρῃ ἐλπίδας τινὰς πληρωμῆς καὶ ἀμοιβῆς τῶν ἀγώνων των, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ κολακεύσῃ τὴν φιλοτιμίαν των. Εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἶχε μεγάλας ἐλπίδας ὁ Καραϊσκάκης ὅτι ἔμελλε νὰ βοηθηθῇ διὰ χρημάτων εἰς τὸ ἐπιχείρημά του. Ἐπειδὴ οἱ πληρεξούσιοι τοῦ ἔθνους ἦσαν εἰς δύω διῃρημένοι καὶ ἕκαστον τῶν μερῶν ἐνόμιζεν ὅτι ἤθελεν ὑπερισχύσει, ἂν προσελάμβανε μὲ τὸ μέρος του τὸν Καραϊσκάκην. Αὐτὸς δὲ ζητούμενος καὶ ἀπὸ τὰ δύω μέρη ἐπολιτεύετο ἀμφότερα, χωρὶς νὰ προστεθῇ φανερὰ καὶ σταθερά εἰς κᾀνένα, ἐλπίζων μὲ τοῦτον τὸν τρόπον νὰ ἐπιτύχῃ καλήτερα τὸν σκοπὸν τῆς πολιτικῆς του· ἤλπιζεν ὁμοίως καὶ εἰς ἐξωτερικὰ βοηθήματα [40] καὶ πρὸ πάντων τῆς Φιλελληνικῆς ἑταιρείας τῶν Παρισίων, τῆς ὁποίας ἐπεθύμει καθ’ ὑπερβολὴν ν’ ἀποκτήσῃ καὶ τὴν ἀγάπην καὶ τὸν ἔπαινον . 

Τὸ σχέδιον ἦτον νὰ τοποθετηθῇ τὸ ἐν Ἐλευσῖνι στράτευμα εἰς Κερατζίνι, ὅθεν προχωροῦν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀναλόγως τῶν προστιθεμένων νέων δυνάμεων, νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἐλαιῶνα καὶ διὰ τοῦ ἐλαιῶνος, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε βλάπτεσθαι ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸν ἱππικόν, νὰ προχωρήσῃ ἕως εἰς τὸ φρούριον καὶ νὰ ἀνοίξῃ συγκοινωνίαν τῶν πολιορκουμένων μὲ τὴν θάλασσαν. Ὅταν δὲ τοῦτο ἤθελε κατορθωθῇ, ὁ ἐχθρὸς ἤθελε κρίνει περιττὸν νὰ ἐπιμένῃ εἰς μίαν ἀνωφελῆ πολιορκίαν καὶ ἤθελεν ἀναχωρήσει, ἀφίνων ἐλεύθερον ἀπὸ τοὺς βεβήλους πόδας τοῦ τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ σχέδιον τοῦτο φαίνεται δυσκατόρθωτον, δὲν ἦτον ὅμως ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ. Ὁ φρόνιμος καὶ προφυλακτικὸς τρόπος, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ Καραϊσκάκης, δίδει ἱκανὰς ἐλπίδας, ὅτι ἂν ὄχι ἐντελῶς, τοὐλάχιστον ὅμως κατὰ μέγα μέρος ἤθελεν ἀποβῇ κατὰ τὰς ἐλπίδας του. 

Κοινοποιῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου τὸ σχέδιον τοῦτο, ἐφρόντισε νὰ τοὺς τὸ προβάλῃ ὡς συμβουλευόμενος, καὶ τοῦτο τοὺς ἠνάγκασε νὰ τὸ δεχθῶσι προθυμότερον, τὸν ἐβεβαίωσαν δὲ περὶ τῆς τελείας ἐμπιστοσύνης των εἰς ὅσα αὐτὸς κρίνει εὔλογα καὶ τῆς προθύμου ὑπακοῆς εἰς τὰ διαταττόμενα. Οὕτω λοιπὸν διέταξε τριακοσίους στρατιώτας ὑπὸ τὸν Καλύβαν, Κασιμούλην καὶ Ἀθανασούλαν Βαλτινὸν νὰ ἀναχωρήσωσι διὰ θαλάσσης καὶ ἀκολουθοῦντες ἕνα ἔμπειρον τῆς τοποθεσίας ὁδηγόν, μὲ τὸν ὁποῖον τοὺς ἐσυντρόφευσε, νὰ ὑπάγωσιν εἰς Κερατζίνι καὶ νὰ κατασκευάσωσιν ἓν ὀχύρωμα εἰς τὴν ἁρμοδιωτέραν θέσιν· τὸ δὲ λοιπὸν στράτευμα νὰ μεταβῇ τὴν νύκτα διὰ ξηρᾶς· τὸ κίνημα τόσον τῶν διὰ ξηρᾶς, καθὼς καὶ τῶν διὰ θαλάσσης ἀπεφασίσθη νὰ γενῇ μετὰ τὴν δῦσιν τοῦ ἡλίου, διὰ νὰ μὴ γνωσθῇ ἀπὸ τὰς σκοπιὰς τῶν ἐχθρῶν. Ἡ σάλπιγξ ἐσήμανε τὴν ὥραν, καὶ ὁ Καραϊσκάκης, ἀφ’ οὗ ἔμβασεν εἰς τὰ πλοῖα τοὺς διωρισμένους νὰ ὑπάγωσι διὰ θαλάσσης καὶ τοὺς ἐκίνησεν, ἀνεχώρησεν ἀπὸ Ἐλευσῖνα μὲ τὸ ἐπίλοιπον στράτευμα. 

Οἱ διὰ θαλάσσης ἐκστρατεύσαντες, φθάσαντες εἰς τὸν διωρισμένον τόπον καὶ ἀποβάντες εἰς τὴν ξηράν, κατεσκεύασαν ἀμέσως ἓν ὀχύρωμα ἀνάλογον μὲ τὸν ἀριθμόν των· φθάσας μετὰ ταῦτα καὶ ὁ ἀρχηγὸς μὲ τὸ λοιπὸν στράτευμα διώρισε τὸν Χριστόδουλον Χατζῆ Πέτρου νὰ τοποθετηθῇ εἰς μίαν ἐκκλησίαν καί τινα περὶ αὐτὴν ἐρείπια οἰκιῶν, θέσιν κειμένην πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου. Ὁμοῦ μὲ αὐτὸν ἐτοποθέτησε καὶ τοὺς διὰ θαλάσσης ἐλθόντας, εἰς δὲ τὸ ὑπ’ αὐτῶν κατασκευασθὲν ὀχύρωμα ἐδιόρισε τὸν Γιαννούσην καὶ Βάσον· μεταξὺ δὲ εἰς τὰς δύω ταύτας θέσεις ἐτοποθέτησε τὸν Π. Νοταράν. Ἐνῷ οἱ στρατιῶται ἐνησχολοῦντο εἰς τὴν ὀχύρωσιν τῶν θέσεων τούτων, ὁ Καραϊσκάκης μὲ τὸν Ρούκην καὶ Γαρδικιώτην ἐπροχώρησεν εἰς τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον παρατηρῶν τὸν τόπον· ἔφθασε δὲ εἰς ἓν μετόχι, τὸ ὁποῖον ἐφάνη εὔλογον εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς μετ’ αὐτοῦ νὰ πιασθῇ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας καὶ νὰ ὀχυρωθῇ. Ἐπιστρέψας ἐκοινοποίησε τὴν γνώμην του καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικούς, καὶ ἐπειδὴ ὅλοι τὴν ἀπεδέχθησαν, διορίζει ἑκατὸν πενῆντα στρατιώτας ἀπὸ τοὺς νεωστὶ ἐλθόντας ἀπὸ Παλαμῆδι καὶ ἄλλους τόσους ἀπὸ ἄλλα σώματα νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς ταύτην τὴν θέσιν. Ἀλλὰ μόλις ἐπροχώρησαν οὗτοι ὀλίγα βήματα, καὶ τοὺς προσκαλεῖ νὰ ἐπιστρέψωσιν ὀπίσω καὶ νὰ ὑπάγωσιν ἕκαστος εἰς τὸν τόπον, ὅπου ἦτον διωρισμένος προτήτερα. Ἀποροῦντες ὅλοι διὰ τὴν ταχυτάτην ταύτην μεταβολὴν τῆς ἀποφάσεως, ἐρωτοῦν τὴν αἰτίαν. «Ὅταν, ἀπεκρίθη, δὲν βλέπω συμφωνίαν μεταξὺ σας, δὲν ἐπιχειρῶ πολεμικὰ ἔργα». Ἐρώτησαν ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος τῆς διαφωνίας, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ὡμολόγησε κἀνένα· εἶπε δὲ ὅτι αὔριον θέλει τὸν γνωστοποιήσῃ καὶ ἃς περάσῃ οὕτως ἡ παροῦσα νύκτα. Τοῦτο δὲ τὸ εἶπε διὰ νὰ ἀναπαύσῃ, φαίνεται, τοὺς ἐξετάζοντας, ἐπειδὴ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν ἔγεινε πλέον λόγος περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, τοὐλάχιστον δημοσίως. 

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πολλὰ πρωῒ ἐπῆγεν ἔφιππος ὁμοῦ μὲ ἕνα ἐκ τοῦ ἱππικοῦ διὰ νὰ κατασκοπεύσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου. Συρόμενος ἀπὸ τὴν περιέργειαν τοῦ νὰ ἰδῇ πλησιέστερον καὶ νὰ μάθῃ τι περισσότερον, ἐπλησίασεν ὑπὲρ τὸ δέον εἰς ἕνα ἐχθρικὸν προμαχῶνα, ὥστε τὸν ἐπυροβόλησαν· μετέβη ἐκ τούτου εἰς ἄλλον, καὶ λαβὼν δύω ἵππους βόσκοντας πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ἐχθρῶν, ἐπέστρεψεν ἀφ’ οὗ ἔκαμε τὰς ἀναγκαίας παρατηρήσεις του· ἐπειδὴ δὲ εἶδε τριακοσίους ἱππεῖς ἀποκοπέντας ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον καὶ διευθυνομένους πρὸς τὸ Ἑλληνικόν, ἔδωκεν ἀμέσως διαταγὴν νὰ ἑτοιμασθῶσιν ὅλοι καὶ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς θέσεις των. 

Οἱ Τοῦρκοι ἱππεῖς φθάσαντες πλησίον εἰς τὸ Μετόχι, τὸ ὁποῖον, ὡς ἀνωτέρω, δὲν εἶχε πιασθῆ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, ἀπέβησαν ἀπὸ τοὺς ἵππους, συνεκεντρώθησαν εἰς ἓν καὶ ἐκάθισαν. Κατὰ περίστασιν τὴν στιγμὴν ταύτην εἶχον εὑρεθῆ μέσα εἰς τὸ Μετόχιον τοῦτο διάφοροι ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ σώματος τῶν Παλαμηδιωτῶν, ἐλθόντες χάριν περιεργείας, οἱ ὁποῖοι ἰδόντες τοὺς ἐχθροὺς ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὸ Μετόχιον, ἀφήσαντες πέντε στρατιώτας μόνον διὰ νὰ φαίνωνται εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ νὰ δίδωσιν αἰτίαν νὰ ὑποπτεύωσιν, ὅτι ἡ θέσις αὕτη δὲν εἶναι ἀφύλακτος· μετὰ ἱκανὴν ὥραν συνήχθη καὶ πεζικὸν ἐχθρικὸν στράτευμα, συγκείμενον ἀπὸ ὀκτακοσίους περίπου στρατιώτας· τὸ στράτευμα τοῦτο ὡδηγεῖτο ἀπὸ τὸν ἴδιον Κιουταχῆν, ὅστις μαθὼν ἀπὸ τὰ περὶ τὸν Φαληρέα στρατεύματά του, ὅτι ἦλθον τὰ ὑπὸ τὸν Καραϊσκάκην στρατεύματα, ἐπῆγε νὰ παρατηρήσῃ μόνος του καὶ νὰ δοκιμάσῃ τὴν δύναμιν αὐτῶν. 

Τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἔχων καὶ ὁ Καραϊσκάκης ἑτοίμασε τοὺς Ἕλληνας καὶ διώρισε νὰ ἐξέλθωσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν· νὰ κάμωσι δὲ ἀρχὴν τοῦ ἀκροβολισμοῦ οἱ ὀλίγοι ἱππεῖς Ἕλληνες, βοηθούμενοι καὶ ἀπὸ τοὺς ἔχοντας ἵππους ἀξιωματικοὺς τοῦ πεζικοῦ, ὅσοι ἐπροθυμήθησαν νὰ μεθέξωσι καὶ τούτου τοῦ κινδύνου. Ἀφ’ οὗ συνεκρούσθησαν ὀλίγην ὥραν τὰ δύω σώματα, χωρὶς νὰ ὑπερτερήσῃ οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο μέρος, οἱ Τοῦρκοι διεύθυναν ἓν ἀπόσπασμα στρατιωτῶν διὰ νὰ πιάσῃ ἓν ὕψωμα γῆς, τὸ ὁποῖον ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου ἀπὸ αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας, ἐφαίνετο δὲ ὅτι ἔκειτο εὐφυῶς καὶ εἰς ἀσφάλειαν καὶ εἰς περίστασιν καταδρομῆς ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων. Ὁ Καραϊσκάκης ἐννοήσας ἐν ἀκαρεὶ καὶ τὸν σκοπὸν τῶν ἐχθρῶν καὶ τὴν σημαντικότητα τῆς θέσεως, διέταξε τινὰς τῶν Ἑλλήνων νὰ τρέξωσιν εἰς ταύτην τὴν θέσιν· ἡ ταχύτης τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ἡ προθυμία τῶν στρατιωτῶν συνέτρεξαν εἰς τὸ νὰ προληφθῇ ἡ θέσις αὕτη, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τοὺς Τούρκους νὰ ὀπισθοδρομήσωσι πρῶτον, ἔπειτα νὰ τραπῶσιν εἰς φυγὴν ὅλοι, ἱππεῖς καὶ πεζοί, καὶ νὰ μείνωσιν οἱ Ἕλληνες νικηταί, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐνεθαρρύνθησαν εἰς τοὺς λοιποὺς ἀγῶνας. 

Μετὰ τὸν ἀκροβολισμὸν τοῦτον στοχαζόμενος ὁ Καραϊσκάκης ὅτι ὁ ἐχθρὸς ἔμελλε νὰ κινηθῇ μὲ μεγαλητέρας δυνάμεις κατ’ αὐτοῦ, διέταξε νὰ πιασθῇ καὶ τὸ Μετόχιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπίασαν οἱ προσδιορισθέντες στρατιῶται καὶ ἔκαμαν καὶ τὰς ἀναγκαίας προετοιμασίας πρὸς ἀντίκρουσιν ἐχθρικῆς προσβολῆς. Ὁ Καραϊσκάκης, ἐπειδὴ πολλοὶ στρατιῶται εἰς τὴν ἀπὸ Ἐλευσῖνα μετάβασιν τοῦ στρατοπέδου δὲν συνηκολούθησαν, ἀποδειλιάσαντες εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, μὴ ἔχων ἱκανὴν δύναμιν διὰ νὰ κατέχῃ καὶ τὸν λόφον, τὸν ὁποῖον προλαβόντες οἱ Ἕλληνες τοὺς Τούρκους ἐκυρίευσαν, διέταξε τὴν εἰς αὐτὸν φρουρὰν καὶ ἀπεσύρθη. Ἀλλ’ ἀμέσως ἐτοποθετήθησαν εἰς αὐτὸν οἱ ἐχθροὶ καὶ ἐπεχείρησαν νὰ ἀνεγείρωσιν ὀχυρώματα· τὸ ἴδιον ἔκαμαν καὶ ἀντικρὺ τοῦ Μετοχίου. Ὅλα δὲ ταῦτα ἐγένοντο ὑπ’ ὄψιν καὶ κατὰ διαταγὴν τοῦ Κιουταχῆ, ὅστις διώρισε καὶ μετεκόμισαν καὶ ἓν κανόνιον, τὸ ὁποῖον ἐτοποθέτησαν ἀντικρὺ τοῦ Μετοχίου καὶ τὸ κατέστησαν διὰ νυκτὸς ἕτοιμον. 

Τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν περὶ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου ὁ Κιουταχῆς συνήθροισεν ὅλον τὸ εἰς τὰς θέσεις ταύτας εὑρισκόμενον στράτευμά του, συμποσούμενον, ὡς ἐλέγετο, ἀπὸ τέσσαρας χιλιάδας πεζοὺς καὶ δύο χιλιάδας ἱππεῖς, καὶ τὸ ἐδιόρισε νὰ προσβάλῃ εἰς τὸ Μετόχιον· ἀνὰ χίλιοι πεζοὶ προσέβαλον ἀπὸ ἑκάστην πλευράν· οἱ δὲ λοιποί, προηγουμένων δύω κανονίων, ἐκινήθησαν κατὰ πρόσωπον, ἠκολούθουν δὲ καὶ οἱ ἱππεῖς παρατεταγμένοι εἰς τρεῖς σειράς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπροχώρουν κανονοβολοῦντες, ἕως οὗ ἐπλησίασαν πανταχόθεν εἰς τὸ Μετόχιον ἐντὸς βολῆς τουφεκίου. Τέσσαρας περίπου ὥρας διέμειναν εἰς ταύτην τὴν θέσιν κανονοβολοῦντες μόνον τὸ Μετόχιον. Φαίνεται δὲ ὅτι ἐπερίμενον νὰ καταστρέψωσι τὰ ἐμπροσθινὰ ὀχυρώματα διὰ νὰ κάμωσιν ἑπομένως ἔφοδον· οἱ δὲ ἐντός, μ’ ὅλον ὅτι οἱ τοῖχοι κρημνιζόμενοι καὶ αἱ πέτραι συντριβόμεναι τοὺς ἐπροξένουν ἱκανὰς πληγάς, ἐπέμενον ὅμως μὲ καρτερίαν καὶ ἀνήγειρον προθύμως τὰ κρημνιζόμενα μέρη· δὲν ἀνταπεκρίνοντο δὲ διόλου μὲ ὅπλα εἰς τοὺς ἐχθρούς, θέλοντες νὰ ἦναι ὅλοι ἕτοιμοι διά νὰ πυροβολήσωσι ταὐτοχρόνως, ὅταν ἔμελλον νὰ κάμωσιν ἔφοδον, τὸ ὁποῖον ἤλπιζον ἐξ ἅπαντος. Οὕτω λοιπὸν ἔμειναν εἰς βαθυτάτην σιωπήν, καὶ δὲν ἠκούετο εἰμὴ μόνον ἡ σάλπιγξ, καὶ αὕτη ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρόν. Ὁ ἀρχηγὸς βλέπων τὸν κατεδαφισμὸν τῶν οἰκοδομῶν, τὸν ὁποῖον ἐπροξενοῦσαν τὰ ἐχθρικὰ κανόνια, καὶ ὑποπτεύων μὴ δειλιάσωσιν οἱ ἀποκλεισμένοι καὶ ἀφήσαντες τὴν θέσιν ἀναχωρήσωσιν, ἔπεμψεν ἕνα ἱππέα καὶ τοὺς ἐνεθάῤῥυνεν ὅτι αὐτὸς ἐπαγρυπνεῖ εἰς τὰ κινήματα τοῦ ἐχθροῦ καὶ ὅτι θέλει ἔλθει εἰς βοήθειάν των, ὅταν ἦναι ὥρα ἁρμοδία· ἐν τοσούτῳ αὐτοὶ ν’ ἀντέχωσι γενναίως εἰς τὰς ἐχθρικὰς προσβολάς. Οἱ εἰς τὸ Μετόχιον ἑπεβεβαίωσαν τὸν ἱππέα ὅτι θέλουν ἐπιμείνει σταθερῶς εἰς τὴν θέσιν των, καὶ οἱ ἔξωθεν ἃς κάμωσιν ὑπὲρ αὐτῶν ὅ,τι ἡ τιμὴ καὶ τὸ συμφέρον ὑπαγορεύει. 

Περὶ τὸ μεσημέρι τέλος πάντων οἱ εἰς τὰ ἀριστερὰ τοῦ Μετοχίου ἐχθροὶ ἐφώρμησαν κατὰ τῶν Ἑλλήνων, ὠχυρωμένον εἰς τὰ ἐρείπια μιᾶς οἰκίας· αὐτοὶ δὲ μὴ δυνηθέντες ν’ ἀνθέξωσιν εἰς τὴν ὁρμήν των, ἀπεσύρθησαν. Τοῦτο βλέπων ὁ ἀρχηγὸς ἀπεφάσισε νὰ κινηθῇ· καὶ πρὸς μὲν τοὺς ἐν δεξιᾷ ἐχθροὺς ἔστειλεν ἕως ἑκατὸν πεζοὺς καὶ δεκαπέντε ἱππεῖς δι’ ἀντιπερισπασμόν. Αὐτὸς δὲ ἐμψυχώσας τοὺς μεθ’ ἑαυτοῦ ἐφώρμησε κατὰ τῶν εἰς τὰ ἀριστερὰ τοῦ μοναστηρίου, τοὺς ὁποίους ἐβίασε νὰ παραιτήσωσι τὴν κυριευθεῖσαν θέσιν καὶ νὰ ἐπανέλθωσι φεύγοντες εἰς τὸν πρῶτον τόπον των. Μετ’ ὀλίγον ὁ Κιουταχῆς ἔδωκε τὸ σύνθημα τῆς ἐπιθέσεως, καὶ μετὰ τὴν συνήθη δι’ ἀλαλαγμῶν εὐχήν των οἱ Τοῦρκοι ἐκίνησαν διῃρημένοι εἰς δύω σώματα, τὸ μὲν κατὰ τοῦ στρατοπέδου τοῦ Καραϊσκάκη, τὸ δὲ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἦτον καὶ τὸ πολυπληθέστερον, κατὰ τοῦ Μετοχίου. Οἱ ἐν τῷ Μετοχίῳ ἀφήσαντες τοὺς Τούρκους νὰ πλησιάσωσιν ἕως εἴκοσι βήματα, τοὺς ἐτουφέκισαν ταὐτοχρόνως· οἱ Τοῦρκοι ὅμως διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων φθοράν, ἐξαπλώθηκαν κατὰ γῆς, περιμένοντες τὴν κατάπαυσιν διὰ νὰ ἀνανεώσωσι τὴν ἔφοδον. Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες, ἀφ’ οὗ εἰς ὀλίγην ὥραν εἶδον ὅτι οἱ ἐχθροὶ δὲν ἐπροχώρουν, ἐξέρχονται ἀπὸ τοὺς προμαχῶνας των καὶ ἐφορμοῦν κατ’ αὐτῶν. Οἱ Τοῦρκοι ὠφελούμενοι ἀπὸ τὴν κατάπαυσιν τοῦ πυροβολισμοῦ, φεύγουν ἀβλαβεῖς· διότι οἱ Ἕλληνες φοβούμενοι τὸ ἐχθρικὸν ἱππικὸν δὲν ἐτόλμησαν νὰ τοὺς καταδιώξωσιν ἐπὶ πολύ. 

Εἰς τοῦτο τὸ μεταξὺ ὁ Καραϊσκάκης κρύψας ἓν μέρος πεζῶν εἰς ἕνα εὔθετον τόπον πρὸς τὰ δεξιά, διώρισε τὸ Ἑλληνικὸν ἱππικὸν νὰ ἐξέλθῃ ὡς εἰς μάχην κατὰ τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἔπειτα νὰ προσποιηθῇ ὅτι φεύγει, φεῦγον δὲ νὰ σύρῃ τὸ ἐχθρικὸν ἱππικὸν εἰς τὴν προετοιμασθεῖσαν ἐνέδραν. Τὸ σχέδιον ἐν μέρει ἐπέτυχεν· οἱ ἐχθροὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ὀπισθοδρομήσωσι μὲ βιαίαν φυγήν· ἡ ζημία των ὅμως δὲν ἐστάθη σημαντική. Ταὐτοχρόνως διώρισεν ὁ Καραϊσκάκης τὸ ὑπόλοιπον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἱππικοῦ καὶ τοὺς ἔχοντας ἵππους ἀξιωματικοὺς νὰ κινηθῶσιν ἐξ ἀριστερῶν κατὰ τοῦ ἐχθροῦ· ὥστε οὗτος προσβαλλόμενος συγχρόνως καὶ ἀπὸ τὸ κέντρον καὶ ἀπὸ τὰς πτέρυγας, ἠναγκάσθη ν’ ἀποσυρθῇ διὰ τῆς φυγῆς πρὸς τὰς ὠχυρωμένας θέσεις του. Τοῦτο ἰδόντες καὶ οἱ εἰς Φαληρέα στρατοπεδευμένοι Ἕλληνες καὶ ἐμψυχωθέντες ἀπὸ τὸ παράδειγμα, ἔκαμαν ἔξοδον κατὰ τῶν εἰς αὐτοὺς ἀντιταγμένων ἐχθρῶν καὶ εὐδοκίμησαν. Τὸ ἔργον τοῦτο ἐγένετο μέγα καὶ σημαντικόν, ὄχι διότι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἦτον τοιοῦτον, ἀλλὰ διότι ἐμψυχώθησαν οἱ Ἕλληνες καὶ ἐνεθαῤῥύνθησαν καὶ διότι ὑπῆρξεν ἀρχὴ καὶ βάσις τρόπον τινὰ τῶν εἰς Κερατζίνι ἐπιγενομένων ἀγώνων. Εἰς τὴν συμπλοκὴν ταύτην ἀπὸ μὲν τοὺς Ἕλληνας ἐφονεύθησαν τρεῖς καὶ ἐπληγώθησαν ἕως εἴκοσιν· ἐκ δὲ τῶν ἐχθρῶν εὑρέθησαν περὶ τὸ Μετόχιον φονευμένοι ἕως εἴκοσι πέντε· φαίνεται ὅμως ὅτι ἐφονεύθησαν καὶ ἄλλοι ἱκανοί, πλὴν ἐπρόλαβον καὶ τοὺς μετεκόμισαν εἰς τὰ ὀχυρώματά των οἱ ἐχθροί, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ πιστεύσῃ τις ἕνα Τζάμην χριστιανόν, ὅστις ἦλθε τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ὡς ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Λάμπρον Κάντζον, αἰχμαλωτισθέντα εἰς Καματερὸν ἐπὶ τῆς δυστυχοῦς ἐκστρατείας τοῦ Μπούρμπαχη, ὁ ἀριθμὸς τῶν φονευθέντων ἐχθρῶν ἀνέβη εἰς τριακοσίους, τῶν δὲ πληγωθέντων εἰς τοὺς πεντακοσίους. 

Ἡ εἴδησις τῆς νίκης ταύτης, διασπαρεῖσα τάχιστα, ἐνεθάῤῥυνε πολλοὺς στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτόλμησαν ν’ ἀκολουθήσωσιν ὅταν ἔγεινεν ἡ ἐκστρατεία. Συνερχόμενοι λοιπὸν οὗτοι καθ’ ἡμέραν, ηὔξανον ἐπαισθητῶς τὸ Ἑλληνικὸν στρατόπεδον. Ὁ δὲ ἀρχηγὸς ἐνησχολεῖτο ἀδιακόπως εἰς τὸ νὰ ἐμψυχώνῃ τὸ στράτευμα, νὰ ὀχυρώνῃ τοὺς προμαχῶνας καὶ νὰ ἔχῃ τοὺς στρατιώτας εἰς παντοτεινὴν σχεδὸν κίνησιν καὶ ἅμιλλαν. Ὅθεν μίαν ἑσπέραν διέταξε τοὺς εἰς Μετόχιον νὰ ἐξέλθωσιν εἰς πόλεμον κατὰ τῶν πλησιεστέρων εἰς αὐτοὺς ἐχθρικῶν προμαχώνων μὲ σκοπὸν ἀντιπερισπασμοῦ· αὐτὸς δὲ μὲ ἑκατὸν πενῆντα ἐκλεκτοὺς στρατιώτας ἐκίνησε μὲ σκοπὸν νὰ εἰσπηδήσῃ εἰς ἕνα προμαχῶνα, ὅθεν ἠδύνατο, ἄν τὸν ἐκυρίευον, νὰ βλάπτωσι σημαντικὰ τὸν ἐχθρόν. 

Ἐπροχώρησαν μὲ ταχύτητα καὶ ὁρμὴν πολλὰ πλησίον τοῦ ἐχθρικοῦ προμαχῶνος, ἀλλὰ μὴ δυνηθέντες νὰ ἐξώσωσι τοὺς ἐχθροὺς ἐξ ἐφόδου, ἠναγκάσθησαν νὰ σταθῶσιν εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον πιάσει περὶ τὸν προμαχῶνα θέσιν. Μὴ δυνάμενοι δὲ νὰ βλάψωσι διὰ τῶν πυροβόλων τοὺς ἐχθρούς, μετεχειρίσθησαν τὰς πέτρας, κτυπούμενοι ὅμως καὶ αὐτοὶ μὲ πέτρας ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον καὶ ἐβλάφθησαν ὁπωσοῦν, καὶ ἰδόντες ἓν σῶμα πολυάριθμον Ἀλβανῶν ἐρχόμενον εἰς βοήθειαν τῶν ἀποκλεισμένων, ἠναγκάσθησαν ν’ ἀναχωρήσωσιν, ἀφ’ οὗ ἐφονεύθη ὁ Σκαμπαρδώνης καὶ ἐπληγώθησαν καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται. 

Βλέπων δὲ ὁ Καραϊσκάκης ὅτι τὸ Μετόχιον ἦτον θέσις ἁρμοδιωτάτη πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοπέδου, ἀπεφάσισε καὶ τὸ ὠχύρωσε μὲ δύω ἔτι προμαχῶνας, ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνα ἐξ ἀριστερῶν. Ὅταν ἡσύχαζον τὰ στρατεύματα, ἐσυνείθιζον νὰ κάμνωσι μεταξύ των διάφορα ἐρωτήματα. Ἐξετάζοντες λοιπὸν μίαν ἡμέραν οἱ ἐχθροὶ ποῖος τῶν ἀξιωματικῶν Ἑλλήνων ἦτον εἰς ἕκαστον ὀχύρωμα, ἐρώτησαν καὶ περὶ τοῦ ὀχυρώματος εἰς τὸ ὁποῖον ἦτον ὁ Βάσος· καὶ ὅταν ἔμαθον τοῦτο, ἀπεκρίθησαν περιφρονητικῶς ὅτι «αὐτὸς εἶναι δι’ ἡμᾶς». Ὁ Βάσος, μὴ ὑποφέρων τὴν περιφρόνησιν ταύτην, ἠθέλησε νὰ πράξῃ κἀνὲν ἔργον, δι’ οὗ ν’ ἀποδείξῃ ψευδῆ τὴν κατ’ αὐτοῦ ἰδέαν τῶν ἐχθρῶν, καὶ οὕτω διευθυνθεὶς πρὸς τὸν Καραϊσκάκην ἐζήτει νὰ διορισθῇ εἴς τινα ἐπικίνδυνον θέσιν, ὅπου πολεμῶν ἢ ν’ ἀποθάνῃ ἐνδόξως, ἢ ν’ ἀνακτήσῃ τὴν βλαφθεῖσαν ὑπόληψίν του. Πειθόμενος ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὴν αἴτησίν του τὸν διώρισε νὰ ὑπάγῃ διὰ νυκτὸς νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὴν κορυφὴν ἑνὸς λόφου πλησίον τῶν ἐχθρικῶν προμαχώνων καὶ νὰ κατασκευάσῃ καὶ ὀχύρωμα. Ἑτοιμασθεὶς λοιπὸν μὲ τοὺς περὶ αὐτὸν ἐπῆγεν εἰς τὴν θέσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἄρχισαν νὰ οἰκοδομῶσιν, ἤκουσαν οἱ ἐχθροὶ τὸν κτύπον καὶ ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτῶν· αὐτοὶ δὲ δειλιάσαντες ἐλειποτάκτησαν καὶ ἔφυγον ἄπρακτοι, ὥστε ὁ Βάσος ἐβλάφθη μᾶλλον, παρ’ ὅ,τι ὠφελήθη ἀπὸ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο. 

Ἡ αὔξησις τοῦ στρατοπέδου τοῦ Καραϊσκάκη ἡμέραν παρ’ ἡμέραν ἐγίνετο ἐπαισθητοτέρα· διάφορα Πελοποννησιακὰ σώματα εἶχον ἤδη φθάσει καὶ ἄλλα ἐπεριμένοντο. Ὁ Καραϊσκάκης βοηθούμενος ἀπὸ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἔπεμψαν εἰς αὐτὸν οἱ ἐν Ἑρμιόνῃ πληρεξούσιοι, ἐνέπνευσε πολλὴν προθυμίαν εἰς τοὺς στρατιώτας, τὴν ὁποίαν ἔτι μᾶλλον ηὔξησεν ἡ εἴδησις τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀφίξεως τοῦ λόρδου Κοχράνου. Ὅσον ὅμως ἡ κατάστασις τοῦ στρατοπέδου τούτου ἐφαίνετο εὐχάριστος, τόσον ἐλεεινὴ ἐπαρουσιάζετο ἡ κατάστασις τῶν πολιορκουμένων. Ἐπίτηδες ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολιν μὲ γράμματα παρέστησεν εἰς τὸν Καραϊσκάκην, ὅτι ἂν ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν δὲν γένῃ κἀμμία θεραπεία, τὸ φρούριον χάνεται. Ὁ Καραϊσκάκης ἀπήντησεν ἀμέσως εἰς τοὺς πολιορκουμένους μὲ τὸν ἴδιον ἀπεσταλμένον των, ὅτι ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχει, τὴν διάλυσιν τῆς πολιορκίας, καὶ ὅτι εἰς τοῦτο ἐνασχολεῖται μ’ ὅλας τὰς δυνάμεις του. Ἐπρόσθεσε δὲ καὶ ὅσα ἐνόμισεν ἁρμόδια εἰς τὴν περίστασιν διὰ νὰ ἐμψυχώσῃ τοὺς πολιορκουμένους νὰ ὑπομείνωσι. Μετὰ τοῦτο ἐκάλεσεν ἀμέσως τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου καὶ τοὺς ἀνέγνωσε τὰς ἐπιστολὰς τῶν πολιορκουμένων. Ἐπρόβαλε δὲ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀνάγκη τῆς Ἀκροπόλεως παρουσιάζεται σημαντική, μ’ ὅλον ὅτι τὰ ἐκ Πελοποννήσου στρατεύματα δὲν ἔφθασαν ἀκόμη ὅλα, νὰ δοκιμάσωσι μόνοι των οἱ εἰς τὸ στρατόπεδον εὑρισκόμενοι νὰ λάβωσι κοινωνίαν μετὰ τῶν εἰς Φαληρέα Ἑλλήνων, διασχίζοντες εἰς τὸ μέσον τὰ ἐχθρικὰ στρατεύματα, διὰ νὰ δυνηθῶσιν ἑπομένως ὅλοι ὁμοῦ νὰ προοδεύσωσιν ὁπωσοῦν πρὸς τὸν ἐλαιῶνα. 

Τὸ σχέδιον τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, καὶ ἀμέσως ὁ Καραϊσκάκης ἐπεχείρησε νὰ τὸ βάλη εἰς ἐνέργειαν· διώρισε νὰ κατασκευασθῶσι δύω ὀχυρώματα εἰς δύω ἐρείπια οἰκιῶν κειμένων πρὸς τὸν Πειραιᾶ, θέλων μὲ τοῦτο νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν λιμένα καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ἐκ τοῦ πλησίον ἐμπόδια εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις του· κατεσκεύασε δὲ καὶ ἐκ δεξιῶν τοῦ Μετοχίου ἕνα προμαχῶνα, ὅπου ἐτοποθέτησε τριακοσίους στρατιώτας· διὰ νὰ γείνωσι δὲ ταῦτα συντομώτερον, ἐπεστάτησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ συνειργάσθη μὲ τοὺς στρατιώτας, ὥστε τὸ πρωῒ εὑρέθησαν ἕτοιμα καὶ καλῶς διατεθειμένα. 

Ὁ Κιουταχῆς ἰδὼν τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὴν πρόοδον ταύτην τῶν Ἑλλήνων καὶ ὑποπτεύων τὴν αὔξησιν καὶ ἐπιτυχίαν των, ἔλαβε κατὰ νοῦν καὶ τὸ σχέδιον τῆς ἑνώσεως τοῦ Καραϊσκάκη μετὰ τῶν εἰς Φαληρέα νὰ ἐμποδίσῃ καὶ τὸ εἰς Κερατζίνι στρατόπεδον ν’ ἀποκλείσῃ ὥστε νὰ τὸ βιάσῃ διὰ τῆς ἐλλείψεως τῶν τροφῶν νὰ διαλυθῇ. Ἔπεμψε λοιπὸν ὀλίγους ἱππεῖς νὰ παρατηρήσωσι τὰς περὶ τὸ Ἑλληνικὸν στρατόπεδον τοποθεσίας καὶ λαβὼν παρ’ αὐτῶν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἔκαμε κίνημα μὲ δύω περίπου χιλιάδας πεζοὺς καὶ ἑξακοσίους ἱππεῖς· ἄφησεν ἐξ αὐτῶν τριακοσίους εἰς μίαν ἐκκλησίαν καὶ μὲ τοὺς λοιποὺς διευθυνόμενος διὰ τοῦ παραθαλασσίου τοῦ λιμένος, ἀνέβη εἰς τὴν παρακειμένην ράχην, σκοπὸν ἔχων, φαίνεται, νὰ κατασκευάσῃ ἐπ’ αὐτῆς ὀχυρώματα καὶ νὰ βάλῃ κανόνια εἰς τὴν ἄκραν διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν εἴσπλευσιν τῶν πλοίων εἰς τὸν κόλπον τοῦ Κερατζινίου. Ταὐτοχρόνως ἔστειλε καὶ χιλίους πεζοὺς καὶ πεντακοσίους ἱππεῖς ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ Δαφνίου διὰ νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τῆς Περαταριᾶς καὶ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐκεῖθεν διάβασιν τῶν Ἑλλήνων, ὥστε τὸ Ἑλληνικὸν στρατόπεδον ἀποκλεισθὲν τοιουτοτρόπως καὶ στερηθὲν τροφῶν ν’ ἀναγκασθῇ νὰ διαλυθῇ. Διατάξας ταῦτα ὁ Κιουταχῆς καὶ δώσας τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας εἰς τὰ διάφορα σώματα, αὐτὸς συνωδευμένος ἀπὸ ἑκατὸν περίπου ἐκλεκτοὺς ἱππεῖς ἐστέκετο ἀντικρὺ τοῦ Μετοχίου διὰ νὰ παρατηρῇ τὰ γινόμενα καὶ νὰ δίδῃ τὴν ἀναγκαίαν συνδρομὴν εἰς τὰ σώματα, ὅσα ἤθελον πιασθῇ εἰς μάχην. Ὁ δὲ Καραϊσκάκης ἀπέστειλε πεντακοσίους πεζοὺς καὶ ἕως πεντήκοντα ἱππεῖς διὰ ν’ ἀντιπαραταχθῶσι κατὰ τῶν εἰς τὴν ράχην ἐχθρῶν· διώρισε δὲ τοὺς εἰς τὸ Μετόχιον καὶ τοὺς περὶ αὐτὸ προμαχῶνας νὰ μένωσιν ἥσυχοι εἰς τὰς θέσεις των, ἐκτὸς ἐὰν ἴδωσι κινδυνεύοντας τοὺς μαχομένους, τότε δὲ νὰ στείλωσι μικράν τινα δύναμιν μόνον. Ἐπλησίασαν οἱ Ἕλληνες εἰς τοὺς περὶ τὴν ράχην ἐχθροὺς καὶ ἤρχισαν τὸν ἀκροβολισμόν, ἀλλ’ οἱ ἱππεῖς τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροπορεύοντο τῶν πεζῶν, ὀπισθοδρομήσαντες ὀλίγον διὰ νὰ γεμίσωσι τὰ πυροβόλα των, ἔδωκαν καιρὸν εἰς τοὺς Τούρκους νὰ ἐφορμήσωσιν, ἀντέστησαν ὅμως οἱ πεζοὶ καὶ τοὺς ἀντέκρουσαν. Ἐν τούτῳ τῷ μεταξὺ ὁ Καραϊσκάκης λαβὼν ἓν σῶμα πεζῶν διευθύνθη διὰ τοῦ παραθαλασσίου κατὰ τῶν ἐχθρῶν, σκοπεύων νὰ ἐπιπέσῃ εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὰ ὀπίσθια· μόλις ἐπροχώρησεν ὀλίγον ὁ Καραϊσκάκης, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἰδόντες τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔμελλον νὰ ἐκτεθῶσιν, ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Οἱ μὲν Τοῦρκοι λοιπὸν ἔφευγον ἔχοντες εἰς τὴν πλευράν των τὴν θάλασσαν, οἱ δὲ Ἕλληνες τοὺς κατεδίωκον διὰ τῆς πεδιάδος καὶ ἐπιταχύνοντες τὴν καταδίωξίν των ἠνάγκασαν τοὺς μὲν πεζοὺς νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν πλησιέστερον προμαχῶνά των, τοὺς δὲ ἱππεῖς νὰ συνέλθωσιν εἰς τὸ ὀχύρωμα ὅπου ἦτον καὶ ὁ Κιουταχῆς. Ἐνῷ δὲ οὗτοι ἔφευγον, τοὺς ἐκτύπησαν καὶ ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ ὀχυρώματα τὰ πλησιέστερα εἰς τὴν διάβασίν των, φονεύσαντες τινὰς τῶν ἱππέων καὶ πληγώσαντες μερικούς. Ἐνῷ δὲ τινὲς τῶν Ἑλλήνων ἐνησχολοῦντο εἰς τὸ νὰ λαφυραγωγήσωσιν ὅσους ἐκ τῶν φονευθέντων ἔλαβον εἰς τὴν ἐξουσίαν των καὶ ἦσαν διὰ τοῦτο εἰς ἀταξίαν, νομίσας ἁρμόδιον καιρὸν ὁ Κιουταχῆς, ἐφορμᾷ ὁ ἴδιος μὲ ὅλους τοὺς περὶ αὐτὸν ἱππεῖς καὶ προλαμβάνει τοὺς Ἕλληνας ἔξω ἀπὸ τὰ ὀχυρώματά των· γίνεται λοιπὸν συμπλοκὴ ἐκ τοῦ πλησίον, ὥστε τὰ τουφέκια ἀποκατέστησαν ἄχρηστα. Οἱ Ἕλληνες ἂν καὶ ἦσαν πεζοὶ καὶ ἀντεμάχοντο μὲ ἱππεῖς καὶ εἰς τὴν πεδιάδα, ἀντεστάθησαν ὅμως μὲ γενναιότητα, ὥστε οἱ ἐχθροὶ ἐβιάσθησαν ν’ ἀποσυρθῶσιν ὀπίσω εἰς τὰς θέσεις των· καὶ τοῦτο ὑπῆρξε τὸ τέλος ταύτης τῆς μάχης. Ἡ ζημία ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ὑπῆρξεν ὁμοία σχεδόν, οἱ Ἕλληνες ὅμως ἔλαβον τὴν ὑπεροχὴν εἰς τὸν ἀγῶνα. Ὁ δὲ Κιουταχῆς δὲν ἀπήλαυσεν ἄλλο εἰς τῆς ἡμέρας ταύτης τὸ κίνημα, εἰμὴ τὸ νὰ ὀχυρώσῃ τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἔστειλεν ἱκανὰς τροφὰς καὶ πολεμοφόδια. 

Οἱ ἐν τῇ Ἀκροπόλει ἰδόντες τοὺς ἀγῶνας τούτους ἐνεθαρρύνθησαν, καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἀποστείλαντες πεζοδρόμον ἀνήγγειλαν εἰς τὸν Καραϊσκάκην, ὅτι δύνανται ἀκόμα καὶ δέκα ἡμέρας περισσότερον ν’ ἀνθέξωσιν· ὅθεν ἂς μὴ βιασθῶσιν, ἀλλ’ ἃς ἐνασχοληθῶσι νὰ κάμωσι καλὸν σχέδιον διὰ νὰ διαλυθῇ ἡ πολιορκία τοῦ φρουρίου. Ὁ ἀρχηγὸς τοὺς ἔγραψεν ἐνθαρρύνων, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου ἐλπίζει μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ τῶν δεινῶν των. Παρῆλθον μερικαὶ ἡμέραι χωρὶς νὰ γένῃ κᾀμμία σημαντικὴ συμπλοκή, ἐκτὸς ἀκροβολισμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχον πάντοτε τὴν ὑπεροχὴν οἱ Ἕλληνες· οἱ Τοῦρκοι δὲ ἐφαίνοντο εἰς ἀθυμίαν, συλλογιζόμενοι ἴσως τοὺς κινδύνους καὶ τὰ δεινὰ τῆς φυγῆς, ἄν ἤθελον βιασθῇ νὰ λύσωσι τὴν πολιορκίαν καὶ ν’ ἀναχωρήσωσιν. Ὁ Καραϊσκάκης ἐνησχολεῖτο ἀδιακόπως καὶ μ’ ἐπιμονὴν εἰς τὴν διευθέτησιν τῶν ὀχυρωμάτων κ’ ἔγραφε συχνότατα πρὸς τοὺς Πελοποννησίους ὁπλαρχηγούς, ὅσοι ἦσαν διωρισμένοι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τοῦτο τὸ στρατόπεδον, διὰ νὰ καταφθάσωσι τὸ συντομώτερον· διότι ἐπεθύμει νὰ ἐξαπλώσῃ τὸ στρατόπεδον του διὰ νέων ὀχυρωμάτων, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀποκλείσῃ τὴν κοινωνίαν τῶν περὶ τὸν Φαληρέα ἐχθρῶν μὲ τὸ λοιπὸν στρατόπεδον. Ἐνῷ δὲ ἐγίνετο λόγος περὶ τούτου μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοπέδου, ὁ Βάσος ἐπιθυμῶν νὰ ἐκπλύνῃ τὸ προσαφθὲν εἰς αὐτὸν ὄνειδος τῆς ἀνανδρίας μὲ κᾀνεν λαμπρὸν κατόρθωμα, ἐπαρακάλεσε τὸν Καραϊσκάκην νὰ τὸν διορίσῃ νὰ κατασκευάσῃ εἰς τὴν θέσιν ταύτην κᾀνὲν ὀχύρωμα. Ὁ Καραϊσκάκης ἀποδεχθεὶς τὴν αἴτησίν του τὸν ἐδιόρισε νὰ ἑτοιμάσῃ ἀρκετὸν ἀριθμὸν παλουκίων· διώρισε ταὐτοχρόνως καὶ τοὺς εἰς Φαληρέα Ἕλληνας νὰ ἑτοιμάσωσι τὴν ἀναγκαίαν ὕλην διὰ νὰ κατασκευάσωσι τρία ὀχυρώματα. 

Ἀφ’ οὗ εἰς διάστημα τριῶν ἡμερῶν ἔγεινεν ἡ ἀναγκαῖα ἑτοιμασία, ἐπῆγεν ὁ Καραϊσκάκης μόνος του εἰς Φαληρέα καὶ ἐπροσδιόρισε τὰς θέσεις, ὅπου ἔπρεπε νὰ κατασκευασθῶσι τὰ ὀχυρώματα, κατέστησεν ἐπιστάτην τὸν Μακρυγιάννην, διέταξε ποῖα σώματα νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς ἕκαστον ὀχύρωμα καὶ τοὺς ἐπαρακίνησεν ἐπιμόνως νὰ ἐργασθῶσι δι’ ὅλης τῆς νυκτός, ὥστε τὸ πρωῒ νὰ εὑρεθῶσιν ἕτοιμα καὶ καλῶς ἀσφαλισμένα τὰ ὀχυρώματα. Μετέβη μετὰ τοῦτο εἰς Κερατζίνι καὶ λαβὼν τὸν Βάσον ὁμοῦ μὲ τὰ διωρισμένα σώματα, ἐπῆγε διὰ νυκτὸς καὶ κατεσκεύασε δύω δυνατὰ ὀχυρώματα, περιγυρισμένα μὲ τάφρον καὶ ἔχοντα ὑπογείους οἰκίσκους, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ προφυλάττωνται οἱ στρατιῶται ἀπὸ τὰς βολὰς τῶν ἐχθρικῶν κανονίων. Ὁ σκοπὸς τοῦ ἀρχηγοῦ ἦτον νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς περὶ τὸν Φαληρέα ἐχθροὺς τοῦ νὰ συγκοινωνῶσι μὲ τὸ λοιπὸν στρατόπεδον τοῦ Κιουταχῆ. Μὴ διακρίνων καθαρὰ τὸν τόπον διὰ τὸ βαθὺ τῆς νυκτὸς σκότος, ἐνόμισεν ὅτι ἐπλησίασεν ἀρκετὰ εἰς τὰ ἄλλα ὀχυρώματα τὰ ἀνεγερθέντα ἀπὸ τοὺς εἰς Φαληρέα Ἕλληνας, ὥστε νὰ ἀποκλεισθῶσιν οἱ ἐχθροί· πλὴν ἠπατήθη, καὶ τὸ πρωῒ τὴν ἐρχομένην ἡμέραν εἶδε τὸ λᾶθος. 

Μεταξὺ τῶν προμαχώνων τῶν ἀνεγερθέντων ἀπὸ τοὺς εἰς Φαληρέα Ἕλληνας καὶ ἀπὸ τοὺς περὶ τὸν Καραϊσκάκην ἔμεινε κενὸν διάστημα, ὅθεν ἠδύναντο νὰ διαβαίνωσιν οἱ ἐχθροὶ καὶ νὰ συγκοινωνῶσι μὲ τὸ λοιπὸν στρατόπεδον χωρὶς βλάβην των. Ὁ Καραϊσκάκης ἐπιθυμῶν νὰ ὠφεληθῇ κἂν κατ’ ἄλλον τρόπον ἀπὸ τὸ λᾶθος τοῦτο, διώρισεν ἓν σῶμα Ἑλλήνων νὰ ἐνεδρεύσῃ κεκρυμμένον ὄπισθεν τῶν εἰς τὸ κενὸν τοῦτο διάστημα διεσπαρμένων πετρῶν. Οἱ Τοῦρκοι νομίζοντες ἐλευθέραν τὴν διάβασιν, ἐκίνησαν πρὸς τὸ ἄλλο στρατόπεδον, ὅπου κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦτον καὶ ὁ ἴδιος Κιουταχῆς, ἀλλ’ ἀντικρουσθέντες ἀπὸ τοὺς ἐνεδρεύοντας ἐμποδίσθησαν ἱκανὴν ὥραν, τελευταῖον ὅμως διέβησαν βιάσαντες τοὺς ἐνεδρεύοντας ν’ ἀφήσωσι τὴν ὁποίαν ἐφύλαττον διάβασιν. Ἀπὸ τὸ περιστατικὸν τοῦτο ἐννόησεν ὁ Κιουταχῆς καὶ τὸ λᾶθος τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸν κίνδυνον εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἐκτεθῇ τὸ κατὰ τὸν Φαληρέα στράτευμά του, ἐὰν δὲν ἤθελε βοηθηθῇ ἀπὸ τοῦτο τὸ λᾶθος. Ἀπεφάσισε λοιπὸν νὰ κάμῃ ὅσον τάχος τὴν διόρθωσιν, καὶ διὰ τοῦτο ὅλην ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐνησχολεῖτο εἰς ἑτοιμασίαν. Τὰς ἑτοιμασίας ταύτας παρατηρήσαντες οἱ εἰς τὸ Μετόχιον Ἕλληνες καὶ ἐννοήσαντες τὸν σκοπόν, ἔπεμψαν εἴδησιν καὶ εἰς τὸν Βάσον, παρακινοῦντές τον νὰ πέμψῃ τὴν ἐρχομένην νύκτα ἱκανὸν σῶμα στρατιωτῶν εἰς νυκτερινὴν φυλακὴν ἀντὶ τῶν ὀλίγων στρατιωτῶν, τοὺς ὁποίους ἐσυνείθιζε νὰ πέμπῃ προλαβόντως. Ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἔπραξε κατὰ τὴν παραγγελίαν. Τὴν νύκτα λοιπὸν δύω περίπου χιλιάδες Τοῦρκοι, ἐφωδιασμένοι μὲ διάφορα ἐργαλεῖα, ἐστάλησαν ἀπὸ τὸν Κιουταχῆν διὰ νὰ κατασκευάσωσι προμαχῶνα εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον εἶχον ἀφήσει κενὸν οἱ Ἕλληνες. Ἅμα ἔφθασαν ἐκεῖ ἐδίωξαν τὴν παρὰ τοῦ Βάσου διωρισμένην ὀλιγάνθρωπον φυλακὴν καὶ ἤρχισαν νὰ καταβάλλωσι τὰ θεμέλια τοῦ ὀχυρώματός των. 

Ἀμέσως εἰδοποιήθη ὁ Καραϊσκάκης τὸ ἐχθρικὸν τοῦτο κίνημα, καὶ τὴν αὐτὴν στιγμὴν διαβὰς ἀπὸ τὰ πλησιέστερα ὀχυρώματα, ἔλαβε μαζύ του μερικοὺς στρατιώτας καί τινας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ μετέβη ὅπου ἦτον ὁ Βάσος, τὸν ὁποῖον ἀφ’ οὗ ἐπέπληξεν αὐστηρά, τὸν διέταξε νὰ λάβῃ ὅλους τοὺς σὺν αὐτῷ καὶ νὰ ἀκολουθήσῃ κατόπι του. Συγκροτήσας οὕτως ἓν σῶμα ἱκανὸν, ὥρμησε κατὰ τῶν Τούρκων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐφώναξε μάλιστα ὁ ἴδιος, ὅτι πηγαίνει αὐτοπροσώπως. Οἱ Τοῦρκοι ἀντέστησαν εἰς τὴν ὁρμὴν τῶν Ἑλλήνων, καὶ βλέποντες αὐτοὺς καθαρῶς εἰς τὸ φῶς τῆς Σελήνης (διότι ἦτον πανσέληνος) τοὺς ἀντέκρουσαν μὲ ἐπιμονήν, ὥστε ἐκινδύνευσε καὶ ὁ ἴδιος ἀρχηγός. Ἀλλὰ τελευταῖον οἱ Ἕλληνες ἐφορμήσαντες μὲ ἀνδρίαν ἠνάγκασαν τοὺς ἐχθροὺς νὰ ἀποσυρθῶσιν· ἔμειναν μόνον ὀλιγώτατοι εἰς τὸ νεοκατασκευασθὲν ἐκ τοῦ προχείρου ὀχύρωμα, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀντιπολεμοῦντες ἐπλήγωσαν τινὰς τῶν Ἑλλήνων, τοὺς πλησιάσαντας περισσότερον. Ἡ ἄγνοια τοῦ ἀριθμοῦ τῶν διαμεινάντων ἐχθρῶν καὶ ἡ εἴδησις τῶν πληγωθέντων ἔκαμε τοὺς Ἕλληνας νὰ ὀπισθοδρομήσωσι, καὶ οὕτως ἀπέτυχε τὸ κίνημα. 

Ὁ Καραϊσκάκης πνέων ὅλος ἀγανάκτησιν, ἐπιστρέφει εἰς τὸ ὀχύρωμα τοῦ Βάσου καὶ ἀφ’ οὗ ὠνείδισεν αὐτὸν μὲ πολλὴν σκληρότητα, τοῦ ἐπρόσθεσεν ὅτι τὴν ἰδίαν νύκτα ἢ πρέπει μὲ τοὺς μετ’ αὐτοῦ νὰ διώξωσι τὸν ἐχθρὸν ἀπὸ τὴν θέσιν ταύτην, ἢ θέλει τοὺς ἀποκαταστήσει ὄνειδος τοῦ στρατεύματος [43]. Φιλοτιμούμενοι οὗτοι νὰ διορθώσωσι τὸ σφάλμα των, ἐπιπίπτων ἐκ νέου κατὰ τῶν ἐχθρῶν καὶ κατορθώνουν νὰ τοὺς τρέψωσιν εἰς φυγήν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο τὸ μεταξὺ φονεύεται ὁ σαλπιγκτὴς καὶ εἷς ἀξιωματικὸς καὶ πληγώνονται καὶ μερικοὶ στρατιῶται. Τοῦτο τὸ συμβάν, ἐνῷ ἐβράδυνε τὴν ὁρμὴν τῶν Ἑλλήνων, ἐμψύχωσε τοὺς ἐχθρούς, ὥστε ἀντέστησαν θαῤῥαλέως καὶ ἐπέμειναν εἰς τὸ ὀχύρωμά των, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶχον ἐπισκευάσει καλήτερον. Ἡ ἀποτυχία αὕτη ἐλύπησε μεγάλως τὸν ἀρχηγόν, τὸ περισσότερον διότι ἀπὸ μικρὸν λᾶθος ὑστερήθη μέγα ἀποτέλεσμα καὶ διότι ἔβλεπεν ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν του μὲ μόνας τὰς ὁποίας εἶχε δυνάμεις, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε καὶ νὰ κινδυνεύσῃ διὰ νὰ βασταχθῇ εἰς τὰς θέσεις του. Ἀπεφάσισε δὲ νὰ μὴν κάμῃ κᾀνὲν νέον κίνημα, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίζηται εἰς τὰς θέσεις του ἕως νὰ λάβῃ νέας δυνάμεις. 

Δὲν ἐπέρασαν ὅμως πολλαὶ ἡμέραι καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ στρατόπεδον ὁ Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, οἱ Πετμεζαῖοι, ὁ Χ. Σισίνης καὶ ἄλλοι μὲ δύω περίπου χιλιάδας στράτευμα. Ὁ Καραϊσκάκης ἀγανακτημένος ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν ἀποτυχίαν, εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ πράξῃ κᾀνὲν σημαντικὸν ἔργον πρὸς βλάβην τοῦ ἐχθροῦ. Ἐπειδὴ δὲ ηὐξήνθησαν ἱκανῶς αἱ δυνάμεις του, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο πλέον ἁρμόδιος εἰς τοῦτο καιρός. Ὅθεν μίαν ἡμέραν περὶ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου λαμβάνει ὅλον τὸ ἱππικὸν καὶ ὀλίγους πεζοὺς καὶ διευθύνεται πρὸς τὸν ἐλαιῶνα. Ὁ Κιουταχῆς, ὅστις ἐφοβεῖτο καὶ ὑπώπτευεν ἀπ’ ὅλα τὰ κινήματα τοῦ Καραϊσκάκη, εἶχε πάντοτε ἑτοίμην μίαν δύναμιν ἀπὸ τριακοσίους ἱππεῖς καὶ χιλίους πεζοὺς διὰ νὰ κινῆται ἀμέσως εἰς τὴν προσταγήν του. Τὴν δύναμιν ταύτην διεύθυνεν ἀμέσως κατὰ τοῦ Καραϊσκάκη· τὴν διώρισε δὲ νὰ προσπαθήσῃ νὰ διακόψῃ τὸν Καραϊσκάκην ἀπὸ τὸ στρατόπεδόν του πιάνουσα τὸν δρόμον, ὅθεν ἔμελλε νὰ ἐπιστρέψῃ. Τὸ κίνημα τοῦτο ἐννοήσας ἀμέσως ὁ Καραϊσκάκης ἀπεσύρθη μὲ ταχύτητα εἰς τὸ στρατόπεδον, ἀφήσας εἰς ἐνέδραν τοὺς μετ’ αὐτοῦ πεζούς. Ὅταν οἱ ἐχθροὶ ἐπλησίασαν, οἱ ἐνεδρεύοντες ἐπυροβόλησαν· ἀλλ’ οἱ Τοῦρκοι ἐπιπεσόντες εἰς αὐτοὺς καὶ πεζοὶ καὶ ἱππεῖς τοὺς ἔτρεψαν εἰς φυγὴν καὶ τοὺς ἠνάγκασαν ν’ ἀποσυρθῶσι πρὸς τὸν πλησίον λόφον· ἔπειτα ἔδραμον κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἱππικοῦ. Ἰδόντες τὸ κίνημα τοῦτο οἱ εἰς τὸ Μετόχιον Ἕλληνες καὶ ὑποπτεύσαντες ἔδραμον εἰς βοήθειαν τῶν οἰκείων των. Ἀλλ’ ἕως οὗτοι νὰ φθάθωσιν, οἱ Τοῦρκοι εἶχον ἤδη συλλάβει ζῶντα τὸν σεϊταρῆν (τυμπανιστὴν) τοῦ ἱππικοῦ. Ὅταν δὲ ἔφθασαν, ἀπέκρουσαν τὴν ὁρμὴν τῶν ἐχθρῶν, καὶ ἡ μάχη ἦλθεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν. Ἡ στιγμιαία ὅμως τροπὴ τῶν ἐνεδρευσάντων Ἑλλήνων ἔκαμε νὰ δράμωσιν εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης ὅλοι οἱ μετὰ τοῦ Ι. Θ. Κολοκοτρώνη καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὰ πλησίον ὀχυρώματα, ὥστε ἐσυσσωματώθησαν ἕως δύω χιλιάδες. Ὁ Καραϊσκάκης εὑρεθεὶς περικυκλωμένος ἀπὸ τοσαύτην δύναμιν καὶ ἐπιθυμῶν νὰ μὴν ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ στρατόπεδον ἄπρακτος, ἐνεθάῤῥυνε τοὺς Ἕλληνας καὶ παρακινῶν ὀνομαστὶ τοὺς σημαντικωτέρους τοὺς διορίζει νὰ ἐφορμήσωσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Ὑπήκουσαν ἀμέσως εἰς τὴν φωνὴν τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ ἐφορμήσαντες ἔτρεψαν εἰς φυγὴν ὅλην τὴν ἐχθρικὴν δύναμιν καὶ ἀκολουθοῦσαν διώκοντες, ἕως οὗ οἱ Τοῦρκοι ἀπεσύρθησαν ὠθοῦντες ἀλλήλους καὶ ἐσυσσωρεύθησαν εἰς ἓν κοίλωμα τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπροφύλαττεν ἀπὸ τὰ πυροβόλα τῶν Ἑλλήνων· ἐπροσπάθησαν νὰ ὀχυρωθῶσιν εἰς τοῦτο τὸ μέρος, ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες ἐφορμήσαντες τοὺς ἐξέβαλον καὶ τοὺς διεσκόρπισαν, καὶ οἱ μὲν ἱππεῖς διευθύνθησαν εἰς τὴν πρὸς Ἀθήνας πεδιάδα, οἱ δὲ πεζοὶ εἰς ἓν τῶν γειτνιαζόντων ὀχυρωμάτων. Ὁ Κιουταχῆς λέγουν ὅτι ἀπεκεφάλισε δύω ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ντελήδων πρωταιτίους τρόπον τινὰ τῆς φυγῆς. Τοῦ ἐφάνη δὲ παράδοξον νὰ καταδιώκωνται ἀπὸ τόσον ὀλιγάριθμον ἱππικὸν Ἑλληνικὸν τριακόσιοι περίπου ἱππεῖς Ὀθωμανοί. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἰδὼν ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶχον ἤδη ἀποκάμει ἀπὸ τὸν ἀγῶνα, τὸν κόπον καὶ τὴν δίψαν καὶ μὴ θέλων νὰ τοὺς ἐκθέσῃ εἰς νέαν προσβολήν, τὴν ὁποίαν πιθανῶς ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὁ Κιουταχῆς, τοὺς διέταξε ν’ ἀποσυρθῶσι τακτικῶς καὶ προφυλακτικῶς διὰ νὰ μὴ βλαφθῶσιν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, ἄν τυχὸν ἐπιχειρήσωσι νὰ τοὺς καταδιώξωσιν. Ἡ μάχη αὕτη διήρκεσεν ἓξ ὥρας κατὰ συνέχειαν· ἐφονεύθησαν δὲ ἐκ μὲν τῶν Ἑλλήνων ἕως εἴκοσι, ἐπληγώθησαν διπλάσιοι, ἐφονεύθησαν καὶ εἴκοσι δύω πολεμιστήριοι ἵπποι· τῶν δὲ ἐχθρῶν ἡ ζημία δὲν ἔγεινε γνωστή, συμπεραίνεται ὅμως νὰ ἔγεινε σημαντικὴ ἀφ’ ὅσα διηγήθησαν δύω νέοι χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Λιδωρικίου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μισθωτοὶ εἰς τὸ σῶμα τοῦ Τζέλιου Πίτζαρη καὶ ἐν καιρῷ τῆς μάχης ηὐτομόλησαν πρὸς τοὺς Ἕλληνας λαβόντες τὴν σάλπιγκα, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν εἶχον λάβει οἱ Τοῦρκοι φονεύσαντες τὸν σαλπιγκτήν. 

Ἡ νίκη αὕτη ἐμψύχωσεν ὅλους ἐν γένει τοὺς συγκροτοῦντας τὸ στρατόπεδον καὶ ὁ Καραϊσκάκης, ἐφορεύων μόνος του, δὲν ἄφινε νὰ μένωσιν ἀργοὶ οἱ Ἕλληνες, ὥστε καθ’ ἡμέραν σχεδὸν ἐγίνοντο ἀκροβολισμοὶ εἰς διάφορα μέρη τοῦ στρατοπέδου. Οἱ ἀκροβολισμοὶ οὗτοι ἐγίνοντο ἐνίοτε γενικώτεροι, ὥστε ἀποκατεσταίνοντο μάχαι, καθὼς καὶ τὴν 30 Μαρτίου, ὅτε ἐφονεύθησαν τινὲς καὶ ἐπληγώθησαν ὁ Λεόντιος Λαζόπουλος Ὀλύμπιος καὶ ὁ Ἀναστασιέλος. 

Κατὰ ταύτην τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν ἐν Τροιζῆνι Συνέλευσιν ἔγεινε πρόβλημα νὰ διορισθῇ ἀρχιστράτηγος ὁ Τζιούρτζ. Οἱ εἰς αὐτὴν ἀπεσταλμένοι πληρεξούσιοι τοῦ στρατοπέδου ἐνόμισαν ἀναγκαῖον, πρὶν συγκατατεθῶσιν εἰς τοῦτο, νὰ τὸ γνωστοποιήσωσιν εἰς τὸν Καραϊσκάκην. Ὁ Καραϊσκάκης ἀπεκρίθη μὲ γενναιότητα: «Αἱ Ἀθῆναι νὰ ἐλευθερωθῶσι, τὰ μέσα τοῦ στρατοπέδου νὰ μὴ λείψωσι, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ ὁποιονδήποτε ἀρχηγὸν διορίσωσιν». Ἐφάνη ὅμως μετὰ ταῦτα ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τρόπον τινὰ τοῦ θανάτου του. 

Ὁ Καραϊσκάκης, ἀφ’ οὗ συνήχθησαν καὶ ἄλλα στρατεύματα, νομίζων ὅτι ἦτον ἤδη εἰς κατάστασιν νὰ κατασκευάσῃ τὸν προμαχῶνα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπιχειρήσας δὲν εἶχεν ἐπιτύχει, διέταξε τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὸ Μετόχιον νὰ παραχωρήσωσι τὴν θέσιν των εἰς τὸν Ι. Θ. Κολοκοτρώνην καὶ νὰ ἦναι ἕτοιμοι νὰ τὸν ἀκολουθήσωσιν, ὅταν τοὺς διορίσῃ. Ἑτοιμάσας λοιπὸν τὴν ἀναγκαίαν ὕλην, ἐπῆγε μὲ αὐτοὺς τὴν νύκτα καὶ ἐπεχείρησε νὰ κατασκευάσῃ τὸν προμαχῶνα. Μ’ ὅλον ὅτι δὲ οἱ ἐχθροὶ τοὺς ἐννόησαν καὶ τοὺς ἀντεπολέμησαν ἀπὸ τὰ πλησίον ὀχυρώματα μὲ πυροβόλα καὶ μὲ ἓν κανόνιον, οἱ Ἕλληνες φιλοτιμούμενοι ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν καὶ ἁμιλλώμενοι πρὸς ἀλλήλους, ἐπέμειναν καὶ κατεσκεύασαν τὸ ὀχύρωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον μόλις ἀπεῖχεν ἀπὸ τὰ ἐχθρικὰ ἕως ἑβδομήκοντα βήματα. 

Ὁ Κιουταχῆς φοβούμενος μὴ κατορθώσωσιν οἱ Ἕλληνες νὰ κάμωσι προμαχῶνας καὶ εἰς τὸν ἐλαιῶνα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἶναι πολλὰ ἐπικίνδυνον δι’ αὐτόν, κατεσκεύασε καὶ αὐτὸς ἄλλους προμαχῶνας μεταξὺ τοῦ ἐλαιῶνος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοπέδου. Ἐπροσπαθοῦσε δὲ παντοιοτρόπως ν’ ἀντικρούῃ τὴν πρόοδον τῶν Ἑλλήνων. Διὰ τοῦτο, ὅταν ἓν σῶμα στρατιωτῶν διωρισμένον ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκην ἐπῆγε νὰ πιάσῃ ἓν πηγάδιον, κείμενον εἰς τὴν παρακειμένην πεδιάδα, ὁ Κιουταχῆς ἐκινήθη κατ’ αὐτοῦ μὲ ἱκανὴν πεζικὴν καὶ ἱππικὴν δύναμιν, στοχαζόμενος ἴσως ὅτι ἀνεγείρων ὀχυρώματα καὶ πιάνων θέσεις πλησίον τῶν Ἑλλήνων, ἠδύνατο νὰ τοὺς στενοχωρήσῃ καὶ νὰ τοὺς βλάψῃ. Οἱ Ἕλληνες ἀντεστάθησαν καὶ τὸν ἀντέκρουσαν μὲ ἀνδρίαν, δὲν ἠμπόρεσαν μ’ ὅλον τοῦτο νὰ τὸν ἐμποδίσωσι τοῦ νὰ κυριεύσῃ τὸ πηγάδιον καὶ ἄλλας τινὰς περὶ αὐτὸ θέσεις, ὅπου κατεσκεύασαν ὀχυρώματα· ἀπήλαυσεν ὅμως ταῦτα μὲ ζημίαν ἑκατὸν περίπου φονευμένων· ἀπὸ δὲ τοὺς Ἕλληνας ἐφονεύθησαν ἕως δεκαπέντε καὶ ἐπληγώθησαν διπλάσιοι. 

Ὁ Καραϊσκάκης διὰ νὰ διορθώσῃ τὴν ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ πηγαδίου βλάβην, διώρισε καὶ κατεσκεύασαν δύο ὀχυρώματα ἐπί τινος λόφου πρὸς τὸ πηγάδιον, τὰ ὁποῖα μόλις ἀπεῖχον τῶν ἐχθρικῶν ἕως διακόσια βήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐτοποθέτησε τοὺς Πετμεζαίους καὶ τὸν Σισίνην μὲ τοὺς ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν των. Βλέπων δὲ ὅτι εὐδοκιμοῦσαν τὰ ἐπιχειρήματά του καὶ προώδευον ἀρκετά, εἶχε μεγάλην χαράν, ἡ ὁποία ἐφαίνετο πρὸ πάντων ἀπὸ τὸ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου φέρσιμόν του. Δὲν ἐφείδετο κᾀνὲν εἶδος ἐπαίνου πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον πράξει κᾀνὲν ἔργον ἀνδρίας ἢ φρονήσεως εἰς τὸν πόλεμον· πρὸ πάντων ὑπερεξεθείαζε τὸ ἐν Μετοχίῳ σῶμα, διὰ τοῦ ὁποίου κατώρθωσε νὰ κατασκευάσῃ τὸ ὀχύρωμα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποτύχει τὴν πρώτην φορὰν καὶ τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ὡς σημαντικώτατον, διότι ἐκεῖθεν ἐθεώρει τὰ κινήματα τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἐπροστάτευε τὰ περὶ αὐτὸ λοιπὰ ὀχυρώματα. 

Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἦτον τὸ στρατόπεδον ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ὁ Κόχραν διωρισμένος ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν Ναύαρχος. Ἔφερε δὲ μεθ’ ἑαυτοῦ διάφορα πολεμικὰ πλοῖα, ἐν οἷς καὶ τὸ δίκροτον ἡ «Ἑλλάς». Ὁ Καραϊσκάκης συνωδευμένος ἀπὸ τοὺς σημαντικωτέρους τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοπέδου ἐπῆγεν εἰς συνέντευξιν αὐτοῦ. Ὁ τρόπος τῆς ὑποδοχῆς, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη πρὸς αὐτοὺς ὁ Κόχραν, τοὺς εἴλκυσε πολλά, ὥστε ἔγινε λόγος μεταξύ των ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἦναι ψευδῆ τὰ περὶ αὐτοῦ λεγόμενα. Ὁ Κόχραν ἐρώτησεν εἰς τὴν συνέντευξιν ταύτην τὸν ἀρχηγὸν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοπέδου καὶ περὶ τῆς Ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὸς τοῦ ἐξέθεσεν ἐν συνόψει τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοπέδου, περὶ δὲ τῆς Ἀκροπόλεως τοῦ ἐκοινοποίησε τὰς τελευταίας ἐπιστολὰς τῶν πολιορκουμένων. Ὁ Κόχραν ἐπαινέσας τὸν ζῆλον τοῦ στρατεύματος, ἐπρόσφερεν εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ Καραϊσκάκη μίαν σημαίαν κυανῆν, ἔχουσαν ἐν τῷ μέσῳ τὴν γλαῦκα, ὑπεσχέθη δὲ νὰ οἰκονομήσῃ ὅλας τὰς ἐλλείψεις του. Περὶ δὲ τῆς Ἀκροπόλεως ὡμίλησε μὲ πολλὴν ζωηρότητα. Εἶπεν ὅτι καὶ τὴν ἰδίαν του ζωὴν προσφέρει διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν Ἀθηνῶν· ὑπεσχέθη χίλια δίστηλα εἰς ἐκεῖνον, ὅστις πρῶτος ἤθελε στήσει τὴν σημαίαν εἰς τὰ τείχη τῆς Ἀκροπόλεως, καὶ ἔταξε πολλὰς δωρεὰς καὶ ἀμοιβὰς εἰς ὅλους, ὅταν ἤθελε διαλυθῇ τὸ ἐχθρικὸν στρατόπεδον. 

Ὅσην ὑπόληψιν ἔλαβεν ὁ Καραϊσκάκης πρὸς τὸν Κόχραν, τόσην καταφρόνησιν καὶ ἀπέχθειαν πρὸς τὸν Τζιούρτζ, διορισθέντα καὶ αὐτὸν ἀρχιστράτηγον. Ἂν καὶ ἦναι πιθανὸν νὰ ἐκινήθη εἰς τοῦτο ἀπὸ ζηλοτυπίαν, μ’ ὅλον τοῦτο τὰ πρῶτα τοῦ ἀρχιστρατήγου κινήματα τοῦ ἔδωκαν ἱκανὴν αἰτίαν νὰ τὸν μεμφθῇ καὶ νὰ τὸν κατακρίνῃ. Ὁ Τζιούρτζ, ἅμα διωρίσθη, ἐπεχείρησε νὰ στρατολογήσῃ καὶ ἔδωκε διὰ τοῦτο χρήματα εἰς τὸν Κώσταν Βλαχόπουλον. Μετέβη ἔπειτα εἰς Μέγαρα, ὅπου διέτριβον οἱ Σουλιῶται ἀρχηγοί· ἔδωκε καὶ εἰς αὐτοὺς μίαν ποσότητα χρημάτων καὶ τοὺς κατέπεισε μ’ αὐτὰ νὰ συμμεθέξωσι τοῦ ἀγῶνος. Ὥστε τὶ συνέβη ἐκ τούτου; Οἱ μὴ κινδυνεύσαντες καὶ μὴ ἀγωνισθέντες ἐπροπληρώθησαν διὰ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα, οἱ δὲ συγκροτοῦντες τὸ στρατόπεδον καὶ ἀγωνισθέντες δὲν ἀπήλαυσαν τίποτε. Ἡ δυσαρέσκεια διὰ τὴν ἀνισότητα ταύτην ἦτον γενικὴ εἰς τὸ στρατόπεδον, ἡ ἐλπὶς ὅμως ἑνὸς μέλλοντος εὐτυχοῦς ἔκαμνε τοὺς στρατιώτας νὰ ὑπομένωσιν. 

Ὅταν ἔφθασε καὶ ὁ Τζιοὺρτζ εἰς τὸ στρατόπεδον, ἐπῆγεν εἰς συνέντευξίν του ὁ ἀρχηγὸς μὲ τοὺς σημαντικωτέρους ἀξιωματικούς του. Τὰς αὐτὰς σχεδὸν ἐρωτήσεις τοῦ Κόχραν ἔκαμε καὶ αὐτὸς καὶ τὰς ἰδίας ἀπαντήσεις ἔλαβεν. Ἐμβῆκε δὲ εἰς ἐνέργειαν, καὶ τὸ πρῶτον ἔργον του ἐστάθη νὰ διορίσῃ νέους φροντιστάς, τὸ ὁποῖον ἐλύπησε καιρίως τὸν Καραϊσκάκην· διότι ὑπετίθετο δυσπιστία εἰς τοὺς παρ’ αὐτοῦ διωρισμένους φροντιστάς. Διὰ τοῦτο, ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἱππικοῦ διευθύνθη πρὸς τὸν Καραϊσκάκην διά τινας ἀνάγκας τῶν ἱππέων, αὐτὸς διεύθυνε τὸν ἀπεσταλμένον πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον, λέγων ὅτι πρὸς ἐκεῖνον πρέπει ν’ ἀποτείνωσι τοῦ λοιποῦ τὰς αἰτήσεις των. Ὁ ἀπεσταλμένος ἐπρόβαλε τὴν ἀνάγκην τοῦ ἱππικοῦ εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον, ἀλλ’ αὐτὸς ἀπεκρίθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ τοῦ χορηγήσῃ τὸ ζητούμενον, διότι δὲν ἔβαλεν εἰσέτι εἰς τάξιν τὰς ὑποθέσεις του. Ἡ ἄρνησις αὕτη ἐπείραξε τοὺς ἱππεῖς καὶ ἐπαραπονέθηκαν εἰς τὸν Καραϊσκάκην, ὁ ὁποῖος ἔδειξε τὴν δυσαρέσκειάν του καὶ τοὺς ἐφανέρωσεν ὅτι συμπάσχει καὶ ὁ ἴδιος. 

Μ’ ὅλον τοῦτο ὁ Καραϊσκάκης ἐνεργοῦσεν ἀκούραστα τὰ καθήκοντά του, καὶ εὐχαριστούμενος διὰ τὰς καθ’ ἡμέραν προστιθεμένας νέας δυνάμεις, ἐνησχολεῖτο προθύμως εἰς τὴν διευθέτησιν αὐτῶν, ἐπέβλεπε πανταχοῦ καὶ διοίκει τὸ στράτευμα τόσον τακτικὰ, ὥστε ὅλοι ἐθαύμαζον τὴν φρόνησιν καὶ δραστηριότητά του. Καὶ τῷ ὄντι ὁ Καραϊσκάκης ἦτον πρῶτος ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἀρχηγούς, ὅστις ἔλαβεν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του διὰ μιᾶς δεκαπέντε περίπου χιλιάδας στράτευμα καὶ τὸ διοίκησε μὲ τὴν μεγαλητέραν τάξιν, ἐμπειρίαν καὶ φρόνησιν. 

Ἀλλ’ ὅσον εὐχάριστος ἦτον ἡ κατάστασις τοῦ στρατοπέδου, τόσον ἀθλία ἐπαρουσιάζετο ἐκείνη τῶν πολιορκουμένων. Ἀνήγγειλαν κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸν ἀρχηγὸν ὅτι ἐξέλιπον διόλου σχεδὸν καὶ αἱ τροφαὶ καὶ τὸ νερὸν καὶ τὰ ἰατρικὰ διὰ τοὺς πληγωμένους καὶ ἀσθενεῖς, ὥστε εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἐσχάτην ἀμηχανίαν. Τοῦτο ἔδωκεν αἰτίαν εἰς τὸν Καραϊσκάκην νὰ συγκροτήσῃ συμβούλιον περὶ τῆς Ἀκροπόλεως. Συνῆλθον λοιπὸν εἰς τὴν σκηνήν του μέρος τῶν προκριτωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ ὁ Κόχραν. Γενομένης δὲ συζητήσεως περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θέλουν δυνηθῆ νὰ ἐπιταχύνωσι τὴν διάλυσιν τῆς πολιορκίας, ὁ Καραϊσκάκης ἐπρόβαλεν ὅτι νομίζει τῆς πρώτης ἀνάγκης τὸ νὰ κυριευθῇ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τὸ μοναστήριον τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος εἰς Πειραιᾶ· διότι μὲ τοῦτο ἤθελον πέσει εἰς τὴν ἐξουσίαν των καὶ ὅλα τὰ περὶ αὐτὸ ὀχυρώματα, ὥστε τὸ εἰς Κερατζίνι στρατόπεδον ἤθελεν ἑνωθῇ μὲ τὸ εἰς Φαληρέα, καὶ τότε ὅλοι ὁμοῦ ἤθελον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιχειρήσωσι κᾀνὲν κίνημα γενικὸν κατὰ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοπέδου μὲ ἐλπίδα ἐπιτυχίας. Ὁ Κόχραν ἐζήτησε ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν νὰ τοῦ εἰπῇ τί νὰ πράξῃ, ἢ πῶς νὰ κατασταθῇ ὠφελιμώτερος εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ προβαλλομένου σχεδίου, ὁ δὲ Καραϊσκάκης κολακευθεὶς ἀπὸ τὸν εὐγενῆ τρόπον τοῦ Κόχραν, ἀπεκρίθη ὅτι ἀφιερώνει εἰς αὐτὸν τὴν κατεδάφιση τοῦ μοναστηρίου· διότι τὸν νομίζει ὑπέρτατον τῶν μηχανικῶν καὶ τολμηρότατον ἐκτελεστὴν καὶ τῶν πλέον ἐπικινδύνων ἐπιχειρήσεων. 

Ἀφ’ οὗ ἐνεκρίθη αὐτὸ τὸ σχέδιον, ὁ Κόχραν ἐζήτησε νὰ ἰδῇ τὴν θέσιν τοῦ μοναστηρίου· καὶ ὁ Καραϊσκάκης τὸν ὡδήγησεν εἰς ἕνα ὠχυρωμένον λόφον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἰδῇ καὶ τὴν θέσιν ταύτην καὶ τὸ λοιπὸν στρατόπεδον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Κόχραν δὲν ἐνόμισεν ἱκανὰς ὅσας παρατηρήσεις ἔκαμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν λόφον καὶ ἐζήτησε νὰ ὁδηγηθῇ πλησιέστερον, ὁ Καραϊσκάκης διώρισε τὸν Χατζῆ Μιχάλην, ἀρχηγὸν τοῦ ἱππικοῦ, νὰ τὸν ὁδηγήσῃ ὅσον πλησιέστερον ἦτον δυνατόν. Ὁ Κόχραν λοιπὸν διὰ θαλάσσης, ὁ δὲ Χατζῆ Μιχάλης διὰ ξηρᾶς ἐπροχώρησαν πρὸς τὴν θέσιν τοῦ μοναστηρίου ὅσον πλησιέστερον ἠδυνήθησαν· καὶ ἀφ’ οὗ ἔκαμεν ὁ Κόχραν ὅσας ἐπεθύμει νὰ κάμῃ παρατηρήσεις, ὑπεσχέθη νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν κατεδάφισιν τοῦ μοναστηρίου. 

Ὁ Καραϊσκάκης, ἀφ’ οὗ ἔπραξε ταῦτα μετὰ τοῦ Κόχραν, ἔδωκε τὰς ἀκολούθους διαταγάς. Ἐπειδὴ κέντρον τῆς μάχης ἔμελλε νὰ γένῃ τὸ μοναστήριον, τοῦ ὁποίου τὴν κατεδάφισιν εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ἐπιχειρήσῃ ὁ Κόχραν, οἱ εἰς τὴν ράχην εὑρισκόμενοι Ἕλληνες νὰ μὴν κάμωσι κᾀνὲν κίνημα, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶναι ἡ ἔκβασις τοῦ κατὰ τὸ μοναστήριον ἐπιχειρήματος. Ὅσοι δὲ δὲν εἶναι διωρισμένοι εἰς ὀχυρώματα, καθὼς καὶ ὅσοι πλεονάζουσιν εἰς αὐτά, νὰ ἦναι ἕτοιμοι ν’ ἀκολουθήσωσι τὸν ἀρχηγὸν ὅταν τοὺς προσκαλέσῃ. Εἰς τὸ πλησιέστερον τοῦ Παλαιοκάστρου Ἑλληνικὸν ὀχύρωμα διέταξε νὰ στηθῇ ἓν κανόνιον, διὰ νὰ κανονοβολῶσι τοὺς εἰς τοῦτο ἐχθρούς, ὄχι διὰ νὰ τοὺς βλάπτωσιν, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ τοὺς ἀπασχολῶσι. Διέταξε ταὐτοχρόνως καὶ τὸν Νικόλαον Πετμεζᾶν νὰ διαβῇ διὰ θαλάσσης ὄπισθεν τοῦ μοναστηρίου καὶ νὰ κινηθῇ καὶ αὐτὸς ἐκεῖθεν κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Πρὸς τὸ μέρος, ὅπου οὗτος ἔμελλες νὰ ἀποβῇ, οἱ ἐν τῷ μοναστηρίῳ ἐχθροὶ εἶχον πέμψει φυλακὴν συγκειμένην ἀπὸ ἑκατὸν περίπου στρατιώτας. Οἱ περὶ τὸν Πετμεζᾶν ἐφορμήσαντες κατ’ αὐτῶν τοὺς τρέπουσιν εἰς φυγήν· ἐνῷ δὲ οὗτοι ἀκολουθοῦσαν διώκοντες καὶ ἐπλησίαζον εἰς ἓν ἐχθρικὸν ὀχύρωμα, οἱ εἰς Φαληρέα κινηθέντες εἰς ἅμιλλαν ἀπὸ τὸ παράδειγμα καὶ προηγουμένου τοῦ σημαιοφόρου τῶν Ὑδραίων, ἐφορμοῦν ἕως χίλιοι εἰς τὸ Τουρκικὸν ὀχύρωμα καὶ εἰσπηδῶσιν εἰς αὐτό, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπέπιπτον εἰς αὐτὸ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ περὶ τὸν Πετμεζᾶν. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἐν αὐτῷ Τούρκους διέφυγον τὴν μάχαιραν τῶν Ἑλλήνων κατέφυγον ἔντρομοι εἰς τὸ μοναστήριον καὶ εἰς τὰ πλησιέστερα ἐχθρικὰ ὀχυρώματα. 

Τὴν εὐτυχῆ ταύτην ἔκβασιν θεωρήσας ἀπὸ τὸ ἀντιπέραν μέρος ὁ ἀρχηγός, ἐπαρακίνησε τοὺς μετ’ αὐτοῦ νὰ κινηθῶσι κατὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Ι. Θ. Κολοκοτρώνην, ἐφορμᾷ κατὰ τοῦ Παλαιοκάστρου. Οἱ εἰς αὐτὸ Τοῦρκοι δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀντισταθῶσιν, ἀλλ’ ἀμέσως ἔντρομοι ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Διέσπειραν τὸν τρόμον καὶ εἰς τὰ πλησίον ὀχυρώματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν τὴν ἄτακτον φυγήν των, ὥστε εἰς ὀλίγων στιγμῶν διάστημα οἱ Ἕλληνες προοδεύοντες μὲ προθυμίαν ἀποκατέστησαν κύριοι ὅλων τῶν παρὰ τὴν θάλασσαν Τουρκικῶν ὀχυρωμάτων καὶ ἐπολιόρκησαν στενώτατα τὸ μοναστήριον. Τοιοῦτος τρόμος ἐνεσπάρη ἐκείνην τὴν ἡμέραν εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ εἰς τόσην ἀθυμίαν καὶ δειλίαν ἐφαίνοντο βυθισμένοι, ὥστε ὀλίγη προσβολή, ὡς πολλοὶ ἐσυμπέραινον, ἤθελε τοὺς τρέψει εἰς φυγὴν καὶ οἱ Ἕλληνες ἤθελον δυνηθῆ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἀλλ’ ὁ Καραϊσκάκης δὲν ἐνέκρινε νὰ ἐπεκτείνῃ περισσότερον τὴν νίκην του, φοβούμενος ἴσως τὴν ἀπροσχεδίαστον ἐξάπλωση τοῦ στρατοπέδου. Ἡ ἡμέρα ἐκείνῃ ὑπῆρξεν ἡμέρα πανηγύρεως διὰ τοὺς Ἕλληνας· διὸ συγχρόνως μὲ τοὺς πολεμοῦντας ἐπυροβόλουν καὶ ὅλοι οἱ λοιποί, καθὼς καὶ οἱ πολιορκούμενοι εἰς τὸ φρούριον, ἐξηγοῦντες μὲ τοῦτο τὴν εὐχαρίστησίν των εἰς τὰ γενόμενα. 

Ὀλίγας ὥρας μετὰ τὴν μάχην ταύτην ἔφθασαν εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ τὰ εἰς Μέγαρα διατρίβοντα Σουλιώτικα σώματα, τὰ ὁποῖα ἐτοποθέτησεν ὁ ἀρχηγὸς εἰς ἓν ἀπὸ τὰ κατ’ ἐκείνῃ τὴν ἡμέραν κυριευθέντα ἐχθρικὰ ὀχυρώματα. Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν σωμάτων τούτων, καὶ πρὸ πάντων ὁ Κώστας Μπότζαρης, ἐπροσπάθησαν νὰ δείξωσιν εἰς τὸν Καραϊσκάκην, ὅτι γνωρίζουσι τὴν φρόνησιν καὶ ἐμπειρίαν του καὶ ὅτι τὸν σέβονται διὰ ταῦτα καὶ εὐχαρίστως δέχονται νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του. Ὁ δὲ Καραϊσκάκης ἀποκριθεὶς μετριοφρόνως καὶ ἀποδώσας τὴν αἰτίαν τῆς μεταξύ των διαφωνίας εἰς τὰ ἀφεύκτως ἐπακολουθοῦντα τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν λάθη, τοὺς ἐπαρακάλεσε νὰ ἦναι πρόθυμοι εἰς τὸν μέλλοντα ἀγῶνα καὶ νὰ συνεργασθῶσιν ὡς ἀδελφοὶ μὲ ὁμόνοιαν καὶ καθαρότητα καρδίας. 

Ὁ Καραϊσκάκης, ἀφ’ οὗ ἐτοποθετήθη εἰς τὸ Παλαιόκαστρον, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐξουσίασεν ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, καὶ ἀφ’ οὗ διώρισε καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ὀχυρώματα τὰς ἀναγκαίους φυλακάς, ἐκάλεσε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου διὰ νὰ σκεφθῇ μετ’ αὐτῶν ποῖον μέτρον ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶσι διὰ νὰ βιάσωσι τοὺς ἀποκλεισθέντας εἰς τὸ μοναστήριον νὰ παραδοθῶσι ταχύτερον. Ἐνεκρίθη δὲ νὰ μεταχειρισθῶσι καλήτερον μέσα συμβιβαστικά, μὲ τὴν ἐλπίδα τοῦ ὅτι κατορθώνεται συντομώτερον δι’ αὐτῶν ἡ ἀναχώρησις τῶν ἐχθρῶν, τὸ ὁποῖον ἐπεθύμει καθ’ ὑπερβολὴν ὁ Καραϊσκάκης, διὰ νὰ δυνηθῇ, ἀπαλλαττόμενος ἀπὸ τὰς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος ἐνασχολήσεις, νὰ προοδεύσῃ εἰς τὸ ὑπὲρ τῆς Ἀκροπόλεως σχέδιόν του. Ὁ Καραϊσκάκης ἐπρότεινε νὰ κοινοποιηθῇ ἡ γνώμη αὕτη καὶ εἰς τὸν Κόχραν καὶ μάλιστα εἰς αὐτὸν ν’ ἀφιερώσωσι τὸ νὰ κάμῃ εἰς τοὺς ἀποκλεισμένους τὸ πρόβλημα τοῦ ν’ ἀναχωρήσωσι μ’ ὁποίας συνθήκας ἤθελον εὐαρεστηθῇ, διότι, εἶπε, δὲν ἔχουν οἱ Τοῦρκοι πρὸς αὐτὸν τὴν ὁποίαν ἔχουν πρὸς τοὺς Ἕλληνας καταφρόνησιν. 

Κατὰ συνέπειαν τούτων ὁ Κόχραν ἔπεμψεν ἀμέσως εἰς τοὺς πολιορκουμένους μίαν λέμβον διὰ νὰ τοὺς προβάλῃ νὰ παραδοθῶσι· ἀλλὰ μόλις ἐφάνη πλησιάζουσα πρὸς τὸ μοναστήριον ἡ λέμβος, καὶ οἱ πολιορκούμενοι ἐπυροβόλησαν κατ’ αὐτῆς, ὥστε ἐπλήγωσαν ἕνα Ἄγγλον Φιλέλληνα. Οἱ ἀπεσταλμένοι ἠναγκάσθησαν νὰ ὀπισθοδρομήσωσι καὶ ἡ ἀποστολή των δὲν ἔλαβεν ἔκβασιν. Ὁ Κόχραν ἀγανακτήσας καθ’ ὑπερβολὴν διὰ τὸ παράλογον φέρσιμον τῶν Τούρκων, διέταξεν ἀμέσως τὸ δίκροτον καὶ τὰ λοιπὰ πλοῖα τὰ συγκροτοῦντα τὸν στόλον του νὰ κανονοβολήσωσι τὸ μοναστήριον. Τὰ πλοῖα ἐξακολουθήσαντα ἕως τὸ ἑσπέρας κατὰ συνέχειαν τὸν κανονοβολισμόν, κατεκρήμνισαν τὰ τείχη τοῦ μοναστηρίου· μ’ ὅλον τοῦτο οἱ Τοῦρκοι ὑπέμεινον, διότι (καθὼς ἔπειτα παραδοθέντες ὡμολόγησαν) δὲν ὑπέφερον σημαντικὸν φόνον ἀπὸ τὸν κανονοβολισμὸν τῶν Ἑλλήνων. 

Ὁ Καραϊσκάκης ἐφρόντισε ν’ αὐξήσῃ τὰς πολιορκούσας τὸ μοναστήριον φρουράς, διὰ νὰ μὴν ἀφήσῃ νὰ σταλῶσιν εἰς τοὺς ἀποκλεισμένους βοήθεια καὶ τροφαὶ ἀπὸ τὸν Κιουταχῆν, τὸ ὁποῖον ὑπώπτευεν· ὁ Κιουταχῆς ὅμως, μ’ ὅλον ὅτι οἱ ἀποκλεισμένοι κατώρθωσαν νὰ τοῦ γνωστοποιήσωσι διά τινος ἐπίτηδες ἀπεσταλμένου τὴν δεινότητα τῆς θέσεώς των καὶ τὰς ἀνάγκας των, δὲν ἔπραξέ τι πρὸς βοήθειάν των οὔτε ἐκείνην τὴν νύκτα, οὔτε τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἢ διότι δὲν ἠδύνατο, ἢ διότι ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦσαν εἰς τὴν ἐσχάτην ἀνάγκην, ἀλλ’ ἠδύναντο ἀκόμη ν’ ἀνθέξωσι. 

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὰ πλοῖα ἐπανέλαβον τὸν κανονοβολισμόν, ἅμα ἀνέτειλεν ὁ ἥλιος, καὶ δὲν ἔπαυσαν εἰμὴ τὸ ἑσπέρας. Οἱ Τοῦρκοι βλέποντες ὅτι κατεδαφίσθη ὁλοτελῶς τὸ μοναστήριον, ὅτι τοὺς ἐξέλιπον αἱ τροφαὶ καὶ τὰ πολεμοφόδια, πρὸ πάντων δὲ τὸ νερόν, τελευταῖον μὴ βλέποντες οὐδὲ βοήθειαν κᾀμμίαν, οὐδὲ κἂν προσπάθειαν συνδρομῆς ἀπὸ τὸ μέρος τῶν οἰκείων των, ἐνῷ μόλις ἀπεῖχον πεντακόσια βήματα, ἀπεφάσισαν νὰ ζητήσωσι συνθήκας καὶ διεύθυνον ταὐτοχρόνως τὸ πρόβλημά των εἰς τὸν Καραϊσκάκην, τὸν Ναύαρχον καὶ τὸν Ἀρχιστράτηγον. 

Τὸ πρόβλημα τῶν Τούρκων ἦτον νὰ ἐξέλθωσι μὲ τὰ ὅπλα καὶ τὰς ἀποσκευάς των καὶ νὰ μεταβῶσιν ἀνενόχλητοι εἰς τὸ Τουρκικὸν στρατόπεδον. Ὁ δὲ Καραϊσκάκης ἐπιθυμῶν νὰ δεχθῇ αὐτὸ μὲ τὴν γνώμην τρόπον τινὰ καὶ τὴν συγκατάθεσιν ὅλου τοῦ στρατοπέδου, περιῆλθε μόνος του τὰς διαφόρους θέσεις καὶ τὸ ἐκοινοποίησε. Ἀπαντῶν δὲ δυσκολίας τινὰς εἰς μερικούς, ἐπροσπάθησε καὶ τοὺς ἔπεισε βάλλων πρὸ ὀφθαλμῶν των τὴν ἀνάγκην τῆς ταχίστης συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἐν τῇ Ἀκροπόλει Ἕλληνες, τὸ ἄδηλον τοῦ μέλλοντος, τὸ ἄστατον τῆς τύχης τοῦ πολέμου καὶ τέλος τὰ ᾀδόμενα περὶ ἐκστρατείας τοῦ Ἰμπραΐμη εἰς Ἀττικήν. Τὸ δὲ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδέχετο τὴν παρὰ τῶν ἐχθρῶν προβαλλομένην συνθήκην, ἔβαλε καὶ τὸ ὑπέγραψαν καὶ οἱ Σουλιῶται, ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέρους διὰ νὰ τοὺς ἀφαιρέσῃ τὸ ν’ ἀντιπράξωσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ἔδιδον πολλὴν πίστιν οἱ Ἀλβανοὶ εἰς αὐτούς. Οἱ Τοῦρκοι λαβόντες τὸ ἔγγραφον τοῦτο καὶ εὐχαριστούμενοι τρόπον τινὰ ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκην, τοῦ ἐμήνυσαν διὰ τῶν ἀπεσταλμένων του, ὅτι ἐπειδὴ τοὺς συγχωροῦν νὰ ἐξέλθωσι μὲ τὰ ὅπλα καὶ τὰς ἀποσκευάς των καὶ ἐπειδὴ ὁ Κιουταχῆς δὲν ἐφρόντισεν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας των, ὑπόσχονται μεθ’ ὅρκου ὄχι μόνον νὰ μὴ κινήσωσιν ὅπλα κατὰ τῶν Ἑλλήνων εἰς τὰς μελλούσας μάχας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ νὰ ἀναχωρήσωσι διόλου ἀπὸ τὸ στρατόπεδον, παραλαμβάνοντες μαζύ των καὶ ὅσους ἄλλους δυνηθῶσιν ἐκ τῶν συγγενῶν, φίλων καὶ συμπατριωτῶν των. 

Πρὸς ἀσφαλῆ ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης ταύτης οἱ Τοῦρκοι ἐζήτησαν ἐνέχυρα καὶ ἐδόθησαν εἰς αὐτοὺς ὁ Βάσος, ὁ Ἰωάννης Λογοθέτου καὶ ἄλλοι τινές, τοὺς ὁποίους παραλαβόντες οἱ Τοῦρκοι εἰς τὸ μέσον των, ἐκίνησαν ἀπὸ τὸ μοναστήριον πρὸς τὸ στρατόπεδον τοῦ Κιουταχῆ, προπορευομένου καὶ ὁδηγοῦντος αὐτοὺς τοῦ Καραϊσκάκη. Πρὸ τῆς παραδόσεως τῶν Τούρκων ἐκοινολογεῖτο εἰς τὸ στρατόπεδον ὅτι ἦσαν πλουσιώτατοι καὶ μὲ πλῆθος πολυτίμων ὅπλων καὶ ἀποσκευῶν· διὰ τοῦτο πλῆθος στρατιωτῶν συνέρρευσεν εἰς τὸ μοναστήριον κινούμενον ἀπὸ περιέργειαν νὰ ἰδῇ. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἀφ’ οὗ δὲν εἶδον σύμφωνα τὰ πράγματα μὲ τὰ λεγόμενα, ἠκολούθουν τοὺς Τούρκους συρόμενοι ἀπὸ μίαν περιέργειαν, τὴν ὁποίαν ἐκινοῦσεν εἰς αὐτοὺς ἓν θέαμα σπάνιον εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ὁ ὁποῖος ἀμφοτέρωθεν ἐγίνετο ἐξολοθρευτικός. Εἶχον ἀρκετὰ προχωρήσει οἱ Τοῦρκοι, ὅταν Ἕλλην τις ἐκ τῶν παρακολουθούντων ἐζήτησε νὰ λάβῃ βιαίως ἀπὸ ἕνα Τοῦρκον ἓν πυροβόλον (τουφέκι). Ὁ Τοῦρκος ἀντέτεινεν, ἐπειδὴ δὲ ὁ Ἕλλην ἐπέμενεν εἰς τὴν ἁρπαγὴν προσθέτων καὶ ἀπειλάς, ὁ Τοῦρκος στενοχωρηθεὶς πυροβολεῖ κατὰ τοῦ Ἕλληνος μὲ τὴν πιστόλα του. Οἱ στρατιῶται οἱ ὁποῖοι, φαίνεται, ἐπεθύμουν αἰτίαν, ἔλαβον ἀμέσως μέρος εἰς τὴν ταραχήν, καὶ ὁ μὲν πλησιέστερος κτυπᾷ καὶ φονεύει τὸν Τοῦρκον, οἱ δὲ λοιποὶ ἐπιπίπτουν εἰς τοὺς ἄλλους. Οἱ παρευρεθέντες ἀξιωματικοὶ ἐπροσπάθησαν νὰ καταπαύσωσι τὴν ταραχὴν μεταχειρισθέντες καὶ παρακλήσεις καὶ ἀπειλάς, δὲν ἠμπόρεσαν ὅμως νὰ τὸ κατορθώσωσι. Ἐφονεύθησαν δὲ ἐκ τῶν τριακοσίων διακόσιοι πεντήκοντα, οἱ δὲ λοιποὶ μόλις διέφυγον τὴν σφαγήν. Εἰς τὸν θόρυβον τοῦτον ἐφονεύθησαν καὶ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἕως δέκα καὶ ἐπληγώθησαν διπλάσιοι. Ὁ δὲ Καραϊσκάκης καὶ τὰ ἐνέχυρα, καθὼς καὶ οἱ παρευρεθέντες ἀξιωματικοὶ μόλις διέφυγον τὸν κίνδυνον.

Ὁ Καραϊσκάκης τόσην λύπην αἰσθάνθη διὰ τὴν βάρβαρον καὶ ἀπάνθρωπον ταύτην πρᾶξιν, ὥστε τοῦ ἦτον προκριτώτερον νὰ χαθῇ παρὰ νὰ ἐπιζήσῃ εἰς ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔμελλε ν’ ἀμαυρώσῃ τὴν ὑπόληψιν ὅλου τοῦ στρατοπέδου. Τὸ μέγεθος τῆς θλίψεώς του ἠδύνατό τις νὰ τὸ συμπεράνῃ ἀπὸ τὰ παράξενα καὶ μανιώδη κινήματά του. Ὕβριζε τὸν αἴτιον καὶ τοὺς ἀξιωματικούς, ὅσους ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἐφρόντισαν ὅσον ἔπρεπε διὰ νὰ προλάβωσιν, ἢ νὰ ἐμποδίσωσι τὸ δυστύχημα, ἀναθεμάτιζε τὴν ὥραν καὶ ὅ,τι ἄλλο ἤρχετο εἰς τὸν νοῦν του ἐκείνην τὴν στιγμήν. Τρέμων ἀπὸ τὸν θυμόν του, ἐκινεῖτο ὡς μανιώδης ἱκανὴν ὥραν χωρὶς ν’ ἀποφασίσῃ τίποτε· τελευταῖον διώρισε καὶ ἐμάζωξαν τὴν σκηνήν του διὰ νὰ ἀναχωρήσῃ· ἀνήγγειλε δὲ τὴν φυγήν του καὶ εἰς τοὺς οἰκειοτέρους του διὰ νὰ τὸν συνακολουθήσωσι, λέγων ὅτι δὲν θέλει πλέον νὰ διοικῇ ἐπίορκον καὶ ἄπιστον στράτευμα. Πολλοὶ τῶν σημαντικωτέρων ἀξιωματικῶν συνελθόντες περὶ αὐτὸν μόλις τὸν κατέπεισαν μὲ τὰς παρακινήσεις των νὰ ἀναλάβῃ τὴν συνέχειαν τῶν ἐργασιῶν του καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ ἐκπλύνῃ τὸ ὄνειδος τοῦ στρατοπέδου, εὑρίσκων καὶ τιμωρῶν τὸν αἴτιον τῆς τρομερᾶς ταύτης ἀπιστίας· ἐξετάζων δὲ ὁ Καραϊσκάκης ἐπληροφορήθη, ὅτι ὁ πρωταίτιος ἦτον εἰς ἐκ τῶν στρατιωτῶν τοῦ Ἰωάννου Νοταρᾶ. Ἀμέσως λοιπὸν διέταξε καὶ ἐβάλθη ὑπὸ φύλαξιν ὁ στρατηγὸς οὗτος, ἕως οὗ εὕρῃ καὶ παραδώσῃ εἰς τὸ στρατόπεδον τὸν ἔνοχον. 

Εἰς ταῦτα ἐνησχολεῖτο ὁ Καραϊσκάκης ὁμοῦ μὲ τοὺς σημαντικωτέρους τῶν ἀξιωματικῶν, ὅταν ἐγχειρίζεται εἰς αὐτὸν διαμαρτύρησις ἀπὸ μέρους τοῦ ἀρχιστρατήγου διὰ τὴν καταπάτησιν τῆς συνθήκης καὶ τὴν σφαγὴν τῶν ἐχθρῶν. Συναρπασθεὶς ἀμέσως ἀπὸ θυμὸν καὶ ἀγανάκτησιν εἶπε σωρείαν ὕβρεων καὶ κακολογιῶν ἐναντίον τοῦ ἀρχιστρατήγου ἐνώπιον καὶ τοῦ ἰδίου ἀπεσταλμένου του· στραφεὶς ἔπειτα πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς του εἶπε μὲ τόνον ἐνταὐτῷ καὶ παράπονον· «Ἔχει ἆρά γε γνῶσιν, ἐνῷ θεωρεῖ ἀπὸ τὴν γολέτταν τὸν πόλεμον, νὰ διευθύνῃ διαμαρτυρήσεις εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπαλαίομεν μὲ τόσων εἰδῶν διαβόλους;» Ὁ Καραϊσκάκης διὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποκτήσει εἰς τὸ στρατόπεδον ὑπόληψιν καὶ δύναμιν δὲν ἐφοβεῖτο, οὐδὲ ἐσέβετο τὸν ἀρχιστράτηγον, ὁ ὁποῖος, ὥς μὴ συμμετέχων μάλιστα τῶν κακοπαθειῶν καὶ κινδύνων τοῦ πολέμου, δὲν ἐνομίζετο ἀρχηγός, ἀλλὰ προμηθευτὴς τῶν ἀναγκαίων τοῦ στρατοπέδου, καὶ ἐπειδὴ οὐδὲ ταῦτα δὲν ἦσαν ἱκανὰ καὶ ἄφθονα, ὡς ἤλπισαν κατ’ ἀρχάς, δὲν εἶχε δύναμιν ἀνάλογον μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ ὑπουργήματός του. Ἐλυπήθη ὄχι ὀλίγον καὶ ὁ Κόχραν διὰ τὴν καταπάτησιν τῆς συνθήκης καὶ εἰς τὴν πρώτην ὁρμὴν τοῦ θυμοῦ του διώρισε καὶ ἐξῆλθον ὅλα τὰ ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του πλοῖα ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ καὶ ἄραξαν ἀπὸ τὸ ὄπισθεν μέρος· συγχρόνως διέταξε καὶ ἀνεχώρησαν τριακόσιοι περίπου ἐκ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ στρατολογηθέντων, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγον εἶχον ἀποβῇ καὶ τοποθετηθῇ εἰς τὸ Παλαιόκαστρον. Ὁ Καραϊσκάκης μ’ ὅλα ταῦτα δέν ἀπέκαμεν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσε τὰς ἐργασίας του ὅπως ἠδύνατο. Κατέπεισε δὲ καὶ τὸν στόλαρχον καὶ τὸν ἀρχιστράτηγον νὰ λησμονήσωσι τὰ γενόμενα καὶ νὰ συμπράξωσιν ὡς καὶ πρότερον. 

Ἔχων δὲ πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν τὸν κίνδυνον τῆς Ἀκροπόλεως καὶ βλέπων τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ κάμῃ κᾀνὲν ἀποφασιστικὸν κίνημα ὑπὲρ τῶν ἐν αὐτῇ πολιορκουμένων, πολλὰς ἡμέρας κατὰ συνέχειαν ἦτον εἰς ἀνησυχίαν καὶ περιφερόμενος εἰς τὰς διαφόρους θέσεις τοῦ στρατοπέδου ἐπαρατηροῦσε καὶ ἐσχεδίαζεν. Ἐν μιᾷ δὲ τῶν ἡμερῶν παραλαμβάνει τοὺς σημαντικωτέρους τῶν ἀξιωματικῶν καὶ μεταβαίνει εἰς τὸ εἰς Φαληρέα στρατόπεδον, διὰ νὰ κάμῃ κ’ ἐκεῖθεν παρατηρήσεις. Ἁφ’ οὗ ἱκανὴν ὥραν μὲ τὸ τηλεσκόπιον περιειργάσθη ὅλον τὸν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοπέδου καὶ τῆς Ἀκροπόλεως τόπον, ἐκάλεσε πλησίον του τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς εἶπεν ὅτι νομίζει ὠφέλιμον νὰ κινηθῶσιν οἱ Ἕλληνες πρὸς τὴν Ἀκρόπολιν διῃρημένοι εἰς δύω σώματα, ἀνὰ τέσσαρας χιλιάδας ἕκαστον, καὶ ἐφωδιασμένοι μὲ ὀκτὼ ἡμερῶν τροφὰς καὶ πολεμεφόδια καὶ μὲ τ’ ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα πρὸς κατασκευὴν ὀχυρωμάτων. Τὸ ἓν ἐκ τῶν δύω τούτων σωμάτων νὰ διευθυνθῇ δεξιόθεν, τὸ δὲ ἐξ ἀριστερῶν διὰ τοῦ ἐλαιῶνος· ἐδείκνυε δὲ ταὐτοχρόνως καὶ τὰς θέσεις ὅπου ἐνόμιζεν ἀσφαλὲς νὰ τοποθετηθῶσι τὰ σώματα ταῦτα, διὰ ν’ ἀντικρούσωσι τὴν πρώτην ὁρμὴν τοῦ ἐχθροῦ καὶ νὰ ἐνεργήσωσιν ἔπειτα ἐκεῖθεν περὶ τῆς προόδου των εἰς Ἀκρόπολιν. 

Ἀφ’ οὗ ἐκοινοποίησε τὸ σχέδιον τοῦτο καὶ εἰς τὸν στόλαρχον καὶ εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον καὶ ἔγεινε δεκτόν, ἐπροσκάλεσεν εἰς τὴν σκηνήν του ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου διὰ νὰ σχεδιάσωσι λεπτομερέστερον περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κινηθῶσι τὰ σώματα καὶ πῶς καὶ ἀπὸ ποίους νὰ ὁδηγηθῶσι. Γνωρίζων δὲ τὸ φίλαρχον τῶν Σουλιωτῶν, ἐπρότεινεν εἰς αὐτοὺς νὰ ὁδηγήσωσι τὸ ἓν σῶμα, τὸ δὲ ἕτερον εἶπεν ὅτι ἔμελλε νὰ τὸ ὁδηγήσῃ αὐτοπροσώπως ὁ ἴδιος· ἀνέλαβε δὲ εἰς τὸν ἑαυτόν του νὰ κινηθῇ εἰς τὴν ἐκ δεξιῶν ἐκστρατείαν, ἥτις ἔμελλε νὰ ἦναι ἡ δυσκολωτέρα· ἀλλ’ οἱ Σουλιῶται κινούμενοι ἀπὸ φιλοτιμίαν καὶ ἅμιλλαν ἐζήτησαν νὰ διορισθῶσιν αὐτοὶ εἰς τὸ κινδυνωδέστερον μέρος, καὶ ὁ Καραϊσκάκης συγκατετέθη. 

Τὴν ἐπιοῦσαν ὁ Καραϊσκάκης διώρισεν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν τῶν Σουλιωτῶν τὸν Ἰωάννην Νοταρᾶν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἤδη ἀφήσει ἐλεύθερον ὡς ἀναδειχθέντα ἀθῷον τῆς εἰς τοὺς Τούρκους γενομένης ἀπιστίας, καὶ τὸν Μακρυγιάννην, διότι εἶχεν ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του τοὺς Ἀθηναίους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἔμπειροι τῶν θέσεων ἐχρησίμευον καὶ ὡς ὁδηγοί. Αὐτὸς δὲ συνεκρότησε τὸ σῶμα του ἀπὸ τὰ λοιπὰ στρατεύματα. Μὴ ἔχων δὲ τὰ ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα, ἠναγκάσθη νὰ βραδύνῃ ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας τὸ κίνημα, ἕως οὗ νὰ προμηθευθῇ ταῦτα ἀπὸ Σαλαμῖνα καὶ Αἴγιναν, ὅπου εἶχε στείλει ἐπίτηδες πλοῖα. 

Ἀφ’ οὗ ἐφωδιάσθη καὶ ἀπὸ ταῦτα, εἰδοποίησε τοὺς ἀρχηγοὺς ὅσοι ἔμελλον νὰ ἐκτελέσωσι τὸ σχέδιον, διὰ νὰ ἑτοιμασθῶσιν. Ἐπλησίασαν εἰς τὴν ξηρὰν καὶ τὰ πλοῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἐπιβῶσι τὰ στρατεύματα· ἀλλ’ ἀνεβλήθη κ’ ἐκείνην τὴν νύκτα τὸ κίνημα διά τινας ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐπρόλαβον νὰ οἰκονομήσωσι· τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἔπεμψεν ὁ Καραϊσκάκης εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον ζητῶν πολεμοφόδια διὰ νὰ ἐφοδιάσῃ τὰ στρατεύματα, ὅσα ἔμελλον νὰ κάμωσι τὸ κίνημα· ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖνος τοῦ ἔπεμψεν ὀκτὼ μόνον κιβώτια, αὐτὸς νομίζων ὀλιγωτάτην τὴν ποσότητα ταύτην ὡς πρὸς τὸ πλῆθος τῶν στρατιωτῶν καὶ τὸ ἐπιχείρημα καὶ γνωρίζων τὴν δυσκολίαν τοῦ νὰ ἐφοδιασθῶσιν ἄλλοτε, ἀφ’ οὗ ἤθελον τοποθετηθῆ μακρὰν τοῦ στρατοπέδου καὶ τῆς θαλάσσης, ἠγανάκτησε καθ’ ὑπερβολὴν καὶ εἶπε μυρίας ὕβρεις ἐναντίον τοῦ ἀρχιστρατήγου, ἐπὶ παρουσίᾳ μάλιστα τοῦ ἀπεσταλμένου του. Ἡ βραδύτης, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖτο ἡ ἐκστρατεία αὕτη ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας του, τὰ συμβαίνοντα συχνὰ ἐμπόδια, αἱ ἀντενέργειαι αἱ ὁποῖαι πλαγίως τοῦ ἐγίνοντο, ἢ ἐνόμιζεν ὅτι τοῦ ἐγίνοντο, ἴσως καὶ ἡ συνεχὴς τοῦ νοός του ἐνασχόλησις εἰς τὸ κίνημα τοῦτο τὸν ἐτάραξαν τόσον κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας, ὥστε ἐκυριεύθη ἀπὸ πυρετόν. 

Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἦτον ὁ Καραϊσκάκης, ὅταν ἐπαρουσιάσθη εἰς αὐτὸν ὁ Κώστας Βλαχόπουλος, ἀρχηγὸς ἑνὸς σώματος, στρατολογηθέντος μὲ χρήματα τοῦ ἀρχιστρατήγου, εἰς τὸν ὁποῖον ἰδίως ἀνῆκε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος· ἦτον διωρισμένος εἰς ἓν ὀχύρωμα πολλὰ πλησίον τῶν ἐχθρῶν καὶ ἀναγκαζόμενος νὰ ἦναι ἀδιακόπως εἰς πόλεμον ὑπέφερε πολύ, διότι ἐπληγώνοντο καθ’ ἡμέραν ὀκτὼ ἕως δέκα τῶν στρατιωτῶν του. Βλέπων λοιπὸν ὅτι ἡμέραν παρ’ ἡμέραν ἐγίνετο ἀσθενέστερον τὸ σῶμά του καὶ διὰ νὰ προλάβῃ κάθε ἐνδεχόμενον ἐκοινοποίησεν εἰς τὸν Καραϊσκάκην τὴν κατάστασίν του καὶ τοῦ ἐζήτει βοήθειαν. Ὁ Καραϊσκάκης ἀγανακτημένος ἀπὸ τὰ κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας διατρέξαντα, τεταραγμένος ἀπὸ τὴν θέρμην, δυσαρεστημένος πρὸ πάντων διότι ὁ ἀρχιστράτηγος εἶχε δώσει χρήματα εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς στρατιώτας του, ἐνῷ δὲν εἶχον συμμεθέζει τῶν κινδύνων τῆς ἐκστρατείας ταύτης, τὸν ἐδέχθη μὲ πολλὴν ἀγριότητα καὶ ὠνείδισεν ὥς ἄνανδρον καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς στρατιώτας του, τοῦ ἐπρόσθεσε δὲ ὅτι, καθὼς αὐτοὶ μόνοι καθ’ ὅλον τὸ στρατόπεδον λαμβάνουν χρήματα, οὕτω πρέπει καὶ εἰς μεγαλητέρους κινδύνους νὰ εἶναι ἐκτεθειμένοι. Ματαίως ὁ Κώστας Βλαχόπουλος ἐπροσπάθησε μὲ συστολὴν καὶ ταπείνωσιν νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ζήτημά του· ὁ Καραϊσκάκης εὑρισκόμενος πάντοτε εἰς τὴν ἰδίαν ἔξαψιν· «Φύγε (εἶπεν εἰς αὐτὸν) μὲ τοὺς ἑξακοσίους ἀνάνδρους στρατιώτας σου· τὴν θέσιν ἐκείνην διακόσιοι μόνον ἐμπειροπόλεμοι στρατιῶται εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὴν φυλάξωσιν», Καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Γεώργιον Γεροθανάση, παρευρεθέντα ἐκεῖ· «Πήγαινε (εἶπε) λάβε διακοσίους ἀπὸ τοὺς ἀνδρείους στρατιώτας σου καὶ ἀνέλαβε τὴν φύλαξιν αὐτῆς τῆς θέσεως»· ἐσκεπάσθη ἔπειτα διὰ νὰ ἡσυχάσῃ καὶ νὰ κοιμηθῇ. Τὴν διαταγὴν ταύτην ὡς πηγάζουσαν ἀπὸ τὴν ἔξαψιν τοῦ θυμοῦ δὲν ἔκριναν εὔλογον νὰ τὴν βάλωσιν εἰς ἐνέργειαν οὔτε ὁ Βλαχόπουλος, οὔτε ὁ Γεώργιος Γεροθανάσης. 

Τὴν στιγμὴν ταύτην Κρητικοί τινες καὶ Ὑδραῖοι προχωρήσαντες πρὸς τὸ μέρος τῶν Τούρκων ἠκροβολίζοντο, παρακινοῦντες τρόπον τινὰ τοὺς ἐχθροὺς εἰς ἀντίκρουσιν. Οἱ πλησιέστεροι τῶν Τούρκων ἔπεμψαν κατ’ αὐτῶν ἀνάλογον δύναμιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ συνέρρεον κατ’ ὀλίγον πολλοὶ Ἕλληνες εἰς βοήθειαν τῶν πολεμούντων, καὶ οἱ Τοῦρκοι ἔπεμψαν ὁμοίως καὶ ἄλλην βοήθειαν εἰς τοὺς ἐδικούς των. Τελευταῖον ὁ Νικήτας, ἐπιθυμῶν νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸ ἀπροσδόκητον καὶ ἀπὸ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔβλεπεν εἰς τοὺς στρατιώτας, κατέβη εἰς τὸν τόπον τῆς μάχης μὲ τὴν σημαίαν του· τὸ ἴδιον ἔπραξαν καὶ οἱ ἄλλοι ὁπλαρχηγοί, ὥστε ἡ μάχη ἐγένετο ἤδη σημαντική. Ὁ Νικήτας μάλιστα ἔκαμεν ἔφοδον κατά τινος ἐχθρικοῦ ὀχυρώματος· ἀλλὰ πρὶν δυνηθῶσι νὰ εἰσπηδήσωσιν εἰς αὐτό, πληγώνεται εἰς τὴν σιαγόνα αὐτός, πληγώνονται ταὐτοχρόνως καὶ ἄλλοι τινὲς ἀξιωματικοὶ καὶ ἱκανοὶ στρατιῶται, ὥστε εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὀπισθοδρομήσωσιν. Οἱ συνεχεῖς πυροβολισμοί, αἱ κραυγαὶ καὶ ὁ θόρυβος τῶν πολεμούντων ἔδωκαν αἰτίαν εἰς τὸν Καραϊσκάκην νὰ ἐρωτήσῃ τὸ γινόμενον. Ἐξῆλθε δὲ ἀμέσως καὶ ἀπὸ τὴν σκηνήν του διὰ νὰ ἰδῇ. Ἔγεινε δὲ τοῦτο καθ’ ἣν στιγμὴν ὠπισθοδρόμησαν οἱ Ἕλληνες. Ἰδὼν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τὰ πράγματα, ἐθύμωσεν ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄνευ διαταγῆς καὶ ἀσκέπτως ἐκίνησαν μάχην κατὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἐπιθυμῶν δὲ νὰ διορθώσῃ τὴν ἔλλειψιν τῶν Ἑλλήνων, διὰ νὰ μὴν ἀφήσῃ νὰ ταπεινωθῇ τὸ πνεῦμά των, καθ’ ἦν στιγμὴν μάλιστα ἑτοιμάζετο εἰς νέον καὶ μέγαν ἀγῶνα, πηδᾷ εἰς τὸν ἵππον του καὶ τρέχει ὁ ἴδιος κατὰ τῶν ἐχθρῶν, λαβὼν εἰς τὴν χεῖρά του ἓν γιαταγάνι ἀπό τινα τῶν παρατυχόντων . 

Παραλαβὼν δὲ μεθ’ ἑαυτοῦ ὅσους τῶν ἱππέων ἢ ἐφίππων ἀξιωματικῶν ἀπήντησε καθ’ ὁδόν, διευθύνεται πρὸς τοὺς ἐχθροὺς παρακινῶν καὶ ἐνθαρρύνων τοὺς Ἕλληνας, ὅσους ἀπαντοῦσε καθ’ ὁδόν, καὶ ἐπιτυγχάνει νὰ τοὺς τρέψῃ εἰς φυγὴν καὶ νὰ τοὺς βιάσῃ νὰ κλεισθῶσιν εἰς τὰ πλησιέστερα ὀχυρώματα. Ἀλλὰ μὴ ἀρκούμενος εἰς τοῦτο προχωρεῖ ἀνάμεσα τῶν ἐχθρικῶν ὀχυρωμάτων μὲ μόνον τοὺς σὺν αὐτῷ ἱππεῖς καὶ στενοχωρεῖ μεγάλως τοὺς εἰς τὰ ὀχυρώματα Τούρκους περιτριγυρίζων τρόπον τινὰ αὐτὰ ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέρους μὲ τὸ ἱππικόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μὲ τοὺς πεζούς. Ὁ Κιουταχῆς ὑποπτεύσας ἀπὸ τὴν πρόοδον ταύτην τοῦ Καραϊσκάκη, ἀποστέλλει ἐναντίον του ὅλον τὸ ἱππικόν. Οἱ περὶ τὸν Καραϊσκάκην λοιπὸν μὴ δυνάμενοι ν’ ἀνθέξωσιν εἰς τοσοῦτον ἀνωτέραν δύναμιν τρέπονται εἰς φυγήν· ὁ δὲ Καραϊσκάκης μένων ὕστερος εἰς τὴν ἀναχώρησιν διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ καὶ τοὺς λοιποὺς καὶ νὰ μὴν ἀφήσῃ νὰ γένῃ ἐπιβλαβὴς ἡ καταδίωξις, πληγώνεται καὶ πίπτει ἀπὸ τὸν ἵππον του· ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἀναλαμβάνει πάλιν τὰς δυνάμεις του, ἀναβαίνει εἰς τὸν ἵππον του καὶ διαμένει ἐνθαρρύνων τὸ ἱππικὸν εἰς τὸ νὰ περιμένῃ καὶ βοηθῇ τοὺς πεζοὺς ὀπισθοδρομοῦντας. Ὁ ὑπασπιστὴς τοῦ ἱππικοῦ Κακλαμάνος, διαμένων πλησίον τοῦ Καραϊσκάκη εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς ἡμέρας ταύτης, ἔδειξεν ἡρωϊσμὸν καὶ τόλμην ἀσυνείθιστον· μάλιστα ὅταν σφαῖρα ἐχθρικοῦ κανονίου τοῦ ἀφαίρεσε τὴν δεξιὰν χεῖρα, αὐτὸς χωρὶς νὰ δείξῃ διόλου δειλίαν, ἐξακολούθησε τὴν μάχην, λαβὼν μὲ τὴν ἀριστεράν του τὸ σπαθίον, τὸ ὁποῖον ἐκράτει εἰς τὴν κοπεῖσαν χεῖρά του. Ἐφονεύθησαν εἰς τὴν μάχην ταύτην ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι καὶ ἐπληγώθησαν ἕως ἑξήκοντα, οἱ περισσότεροι ἀξιωματικοὶ καὶ σημαντικοί. 

Ἀφ’ οὗ εἶδεν ὁ Καραϊσκάκης ὅτι ἦσαν πλέον ἐκτὸς κινδύνου οἱ Ἕλληνες, τότε ἐσκέφθη περὶ τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἡ φήμη εἶχεν ἤδη διαδώσει εἰς τὸ στρατόπεδον τὸ ὀλέθριον συμβὰν καὶ πλῆθος ἀξιωματικῶν συνέδραμον περὶ αὐτόν, τὸν παρέλαβον καὶ τὸν ἐσυντρόφευσαν ἕως τὴν θάλασσαν καὶ ἐκεῖθεν τὸν μετέφερον εἰς μίαν γολέτταν, ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ τῷ χορηγήσωσι περισσότερα βοηθήματα διὰ τὴν πληγὴν του. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὁδοιπορίας του δέν μετέβαλε διόλου τὸ ἦθός του, ἀλλ’ εἶχε πάντοτε τὴν αὐτὴν γενναιότητα καὶ ὡμίλει ἐλευθέρως περὶ παντὸς εἴδους ἀντικειμένων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος. Ἀφ’ οὗ κατεστήθη εἰς τὴν γολέτταν καὶ τοῦ ἐγίνοντο παρὰ τῶν ἰατρῶν ἐπισκέψεις εἰς τὴν πληγήν του, διώρισε νὰ γράψωσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς Παλαμηδιώτας (τοὺς ὁποίους ὠνόμασε μάλιστα παλαιοὺς καὶ σταθεροὺς συναγωνιστάς του) νὰ ἔλθωσιν νὰ τοὺς ἰδῇ. Αὐτοὶ ὅμως μὴ νομίζοντες καλὸν ν’ ἀφήσωσι τὰς θέσεις των εἰς μόνους τοὺς στρατιώτας καὶ νὰ ὑπάγωσιν ὅλοι, ἔκλεξαν καὶ ἔστειλαν τὸν Χριστόδουλον Χατζῆ Πέτρου καὶ τὸν Γαρδικιώτην Γρίβαν. Ἅμα ἐπαρουσιάσθησαν εἰς αὐτὸν οὗτοι· «Ἐλᾶτε (τοὺς εἶπε) νὰ σᾶς ἀσπασθῶ». Ἐπειδὴ δὲ οὗτοι ἐδάκρυον, ἐπροσπάθησεν ὁ Καραϊσκάκης νὰ τοὺς ἐγκαρδιώσῃ· ἔπειτα τοὺς εἶπεν ὡς τελευταίαν παραγγελίαν· «Νὰ καταβάλετε ὅλην σας τὴν φροντίδα διὰ νὰ φυλάξετε καλὰ τὰς θέσεις σας καὶ νὰ λύσετε ἑπομένως τὴν πολιορκίαν τῶν Ἀθηνῶν. Πρὸ πάντων σεῖς οἱ παλαιοὶ συναγωνισταί μου νὰ μὴν ἐντροπιασθῆτε. Ἐγὼ μεταβαίνω εἰς Αἴγιναν καὶ ἅμα ἀναλάβω ἐπιστρέφω· διὰ κάθε ἐνδεχόμενον ὅμως ἰδοὺ καὶ ἡ διαθήκη μου· εἰς μὲν τὸν υἱόν μου ἀφίνω τὸ τουφέκι μου, τὴν μόνην περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τώρα [45]· τὰς δὲ θυγατέρας μου τὰς ἀφιερώνω εἰς σᾶς τοὺς συναγωνιστάς μου [46]·—Μὴν ἀναφέρῃς τὸν θάνατον (εἶπεν ὁ Χριστόδουλος) ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα εἰς ἐκείνην τὴν κατάστασιν.—Ἠκούσατε, (ἐπανέλαβεν ὁ Καραϊσκάκης) ὅσα σᾶς εἶπα διὰ τὰ παιδιά μου· διὰ σᾶς ὅμως τοὺς συναγωνιστὰς μου τί νὰ εἴπω; Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω τὸ ἔθνος ἔμπροσθέν μου διὰ νὰ τοῦ εἰπῶ τί ἀξίζετε. Ἀσπασθῆτε ἀπὸ μέρους μου ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς συναδελφούς σας καὶ αὔριον τὸ πρωῒ νὰ ἔλθητε ὅλοι νὰ σᾶς ἰδῶ». Λέγουν ὅτι ἐν παρόδῳ τρόπον τινὰ ἀνέφερεν εἰς αὐτοὺς ὅτι ἐπληγώθη ἀπὸ τὸ μέρος τῶν Ἑλλήνων, ὅτι ἐγνώριζε τὸν αἴτιον καὶ ὅτι, ἄν ἤθελε ζήσῃ, ἤθελε τὸν κάμει γνωστὸν καὶ εἰς τὸ στρατόπεδον. 

Ἡ πληγὴ ἦτον εἰς τὸ ὑπογάστριον καὶ ἀνίατος κατὰ τὰς παρατηρήσεις τῶν ἰατρῶν. Μ’ ὅλον ὅτι οἱ παρεστῶτες ὅλοι ἐζητοῦσαν νὰ παραστήσωσιν εἰς τὸν Καραϊσκάκην ὅτι δὲν ἦτον ἐπικίνδυνος, αὐτὸς μετά τινας ἐδικάς του παρατηρήσεις ἐξήγησε μὲ μίαν συνήθη του φράσιν του, ὅτι ἐγνώρισε τὸ ἀνίατον, δὲν μετέβαλε δὲ διόλου ἦθος, ἀλλὰ διέμεινεν ὁ ἴδιος δημηγορῶν καὶ ὁμιλῶν μεγαλοφώνως μὲ τοὺς παρευρισκομένους, ἕως οὗ ὀλίγας ὥρας μετὰ τὴν μεσημβρίαν ἀπέθανεν, ἀφήσας τελευταίαν παραγγελίαν νὰ τὸν ἐνταφιάσωσιν εἰς μίαν μεγάλην ἐκκλησίαν . 

Ἡ φήμη διέδωκεν ἀμέσως πανταχοῦ τὴν εἴδησιν τοῦ θανάτου του, καὶ μία τρομερὰ φρίκη καὶ κατήφεια ἐκυρίευσεν ὅλους. Τὸ στρατόπεδον ἐνόμισεν ἀπ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὅτι ἔχασε τὸν πατέρα του, τὸν ὁδηγόν του καὶ ἑνὶ λόγῳ τὸν σωτῆρά του. Ἐσβύσθη ἀμέσως ἡ προθυμία καὶ ἡ τόλμη, τὴν ὁποίαν ἔδειχνεν εἰς ὅλας τὰς πράξεις του, εἰς τὰς ὁποίας εἶχεν ὁδηγόν, θεατὴν καὶ κριτὴν τὸν Καραϊσκάκην, καὶ ὡμοίαζεν ὡς σῶμα χωρὶς ψυχήν. Ὅλαι δὲ αἱ προσπάθειαι καὶ τοῦ ἀρχιστρατήγου καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ νὰ τὸ παρηγορήσωσι καὶ νὰ τὸ ἐμψυχώσωσιν ἀπέβησαν μάταιαι, καθὼς τὰ μετὰ ταῦτα συμβάντα τὸ ἀπέδειξαν. 

Ὁ ἀρχιστράτηγος διέταξε νὰ μετακομίσωσι τὸ σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη εἰς Σαλαμῖνα διὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσωσι μὲ τὰς ἀνηκούσας τελετάς· διέδωκε δὲ εἰς τὸ στρατόπεδον ὅτι τὸ ἔπεμψεν εἰς Αἴγιναν, ὑποπτεύων μετὰ λόγου, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἐκ τῶν στρατιωτῶν ἀκόμη ἠμποροῦσαν νὰ μεταβῶσιν εἰς Σαλαμῖνα διὰ νὰ συνοδεύσωσι τὸν νεκρὸν καὶ νὰ τοῦ ἀποδώσωσι τὰς τελευταίας τιμάς, καὶ ὅτι ἡ ἀπουσία των ἐδύνατο νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ στρατόπεδον εἰς τοιαύτην μάλιστα περίστασιν. Ἐξῆλθεν ἔπειτα εἰς τὴν ξηρὰν καὶ προσκαλέσας τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅλου τοῦ στρατοπέδου τοὺς ὡμίλησεν ὅσα ἐνόμισε πρόσφορα εἰς τὴν περίστασιν, τοὺς ἐπαρηγόρησε διὰ τὴν στέρησιν τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τοὺς ἐπαρακίνησε νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν ἀγῶνα μὲ τὴν ἰδίαν προθυμίαν καὶ γενναιότητα, ὑποσχόμενος νὰ συναγωνισθῇ καὶ ὁ ἴδιος καὶ νὰ πράξῃ ὑπὲρ τοῦ στρατοπέδου ὅ,τι τοῦ ἐπιτρέπουν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτόν. Προβάλλει τελευταῖον ἂν ἐγκρίνουν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἴδιον σχέδιον τοῦ Καραϊσκάκη, ἢ νὰ διευθετήσωσι κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ κίνημα. Πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὰ σχέδια τοῦ Καραϊσκάκη καὶ διὰ τὸ πρὸς αὐτὸν σέβας, ἐπρόβαλον νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ αὐτὸ σχέδιον. Ὁ Κώστας Μπότζαρης ὅμως ἐπρότεινε τὸ ἐναντίον, λέγων ὅτι τὸ στρατόπεδον διὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀρχηγοῦ του ἦτον τρόπον τινὰ χωρὶς κέντρον· ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν θέλει δυνηθῇ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ κᾀνεὶς καθὼς ὁ Καραϊσκάκης, ὁ ὁποῖος, ἐπειδὴ τὸ συνέλαβεν ὁ ἴδιος καὶ τὸ ἐμελέτησε πρὸ καιροῦ, ἠδύνατο νὰ προϊδῇ κάθε ἐναντίον καὶ τὰς ἀτελείας του, ἂν ἤθελεν ἔχῃ, νὰ τὰς διορθώσῃ καὶ εἰς τὸν καιρὸν ἀκόμη τῆς ἐκτελέσεως καὶ νὰ προλάβῃ τοὺς ἐξ αὐτῆς κινδύνους. Ἀλλὰ μετά τινας διαφιλονεικήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεφαίνετο ἤδη ἡ διαίρεσις τοῦ στρατοπέδου, ὑπερίσχυσαν οἱ ζητοῦντες τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ σχεδίου. Ἀλλ’ ὅ,τι συμβαίνει πάντοτε εἰς τὰς ἐπιμόνους διαφιλονεικήσεις, ὅπου οἱ φιλονεικοῦντες δὲν προσπαθοῦν νὰ εὕρωσι τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ συμφέρον, ἀλλὰ νὰ κατορθώσωσι νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη των, τοῦτο συνέβη καὶ εἰς ταύτην τὴν περίστασιν. Δὲν ἐσυμβιβάσθησαν νὰ βάλωσιν εἰς ἐνέργειαν τὸ σχέδιον, ὁποῖον ἐδόθη ἀπὸ τὸν Καραϊσκάκην, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἔκαμαν τινὲς μεταβολάς. 

Πρὶν ἔμβωμεν εἰς τὴν διήγησιν τοῦ ὀλεθρίου τούτου ἐπιχειρήματος ἃς μεταβῶμεν εἰς Σαλαμῖνα διὰ ν’ ἀποδώσωμεν τὰς τελευταίας τιμὰς εἰς τὸν ἥρωά μας. Ἅμα ἔφθασεν εἰς Σαλαμῖνα τὸ πλοῖον τὸ φέρον τὸ νεκρὸν σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη, ὅλοι οἱ κατοικοῦντες καὶ παροικοῦντες εἰς αὐτὴν ἄνδρες, γυναῖκες, παιδία καὶ γέροντες ἐξῆλθον εἰς προϋπάντησιν μὲ μίαν γοερὰν κατήφειαν, μὲ θρήνους καὶ μὲ δάκρυα. Προηγεῖτο εἰς τὴν ἐκφοράν τὸ ἱερατεῖον ἐνδεδυμένον τὴν ἱερατικὴν στολήν. Δὲν ἠκούετο δὲ εἰς τὴν πολυάριθμον ἐκείνην ὁμήγυριν εἰμὴ ἡ λυπηρὰ ψαλμῳδία καὶ ὁ γοερὸς τόνος τῶν ἱερέων διακοπτόμενος ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ τοὺς στεναγμοὺς τοῦ λαοῦ καὶ τοὺς συγκεχυμένους καὶ διακεκομμένους θρήνους τῶν συνακολουθούντων γυναικῶν καὶ παιδίων. Ἐὰν ἐξέταζέ τις ὅλων τῶν παρευρισκομένων τὰ πρόσωπα, ἤθελεν εὐκόλως ἰδεῖ, ὅτι κἀνὲν ἄλλο αἴσθημα δὲν ἐκυρίευε τὰς καρδίας των, εἰμὴ τὸ τῆς λύπης διὰ τὴν στέρησιν τοιούτου ἀνδρὸς (εἰς τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀπέδιδον τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς καὶ σωτῆρος) καὶ τὸ τοῦ φόβου μελλόντων κινδύνων, εἰς τοὺς ὁποῖους δικαίως ὑπώπτευον ὅτι ἔμελλε νὰ ἐκτεθῇ τὸ ἔθνος μας. Μὲ τοιαύτην παράταξιν ὡδήγησαν τὸν νεκρὸν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἀφ’ οὗ τοῦ ἔγεινεν ἡ συνήθης ἐκκλησιαστικὴ τελετή, ὁ κύριος Γ. Αἰνιὰν ἐξεφώνησεν ἐπιτάφιον λόγον, ὁ ὁποῖος ἔτι μᾶλλον ἐξῆψε τὴν λύπην μὲ τὴν διήγησιν τῶν προτερημάτων καὶ τῶν ἀνδραγαθιῶν τοῦ ἐνδόξου τούτου ἥρωος· μετέφερον ἔπειτα τὸ σῶμα εἰς τὸν ἑτοιμασθέντα τάφον καὶ τὸ κατέθεσαν μὲ τὸν συνήθη πυροβολισμόν. Τοιαῦται νεκρώσιμοι τελεταὶ ἔγειναν καὶ εἰς Πόρον καὶ εἰς Ναύπλιον καὶ ἀλλαχοῦ. Πανταχοῦ δὲ τὰ πρόσωπα τῶν Ἑλλήνων ἔδειχνον ὅτι ἡ αὐτὴ λύπη ἐκυρίευε τὰς καρδίας των. 

Ὁ θάνατος τοῦ Καραϊσκάκη δὲν ἔμεινεν ἐπὶ πολὺ ἄγνωστος καὶ εἰς τοὺς ἐχθρούς. Αἰγύπτιός τις τακτικός, αὐτομολήσας πρὸ καιροῦ εἰς τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τὰ τάγματα τοῦ Ἰμπραΐμη, ἦτον ὡς ἱπποκόμος εἰς ἕνα ἀπὸ τοὺς Σουλιώτας ἀξιωματικούς. Αὐτὸς λαβὼν τὸν ἵππον τοῦ κυρίου του καὶ δραπετεύσας ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν στρατόπεδον μετέβη εἰς τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἔδωκε τὴν εἴδησιν τοῦ θανάτου τοῦ Καραϊσκάκη. Ὅσην λύπην, ἀθυμίαν καὶ δειλίαν εἶχον αἰσθανθῆ οἱ Ἕλληνες διὰ τὸν θάνατον τοῦ Καραϊσκάκη, τόσην χαρὰν καὶ θάρρος ἔλαβον οἱ ἐχθροί [50]. Ἐπροσπαθοῦσαν δὲ νὰ τὴν γνωστοποιήσωσι καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας μ’ ὁποῖα μέσα ἠδύναντο. Ἐφώναζον ἀπὸ τὰ ὀχυρώματά των· «Δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ Καραϊσκάκης· πρέπει νὰ ἐνδυθῆτε τὰ μαῦρα». Οἱ Ἕλληνες ἐζήτησαν κατ’ ἀρχὰς νὰ κρύψωσι τὸν θάνατον τοῦ Καραϊσκάκη καὶ νὰ δείξωσιν ἀδιαφορίαν εἰς τὰ λεγόμενα. Ἀλλ’ ἡ λύπη, ἡ ὁποία ἐκυρίευε τὰς καρδίας των, δὲν τοὺς ἐσυγχώρει νὰ ὑποκριθῶσι προσηκόντως τὸ ὁποῖον ἀνελάμβανον προσωπεῖον. 

Κατὰ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποῖα ἐπὶ τῆς συνελεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ ἀρχιστρατήγου ἔγεινεν, ὡς ἀνωτέρω ἀνεφέραμεν, τοῦ νὰ βάλωσιν εἰς ἐνέργειαν τὸ σχέδιον τοῦ Καραϊσκάκη, ἐπειδὴ ἤδη εἶχον γένει ἕτοιμα καὶ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα, ὅλοι οἱ διωρισμένοι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τοῦτο τὸ κίνημα κατέβησαν εἰς τὸ παραθαλάσσιον τὴν 24 τοῦ Ἀπριλίου καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἐπιβάντες εἰς πλοῖα ἐκίνησαν καὶ ὕστερον ἀπό τινα ἐμπόδια ἐξ αἰτίας τῶν ἐναντίων ἀνέμων ἔφθασαν καὶ ἀπέβησαν εἰς τὴν ξηράν, ὁδηγούμενοι δὲ ἀπὸ τὸν Μακρυγιάννην ἐπροχώρησαν πρὸς τὸ φρούριον, διαιρούμενοι εἰς σώματα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ μὲν ἐτοποθετήθησαν κατὰ σειρὰν εἰς ὁποίας ἐνόμισαν ἁρμοδιωτέρας θέσεις, τὰ δὲ προώδευσαν πρὸς τὸ φρούριον διὰ νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὰς παρὰ τοῦ Καραϊσκάκη σημειωθείσας θέσεις. Ἀλλὰ κινούμενοι ἀπὸ παράκαιρον ἅμιλλαν δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὰς σημειωθείσας θέσεις, ἀλλ’ ἐξηπλώθησαν καὶ διεμοιράσθησαν εἰς πολλάς, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἀδυνάτισαν. Ἐπροχώρησαν δὲ καὶ πρὸς τὸ φρούριον καὶ προπαρετάχθησαν τὸ σῶμα τῶν Σουλιωτῶν, τῶν Κρητῶν, τῶν Ἀθηναίων καὶ τὸ τακτικόν. Συνέβη δὲ εἴτε κατὰ λάθος, εἴτε κατὰ περιφρόνησιν ἢ ἀδιαφορίαν νὰ μὴν τοποθετηθῇ κᾀνὲν σῶμα εἰς μίαν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὡς μὴ πατουμένην ἀπὸ τὸ ἱππικὸν εἶχε συστήσει ἰδιαιτέρως ὁ Καραϊσκάκης διὰ νὰ πιασθῇ ἀπὸ ἓν σῶμα δυνατόν· καὶ τοῦτο ἐπέφερε σημαντικὴν βλάβην εἰς τοὺς Ἕλληνας. 

Ὁ Κιουταχῆς, ἅμα ἐξημέρωσε καὶ εἶδε τοὺς Ἕλληνας εἰς ταύτας τὰς θέσεις, συνήθροισεν εἰς Σέγκιον (Ἄρειον Πάγον) ὅσον στράτευμα ἠδύνατο νὰ μετακινήσῃ καὶ ἀφ’ οὗ τοὺς παρεκίνησε καὶ τοὺς ἐνεθάρρυνε μὲ ὑποσχέσεις καὶ ἀμοιβάς, τοὺς διέταξε νὰ ἐφορμήσωσι κατὰ τῶν προτεταγμένων Ἑλλήνων, τὸ ὁποῖον καὶ ἔπραξαν μὲ τρομερὰν μανίαν καὶ ὁρμήν. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι μάλιστα δὲν εἶχον προφθάσει νὰ κάμωσι δυνατοὺς τοὺς προμαχῶνάς των, μόλις ἐκένωσαν τὰ πυροβόλα των καὶ εὑρέθησαν ἐν τῷ μέσῳ τῶν Τούρκων, χωρὶς νὰ λάβωσι καιρὸν νὰ γεμίσωσι πάλιν. Πολεμοῦντες λοιπὸν συμμεμιγμένοι μὲ τοὺς ἐχθρούς, ἐχάθησαν σχεδὸν ὅλοι. Τὴν φθορὰν ταύτην ἰδόντες οἱ εἰς τὰ λοιπὰ ὀχυρώματα Ἕλληνες ἐτράπησαν εἰς φυγὴν πρὶν ἔλθωσιν εἰς μάχην μετὰ τῶν ἐχθρῶν. Ἀλλὰ τὸ ἱππικὸν τοῦ ἐχθροῦ ἐφόνευεν ὅσους ἐπρολάμβανεν. Ὁ τρόμος ἀποκατέστη γενικὸς καὶ ὅλοι ἔφευγον πρὸς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ σωθῶσιν εἰς τὰ πλοῖα. Ὁ δὲ Κόχραν καὶ ὁ ἀρχιστράτηγος, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐξέλθει εἰς τὴν ξηράν, ἔπεσον εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ προλάβωσι νὰ φύγωσιν. Ὁ ὄλεθρος ἤθελε γένει γενικὸς καὶ ὑποκάτω ἀκόμη εἰς τὰ κανόνια τῶν Ἑλληνικῶν πλοίων, ἐὰν ὁ Νικόλαος Ζέρβας δὲν ἐμπόδιζε μὲ τὸ σπαθὶ εἰς τὰς χεῖρας τοὺς φεύγοντας καὶ δὲν τοὺς ἐμψύχωνε μὲ τὸ παράδειγμά του διὰ νὰ συσσωματωθῶσι καὶ ν’ ἀνθέξωσιν εἰς τὰς ἐχθρικὰς προσβολάς. Οἱ Τοῦρκοι πλησιάσαντες εἰς τὸ παραθαλάσσιον καὶ ἰδόντες τοὺς Ἕλληνας συσσωματωμένους καὶ ἑτοίμους δι’ ἀντίκρουσιν, προστατευομένους μάλιστα καὶ ἀπὸ τῶν πλοίων τὰ κανόνια, δὲν ἐπεχείρησαν ἄλλην προσβολήν, εὐχαριστημένοι, φαίνεται, ἀπὸ τὴν ἄχρι τοῦδε ἔκβασιν, ἀλλ’ ἐπέστρεψαν εἰς τὸ στρατόπεδόν των. 

Ἡ ζημία τὴν ὁποίαν ἔλαβον οἱ Ἕλληνες εἰς ταύτην τὴν μάχην ὑπῆρξε μεγίστη καὶ ὁποῖα δὲν συνέβη ἕως ταύτην τήν ἐποχήν. Πεντακόσιοι περίπου Ἕλληνες ἐφονεύθησαν καὶ αἰχμαλωτίσθησαν, ἐκ τῶν ὁποῖων οἱ περισσότεροι ἦσαν τακτικοί, Κρῆτες καὶ Σουλιῶται· πρὸ πάντων ὅμως ἡ μάχη αὕτη ὑπῆρξεν ὀλεθρία διὰ τὸ πλῆθος τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἐφονεύθησαν ἢ ἐπιάσθησαν ζῶντες· μεταξὺ τῶν πρώτων συναριθμοῦνται ὁ Λάμπρος Βέϊκος, ὁ Γεώργιος Τζαβέλας, ὁ Ἀθανάσιος Τούσια Μπότζαρης καὶ ὁ Ἰωάννης Νοταρᾶς· μεταξὺ δὲ τῶν αἰχμαλωτισθέντων ὁ Γεώργιος Δράκος καὶ ὁ Δημήτριος Καλλέργης . 

Ἴσως δὲν ἤθελε γένει τόσον σημαντικὴ ζημία εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἐὰν ἅμα συνεκροτήθη ἡ μάχη εἰς τοῦτο τὸ μέρος, οἱ εἰς Κερατζίνι ἤθελον ἐφορμήσει κατὰ τῶν ἀντικρύ των τοποθετημένων ἐχθρῶν, καθὼς ἦτον τὸ σχέδιον τοῦ Καραϊσκάκη· ἀλλ’ εἰς τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον προανεφέραμεν, δὲν ἐνεκρίθη νὰ γένῃ ἀπὸ τοῦτο τὸ μέρος κίνημα. Μ’ ὅλον τοῦτο, ἐνῷ συνεκροτεῖτο ἡ μάχη, εἰς τὸ πέραν μέρος τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν τοῦ σώματος τοῦ Καραϊσκάκη, βλέποντες διάφορα σώματα Τούρκων ἀποκοπτόμενα ἀπὸ τὰ πλησίον ὀχυρώματα καὶ μεταβαίνοντα εἰς τὸν τόπον τῆς μάχης, ἐπρόβαλον νὰ γένῃ καὶ ἀπὸ μέρους των κίνημα κατὰ τῶν ἐχθρῶν, τοὐλάχιστον ὅσον νὰ τοὺς ἐμποδίσωσι τοῦ νὰ δώσωσι βοήθειαν εἰς τοὺς μαχομένους· ἀλλ’ ὁ Γιαννούσης ἐπρότεινε νὰ μὴν κάμωσι κᾀνὲν κίνημα ἕως νὰ γένῃ μισῆς ἢ καὶ μιᾶς ὥρας μάχη εἰς τὸ πέραν μέρος, καὶ τότε νὰ ἐφορμήσωσι ἐδῶθεν διὰ νὰ κάμωσι λαμπρότερον ἔργον κάμνοντες ἀντιπερισπασμὸν εἰς τὸν ἐχθρόν. Τὸ πρόβλημα τοῦτο εἰσηκούσθη χωρὶς δυσκολίαν, διότι ἐφαίνετο εὔλογον καὶ διότι ὅλοι ἐσέβοντο τὸν Γιαννούσην (καθὼς καὶ ὁ ἴδιος Καραϊσκάκης) διὰ τὴν ἀνδρίαν καὶ πολεμικὴν ἐμπειρίαν του· ἀλλ’ ἕως οὗ νά κινηθῶσιν οὗτοι, εἰς τὸ ἀντικρὺ μέρος ἄλλοι μὲν εἶχον ἤδη κατακοπῇ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς, οἱ δὲ λοιποὶ τραπέντες εἰς φυγὴν κατεδιώκοντο. 

Διὰ τὴν ἀποτυχίαν ταύτην καὶ διὰ τὴν τρομερωτάτην σφαγὴν ὅλον τὸ στρατόπεδον ἔπεσεν εἰς μεγίστην ἀθυμίαν· ὁ δὲ γενικὸς κανονιοβολισμὸς τῶν ἐχθρῶν ἀποκατέστησε ζωηροτέραν τὴν λύπην καὶ τὸν φόβον δεινότερον, ὥστε μόλις ἔπαυσεν ἡ μάχη καὶ ὁ Ἰωάννης Θ. Κολοκοτρώνης, οἱ Πετμεζαῖοι καὶ ὁ Σισίνης ἐμήνυσαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ σώματος τοῦ Καραϊσκάκη διὰ νὰ στείλωσι στράτευμα νὰ πιάσῃ τὰς ὁποίας αὐτοὶ κατεῖχον θέσεις, διότι δὲν ἠμποροῦν νὰ κρατήσωσι τοὺς στρατιώτας των, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἄλλοι μὲν ἤρχισαν ἤδη νά φεύγωσι κρυφίως, ἄλλοι δὲ ζητοῦν φανερὰ τὴν φυγήν. 

Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη προσκαλέσασα καὶ ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοπέδου ἔκαμε σύσκεψιν περὶ τοῦ πρακτέου καὶ εὑρέθη εὔλογον νά συσφίξωσι τὸ στρατόπεδον καταβαίνοντες πάλιν εἰς τὰς πρώτας θέσεις των καὶ νά φυλάξωσι τὴν σειρὰν τῶν ὀχυρωμάτων ἀπὸ Κερατζίνι ἕως Φαληρέα. Διὰ νὰ μὴ λάβῃ δὲ ὁ ἐχθρὸς εἴδησιν καὶ προξενήσῃ τινὰ βλάβην, ἡ μετάβασις ἀπεφασίσθη νὰ γένῃ τὴν νύκτα μ’ ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην μυστικότητα καὶ φρόνησιν. Ὅσον ἀναγκαιοτέρα ἐνομίζετο ἡ μυστικότης, τόσον ὀλιγώτερον τὴν ἐφύλαξαν οἱ Ἕλληνες εἰς τὴν ὥραν τῆς μεταβάσεως. Ἀπὸ τὰς συνομιλίας, ἀπὸ τὸν κτύπον τῶν κανοναμαξῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἀπροσεξίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσαν τὰ διαταττόμενα, ἐννόησεν ὁ ἐχθρὸς τὴν φυγὴν των. 

Εἷς τὴν ὥραν ταύτην κᾀνεὶς ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας δὲν εἶχεν ἄλλο πρὸ ὀφθαλμῶν, εἰμὴ τὴν ἰδίαν του σωτηρίαν, καὶ κρίνων ἀπὸ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐκυρίευε τὴν καρδίαν του, δὲν ἐμπιστεύετο εἰς ἄλλον· ἐστέλλετο κανεὶς εἰς σκοπιάν; ἐνόμιζεν ὅτι οἱ λοιποὶ τὸν ἄφησαν καὶ ἔφυγον, ἢ ὅτι θέλουν τὸν ἀφήσει, καὶ οὔτε αὐτὸς ἐκτελοῦσεν ὡς ἔπρεπε τὸ χρέος του, οὔτε οἱ λοιποὶ ἠδύνατο νὰ ἐμπιστευθῶσι. Θόρυβος καὶ ἀταξία μεγίστη ἐκυρίευε καθ’ ὅλον τὸ στρατόπεδον καὶ ἔφευγον, ὅλοι μὲ βίαν πρὸς τὴν θάλασσαν καὶ τὸν Φαληρέα. Οἱ πλησιέστεροι ἐκ τῶν ἐχθρῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐννοήσει τὴν ἀναχώρησιν καὶ ἦσαν ἕτοιμοι, μόλις εἶδον τοὺς Ἕλληνας ἀναχωρήσαντας, ἐμβαίνουν εἰς τοὺς ἐγκαταλειφθέντας προμαχῶνας καὶ βάλλουσι φωτίαν εἰς τὰς καλύβας διὰ νὰ δώσωσιν εὐκολώτερον καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς Τούρκους τὴν εἴδησιν τῆς φυγῆς. 

Ὅσοι ἦσαν τοποθετημένοι πλησιέστερον τῶν ἐχθρῶν, φεύγοντες πρὸς τὴν θάλασσαν, εὕρισκον ἐρήμους τοὺς προμαχῶνας, ὅθεν διέβαινον, ἐνῷ οἱ φυλάττοντες αὐτοὺς Ἕλληνες ἦσαν εἰς χρέος νὰ τοὺς περιμείνωσι, νὰ ἑνωθῶσιν ὅλοι ὁμοῦ καὶ οὕτω ν’ ἀναχωρήσωσι. Τοῦτο αὔξησε τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν ταραχήν· ὅ,τι ὅμως τὴν ἐκορύφωσεν ἦτον, ὅτι ἐλθόντες εἰς τὰ ὀχυρώματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἀποφασίσει νὰ τοποθετηθῶσι, δὲν εὕρισκον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐφύλαττον· ὥστε ἂν οἱ Τοῦρκοι ἐγνώριζον τὴν κατάστασιν τῶν φευγόντων καὶ ἤθελον τοὺς καταδιώξει μὲ ὀλιγώτερον φόβον καὶ συστολήν, ἤθελον τοὺς προξενήσει σημαντικωτάτην ζημίαν. Τόσον μέγας ἦτον ὁ φόβος, ὅστις ἐκυρίευσε τὸ στρατόπεδον, ὥστε ἡ ἐμπροσθοφυλακή, ἢ κάλλιον οἱ φεύγοντες πρῶτοι, ἀπαντήσαντες ἓν ποίμνιον ἐνόμισαν ὅτι ἦτον ἐχθρικὸν ἱππικόν, καὶ ὀπισθοδρομήσαντες διέδωκαν τὴν εἴδησιν ταύτην εἰς τοὺς ἀκολουθοῦντας, ὥστε ἂν δὲν ἤθελον ἔβγει ὁγλίγωρα ἀπὸ τὴν ἀπάτην, πολὺ μέρος τοῦ στρατεύματος ἤθελε ῥιφθῆ εἰς τὴν θάλασσαν. 

Ἔφθασαν εἰς τὸ μέρος ὅπου ἦτον τοποθετημένον τὸ ἱππικόν, ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδ’ αὐτοῦ δὲν ἐστάθησαν, ἀλλ’ ἔφευγον μὲ τὴν ἰδίαν ἀταξίαν, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἱππικοῦ ἠναγκάσθη νὰ συνακολουθήσῃ, εἰς τὴν φυγήν, ἀφήσας ὅλας τὰς σκηνὰς καὶ πολλὰς ἀποσκευὰς τοῦ ἱππικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ διάβασις ἔμελε νὰ γένῃ ἀπὸ μίαν ξυλίνην γέφυραν, οἱ ἱππεῖς θέλοντες νὰ προλάβωσι διὰ νὰ μὴν τύχῃ καὶ τὴν πιάσωσιν οἱ ἐχθροὶ καὶ ἑπομένως βλαφθῶσι, μὴ οὔσης ἄλλης διαβάσεως δι’ αὐτούς, ἐτάχυνον τὸν δρόμον των. Τοῦτο ἔδωκεν αἰτίαν εἰς τοὺς πεζοὺς νὰ τρέχωσι μ’ ὅλας τὰς δυνάμεις των διὰ νὰ μὴν μείνωσιν ὀπίσω καὶ ηὔξησαν εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμὸν τὸν θόρυβον. Ἐλεεινὸν θέαμα! Ἐκεῖνοι οἵτινες διέβησαν τὴν νύκτα διὰ μέσου τοῦ στρατοπέδου τοῦ Ὁμὲρ πασᾶ εἰς Δίστομον, προξενήσαντες θάμβος καὶ ἔκστασιν εἰς τοὺς ἐχθρούς, ἐκεῖνοι οἵτινες ἐπέπεσον τὴν νύκτα εἰς τὸ στρατόπεδον τὸ πολιορκοῦν τὸ Μεσολόγγιον καὶ εἰσεχώρησαν ἀνὰ μέσον τῶν σκηνῶν ἕως εἰς αὐτὸ τὸ ἄσυλον τοῦ Κιουταχῆ, ἔφευγον μὲ τὴν πλέον φρικτὴν ἀταξίαν καὶ κυριευμένοι ἀπὸ μέγιστον τρόμον, ἐνῷ δὲν κατεδιώκοντο ἐκ τοῦ πλησίον ἀπὸ τὸν ἐχθρόν, ἀπέδειξαν ἐμπράκτως ὅτι φρόνιμος καὶ ἀνδρεῖος ἀρχηγὸς εἶναι καλήτερος ἀπὸ μέγα καὶ ἀνδρεῖον στρατόπεδον. 

Συνῆλθον τέλος πάντων εἰς Φαληρέα ὅλοι οἱ φεύγοντες ἐκτὸς τῶν Πετμεζαίων, οἱ ὁποῖοι μὲ ὀκτακοσίους περίπου στρατιώτας διευθύνθησαν πρὸς Ἐλευσῖνα. Οἱ Τοῦρκοι ἀκολουθοῦσαν μακρόθεν μὲ παρατήρησιν καὶ περίεργον προσοχήν, ὑποπτεύοντες ἴσως κᾀμμίαν ἐνέδραν, ἀλλ’ ἦσαν μακρὰν τοῦ νὰ γνωρίσωσι τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος. Ἐπλησίασαν μ’ ὅλον τοῦτο εἰς τοὺς περὶ τὸν Φαληρέα προμαχῶνας, ὅπου ἐὰν δὲν ἤθελον σταθῆ ὁ Κῆτζος Τζαβέλας καὶ ὁ Κώστας Βλαχόπουλος, ἤθελον ἴσως κυριεύσει οἱ ἐχθροὶ καὶ τὰ κανόνια. Ματαίως ἐπροσπαθοῦσαν οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐμψυχώσωσιν ὁπωσοῦν τὸ στράτευμα καὶ νὰ τὸ πληροφορήσωσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον κίνδυνος. Οἱ στρατιῶται καὶ πρὸ πάντων οἱ ἐσχάτως ἐλθόντες ἀπὸ τὰς νήσους, ὄντες ἀσυνείθιστοι ἀπὸ τοιαῦτα πράγματα, συνήρχοντο πλησίον τῆς θαλάσσης καὶ ἀπέβλεπον πρὸς αὐτήν, ὡς τὸ μόνον μέσον τῆς σωτηρίας των. Ὅστις εἶδε τὸ στρατόπεδον τοῦτο εἰς τὴν ἀκμήν του, ζῶντος ἔτι τοῦ Καραϊσκάκη, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ δακρύσῃ βλέπων τοιαύτην μεταβολὴν εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον ὡμοίαζεν ὡς ποίμνιον διασκορπισθὲν ἀπὸ τοὺς λύκους. Ηὔξησε δὲ ἔτι μᾶλλον τὴν ἀθυμίαν καὶ τὸν φόβον τῶν στρατιωτῶν ἡ διήγησις τοῦ τρομεροῦ δυστυχήματος, τὸ ὁποῖον ἔπαθον οἱ ἐκστρατεύσαντες, καὶ τὸ ὁποῖον διηγούμενοι μόνοι των οἱ διασωθέντες, τὸ ἀποκατέστηνον ἐλεεινότερον καὶ αἰσθαντικωτέρας λύπης καὶ φόβου πρόξενον. 

Ἐφάνη τελευταῖον ἡ ἡμέρα, ἡ ὁποῖα τόσον ἐπιθυμητοτέρα ἦτον εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὅσον ἔμελλε νὰ διασκεδάσῃ τὸ τρομερὸν κακὸν τοῦ φόβου καὶ τῆς ἀταξίας. Οἱ Τοῦρκοι ἐπέστρεψαν εἰς τὰς σκηνάς των, ἀφήσαντες μόνον μερικοὺς εἰς τὸ μοναστήριον. Ὁ Γιαννούσης θέλων νὰ ἐμψυχώσῃ ὁπωσοῦν τοὺς Ἕλληνας καὶ νὰ τοὺς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς φυγῆς, τοὺς παρεκίνησε νὰ προσβάλωσι κατὰ τῶν εἰς τὸ μοναστήριον ἐχθρῶν· κινεῖται πρῶτος μὲ προθυμίαν καὶ τὸ παράδειγμά του ἐμψύχωσεν ἱκανούς. Οἱ Τοῦρκοι ὅμως μὴ ἔχοντες, φαίνεται, σκοπὸν νὰ φυλάξωσι τὸ μοναστήριον, δὲν ἐπιάσθησαν εἰς μάχην, ἀλλ’ ἔφευγον πρὶν ἀκόμη πλησιάσωσιν οἱ Ἕλληνες. Μετὰ τοῦτο συνελθόντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοπέδου (ἐπειδὴ ὁ ἀρχιστράτηγος δὲν εἶχεν ἀκόμη φανῆ ἕως εἰς ἐκείνην τὴν στιγμὴν) καὶ ἔχοντες ἀκόμη κἄποιαν ἐλπίδα, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ συνέλθῃ εἰς αὐτὸ τὸ στρατόπεδον, ἐσκέπτοντο πῶς νὰ διαθέσωσι τὰ πράγματα. Ἀπεφάσισαν δὲ νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς τὸ μοναστήριον, εἰς ἓν ὀχύρωμα πλησίον τοῦ μοναστηρίου καὶ εἰς τὸν Φαληρέα. 

Ἀλλ’ ἐνῷ κατεγίνοντο εἰς τοῦτο οἱ ἀξιωματικοί, οἱ στρατιῶται ἐσκέπτοντο περὶ τρόπου ἀναχωρήσεως ἀπὸ τὸ στρατόπεδον καὶ εἰς ὀλίγον διάστημα ὅλοι ἐν γένει οἱ νησιῶται, ἔχοντες πλοῖα ἐδικά των, ἢ γνωρίζοντες τοὺς πλοιάρχους ἀνεχώρησαν, ἐκτός τινων ἀξιωματικῶν μόνον, οἱ ὁποῖοι διέμειναν εἰς τὸ στρατόπεδον ἀπὸ φιλοτιμίαν. Ἀνεχώρησαν ὁμοίως καὶ πολλοὶ ἄλλοι στρατιῶται, ὅσοι ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσι πλοῖα, ὥστε μόλις τὸ ἥμισυ τοῦ στρατεύματος διέμενεν ἀκόμη εἰς τὸ στρατόπεδον. Μ’ ὅλα ταῦτα ὅμως ἐτοποθετήθησαν εἰς τὰς προσδιορισθείσας θέσεις τὰ διαμένοντα στρατεύματα· καὶ ὅταν περὶ τὸ δειλινὸν εἶδον τὸν Κιουταχῆν ἐρχόμενον ἀπὸ τὰς Ἀθήνας μὲ τρεῖς χιλιάδας περίπου πεζοὺς καὶ ἱππεῖς, ἑτοιμάσθησαν διὰ νὰ τὸν ἀντικρούσωσιν. Ἀλλ’ αὐτὸς περιελθὼν καὶ ἐπισκεφθεὶς ὅλους τοὺς προμαχῶνας καὶ τὰ ὀχυρώματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀφήσει οἱ Ἕλληνες, ἐπέστρεψεν εἰς τὸ στρατόπεδόν του. Ὅταν οἱ Ἕλληνες εἶδον ὅτι δὲν εἶχε σκοπὸν διὰ πόλεμον, ἐξῆλθον ἀπὸ τὸ μοναστήριον καὶ ἀκολούθησαν ὀλίγον κατόπιν του, προκαλούμενοι αὐτὸν τρόπον τινὰ ὡς εἰς μάχην. 

Αἱ νέαι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἰς τὸ στρατόπεδον ὑπὸ τήν ὁδηγίαν τοῦ Κώστα Δροσίνη, Γιαννάκη Στράτου καὶ ἄλλων τινῶν, ἔδωκαν ἐλπίδα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὅτι ἦτον ἀκόμη δυνατὸν νὰ μὴ διαλυθῇ τὸ στρατόπεδον. Ἔλαβον λοιπὸν μέτρον νὰ τοποθετηθῶσιν ἁρμοδίως τὰ διάφορα σώματα εἰς τὰς θέσεις, ὅσας ἐνόμιζον ἀναγκαίας διὰ νὰ μὴν καταδιωχθῶσιν ἢ ἀποκλεισθῶσιν ἐπὶ ὑποθέσει ἐφόδου ἐχθρικῆς. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις ἀρχηγοῦ ἐματαίωνεν ὅλα τὰ σχέδια. Τὸ στρατόπεδον ἐσύγκειτο ἀπὸ διάφορα σώματα, τῶν ὁποίων οἱ ἀρχηγοὶ δὲν κατεδέχοντο νὰ ὁδηγηθῶσιν ἀπὸ ἄλλον ὅμοιόν των. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὰς ματαίας ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἠμποροῦσαν νὰ ἔτρεφον μερικοί· ὁ Κῆτσος Τζαβέλας καὶ ὁ Κώστας Μπότσαρης ἐνομίζοντο ἱκανότεροι νὰ διαδεχθῶσι τὸν Καραϊσκάκην. Ἀποτυχίαι σημαντικαί, αἱ ὁποῖαι εἰς διαφόρους μάχας συνέβησαν εἰς τὸν Μπότσαρην, ἔδιδαν τὴν ὑπεροχὴν εἰς τὸν Τζαβέλαν καὶ ἴσως ὁ τελευταῖος οὗτος ἤθελεν ἐπιτύχει τῆς ἀρχηγίας, ἐὰν τὸ σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη ἤθελε συγκατατεθῆ νὰ τὸν δεχθῇ· ἡ ἀντιζηλία ὅμως ἡ μεταξὺ Σουλιωτῶν καὶ Στερεοελλαδιτῶν, ἡ ὁποία ἀπέβη τόσον σημαντικὴ ἐπὶ τῆς ἐκστρατείας ταύτης τοῦ Καραϊσκάκη, δὲν ἄφινε τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτου τοῦ σώματος νὰ δεχθῶσι δι’ ἀρχηγὸν τὸν Τζαβέλαν. 

Μετὰ πολλὰς καὶ ἐπιμόνους διαφιλονεικήσεις περὶ τῆς ἀρχηγίας, ἐπροβλήθη τελευταῖον νὰ διορισθῇ κἂν προσωρινὸς ἀρχηγὸς ὁ Τζαβέλας, διὰ νὰ μὴ μένῃ τὸ στράτευμα χωρὶς κεφαλήν· ἀλλ’ οὐδὲ τοῦτο δὲν ἔγεινε δεκτόν· ἀπεφασίσθη δὲ μόνον νὰ διοικῇ ὁ Τζαβέλας ἐν ὅσῳ τὸ στρατόπεδον εὑρίσκεται εἰς Φαληρέα. Ἐν τούτοις παρουσιάζεται εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν ἀξιωματικῶν ὁ Ἰ. Θ. Κολοκοτρώνης καὶ ζητεῖ τὴν ἄδειαν ν’ ἀπέλθῃ εἰς Πελοπόννησον, προβάλλων ὅτι ἡ πατρίς του ἔχει ἀνάγκην τῆς παρουσίας αὐτοῦ καὶ τῶν στρατευμάτων του διὰ τὸν παρὰ τοῦ Ἰμπραήμη κίνδυνον· τὰ αὐτὰ συγχρόνως ἐπρόβαλε καὶ ὁ Σισίνης. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐπροσπαθοῦσαν νὰ διατηρήσωσιν ἀκόμη τὸ στρατόπεδον, ἀπεκρίθησαν ὅτι τὸ ζήτημά των δὲν εἶναι ἁρμόδιον εἰς τὴν περίστασιν, δὲν εἶναι δὲ οὔτε εὔλογον, οὔτε ἔντιμον εἰς αὐτοὺς ν’ ἀναχωρήσωσι καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ στρατόπεδον ἔχει ἀνάγκην ἐνδυναμώσεως καὶ ὑποστηρίξεως. Ὁ Ι. Θ. Κολοκοτρώνης ἔχων, καθὼς ἐφαίνετο, σταθερὰν ἀπόφασιν διὰ νὰ ἀναχωρήσῃ, ἐπέμεινε δικαιολογῶν τὸ ζήτημά του· ἐπειδὴ δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ ἀντέτεινον, ἡ φιλονεικία ἀπέβη ζωηροτάτη, καὶ ὁ Ι. Θ. Κολοκοτρώνης ἠναγκάσθη νὰ μείνῃ καὶ ἐναντίον τῆς ἐπιθυμίας του εἰς τὸ στρατόπεδον. 

Ἡ δυσκολία, τὴν ὁποίαν ἐπέφερον εἰς τὸν Ι. Θ. Κολοκοτρώνην, ἔδωκεν αἰτίαν εἰς τοὺς ἄλλους Πελοποννησίους ἀρχηγοὺς νὰ μεταχειρισθῶσι πλαγίους τρόπους πρὸς ἀναχώρησιν. Ὁ μὲν Σισίνης λοιπὸν ἔφυγε κρυφίως, μεταβὰς εἰς τὸ ἄντικρυ τοῦ Κερατζινίου νησίδιον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀνεχώρησε μισθώσας μὲ ἱκανὴν χρηματικὴν ποσότητα ἓν πλοιάριον. Ὁ δὲ Π. Νοταρᾶς, λαβὼν τὴν ἄδειαν ν’ ἀπέλθῃ εἰς Σαλαμῖνα δι’ ὀλίγας ἡμέρας, διευθύνθη εἰς Κόρινθον μὲ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ λάβῃ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του τὸ φρούριον. Τοιούτους τρόπους μεταχειριζόμενοι καὶ ἄλλοι κατώτεροι ἀξιωματικοὶ ἀνεχώρουν ἀδιακόπως ἀπὸ τὸ στρατόπεδον. 

Ὁ ἀρχιστράτηγος ἀνήγγειλεν εἰς τοὺς πολιορκουμένους τὴν ἀποτυχίαν εἰς τὸ τελευταῖον ὑπὲρ αὐτῶν κίνημα καὶ τοὺς ἐσυγχώρησε τρόπον τινὰ νὰ διαπραγματευθῶσι μὲ τὸν ἐχθρόν, ἂν δὲν δύνανται ν’ ἀνθέξωσιν. Οἱ πολιορκούμενοι ἔπεμψαν ἐπίτηδες ἕνα ἐκ τῶν σημαντικωτέρων ἀξιωματικῶν, ὀνομαζόμενον Τριαντάφυλλον Λήμνιον, διὰ νὰ γνωστοποιήσωσιν εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον ὅτι μὲ στενοχωρίαν μέν, πλὴν δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν ἀκόμη τρεῖς μῆνας, ἐὰν καὶ τὸ ἕξω στρατόπεδον διαμείνῃ εἰς Φαληρέα. Ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ σώματος τοῦ Καραϊσκάκη ἤκουσαν τὴν εἴδησιν ταύτην, δὲν ἠμπόρεσαν νὰ κρύψωσι τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν ἠσθάνθησαν, ἀλλ’ ἐφώναξαν· «Ἡ ἀνοησία τοῦ νὰ μᾶς κρύψωσι τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ φρουρίου ἔγεινεν αἰτία νὰ χάσωμεν τὸν ἀρχηγὸν μας, διότι ἂν αὐτὸς τὴν ἐγνώριζεν, ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ ἄλλα μέσα ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνα καὶ μὲ περισσοτέραν ἐλπίδα ἐπιτυχίας διὰ νὰ λύσῃ τὴν πολιορκίαν». 

Ὁ ἀρχιστράτηγος κατὰ συνέπειαν τῆς ἀγγελίας ταύτης ἀπεφάσισε νὰ στερεώσῃ στρατόπεδον εἰς Φαληρέα· ἀλλ’ ὧν ἄπειρος τῶν πραγμάτων καὶ μὴ γνωρίζων τὰς μεταξὺ τοῦ στρατοπέδου φατρίας καὶ ἀντιζηλίας, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἓν συνεχὲς σχέδιον, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ τὸ μεταβάλλῃ καθ’ ὅσα τοῦ ἔλεγον διάφοροι ἀξιωματικοὶ καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ἀπαντοῦσε δυσκολίας. Θέλων δὲ νὰ βεβαιωθῇ πόσα καὶ ποῖα σώματα ἔμελλον σταθερῶς νὰ διαμείνωσι εἰς Φαληρέα, διέταξε νὰ γείνῃ κατάλογος καὶ πρὸς πλειοτέραν ἀσφάλειαν νὰ ὑπογραφῶσιν εἰς αὐτὸν οἱ πρώτιστοι ἀξιωματικοί. Οἱ συγκροτοῦντες τὸ σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη δὲν ἠθέλησαν νὰ συγκαταριθμηθῶσι μὲ τοὺς εἰς Φαληρέα, οὔτε μέρος τῆς δυνάμεώς των νὰ πέμψωσιν εἰς ἕτερον ὀχύρωμα παρὰ τὰ ὁποῖα ἤδη κατεῖχον, προβάλλοντες ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ διαιρεθῶσιν, ὅτι δὲ ὑπόσχονται νὰ φυλάξωσι τὰς θέσεις εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται· τοῦτο ἐλύπησε τοὺς εἰς Φαληρέα καὶ τὸν ἀρχιστράτηγον· μ’ ὅλον τοῦτο οἰκονομοῦσαν τὸ πρᾶγμα ἕως νὰ γένῃ κᾀμμία βάσιμος διόρθωσις. 

Ὁ ἀρχιστράτηγος ἀποπέμπων ἀπὸ τὸ στρατόπεδον τὸ ἱππικὸν ὡς ἄχρηστον καὶ ὡς δυσοικονόμητον, διώρισε νὰ μετακομισθῶσιν ἀλλοῦ καὶ οἱ ἵπποι τῶν ἀξιωματικῶν· ὠφελούμενοι ἀπὸ τὴν εὐκαιρίαν ταύτην καὶ πολλοὶ στρατιῶται ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὸ στρατόπεδον· τοῦτο ἐγέννησεν ὑποψίας εἰς τοὺς μένοντας, ὥστε ἅμα ἐπαρουσιάζετο τρόπος φυγῆς εἰς αὐτούς, δὲν ἐδυσκολεύοντο νὰ τὸν βάλλωσιν εἰς ἐνέργειαν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὀλιγόστευσις τοῦ στρατοπέδου ἐγένετο ἡμέραν ἐξ ἡμέρας σημαντικωτάτη, ὁ ἀρχιστράτηγος διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν παντελῆ διάλυσιν, διώρισεν ἀπὸ μὲν τὴν θάλασσαν πλοῖα, ἀπὸ δὲ τὴν ξηρὰν τὸν Γιαννάκην Στράτον διὰ νὰ μὴ συγχωρῶσι τὴν χωρὶς ἀδείας ἀναχώρησιν ἀπὸ τὸ στρατόπεδον. Ἐπροκήρυξε καὶ ἀμοιβὰς εἰς ὅλους ὅσοι ἤθελον διαμείνει εἰς τὰς θέσεις των· κατεσκεύασε καὶ τάφρον ἀπὸ τὸ πηγάδι ἕως εἰς τὸν αἰγιαλὸν δι’ ὀχύρωσιν καὶ ἀσφάλειαν τοῦ στρατοπέδου· ἐν γένει δὲ ἐπροσπάθησε μ’ ὅλους τοὺς δυνατοὺς τρόπους νὰ διατηρήσῃ τὸ στρατόπεδον. Ὅλα ὅμως ταῦτα δὲν ἔκαμεν ἄλλο ἀποτέλεσμα εἰμὴ ν’ ἀναβάλωσι μόνον πρὸς ὥραν τὴν διάλυσίν του. 

Ἡ καθημερινὴ πεῖρα ἀπέδειξεν εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον, ὅτι ἐχρειάζετο εἰς τὸ στρατόπεδον ἀρχηγὸς ἄξιος νὰ διαδεχθῇ τὸν Καραϊσκάκην. Νομίζων δὲ ἱκανώτερον τῶν λοιπῶν τὸν Τζαβέλαν, τοῦ ἐπρότεινε νὰ τὸν δωρίσῃ· ἀλλ’ αὐτὸς γνωρίζων ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διοικήσῃ καλῶς, ἐὰν δὲν ἤθελε λάβει πλήρη τὴν συγκατάθεσιν ὅλου τοῦ στρατοπέδου, δὲν συγκατετέθη νὰ δεχθῇ τὴν ἀρχηγίαν, εἰμὴ ἀνίσως ὅλοι οἱ σημαντικοὶ τοῦ στρατοπέδου ἤθελον τὸν ἀναγνωρίσει ἐγγράφως· τοῦτο δὲ ἦτον ἀδύνατον νὰ γένῃ διὰ τὰς προεκτεθείσας αἰτίας, καὶ τὸ πρᾶγμα ἔμεινεν εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν. 

Εἰς τοῦτο τὸ μεταξὺ συνέβη καὶ ἔλλειψης τροφῶν· οἱ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤλπιζον νὰ κάμῃ καρπὸν αὐτὸ τὸ στρατόπεδον καὶ ἐπεθύμουν τὴν διάλυσίν του, ἔκαμαν ἰσχυρὰ παράπονα εἰς τοὺς ἀρχηγούς των, αὐτοὶ δὲ ἐγνωστοποίησαν ταῦτα εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον, ὅστις εὑρίσκετο κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας εἰς Μέγαρα. Μ’ ὅλον ὅτι ἔγεινεν ἡ ἐξοικονόμησις τῶν τροφῶν καὶ τὸ πρᾶγμα ἔλαβε τὴν ἐπιθυμητὴν διόρθωσιν, τὸ κακὸν ὅμως τῆς λιποταξίας ὄχι μόνον δὲν ἐδιορθώθη, ἀλλ’ ἐξηπλώθη καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀρχίσει νὰ φοβῶνται καὶ διὰ τὴν ἰδίαν των ὕπαρξιν καὶ ἀσφάλειαν, διότι ἔβλεπον λιποτακτοῦντας ἀδιακόπως τοὺς στρατιώτας των· μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐπεχείρησαν μάλιστα νὰ λιποτακτήσωσιν, ἀλλὰ γενόμενοι γνωστοὶ ἐπέσυρον εἰς ἑαυτοὺς τὸ ὄνειδος ὅλου τοῦ στρατοπέδου· μ’ ὅλον τοῦτο ἔγειναν αἴτιοι νὰ εἰσχωρήσῃ γενικὴ ὑποψία εἰς ὅλους τοὺς συγκροτοῦντας τὰ διάφορα σώματα, ὥστε οὔτε ὁ ἀξιωματικὸς ἐνεπιστεύετο εἰς τὸν στρατιώτην, οὔτε ὁ στρατιώτης ἔβαλλε βάσιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀρχηγοῦ του· ὥστε μόνον σχεδὸν αἴτιον, τὸ ὁποῖον ἐμπόδιζεν ἔτι τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοπέδου, ἦτον τῶν πλοίων ἡ ἔλλειψις. 

Ὁ ἀρχιστράτηγος βλέπων τὴν ἐλεεινὴν ταύτην κατάστασιν καὶ ἐπιθυμῶν νὰ κάμῃ κἀμμίαν διόρθωσιν, ἐπροσκάλεσεν εἰς συμβούλιον ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἐρώτησε πῶς ἠδύνατο νὰ κάμῃ σταθερὸν τὸ στρατόπεδον καὶ ν’ ἀποφύγῃ τὸν κίνδυνον τῆς διαλύσεως. Ὁ Κῆτζος Τζαβέλας ὡς ἐκ μέρους καὶ τῶν λοιπῶν εἶπεν ὅτι, διὰ νὰ κατορθωθῇ τοῦτο πρέπει νὰ μὴ συμβῇ ἡ παραμικρὰ ἔλλειψις τροφῶν, νὰ προσκληθῶσι δὲ καὶ νέα στρατεύματα. Ὁ ἀρχιστράτηγος ὑπεσχέθη νὰ κατορθώσῃ ἀμφότερα· ἀλλὰ μ’ ὅσην εὐκολίαν αὐτὸς ὑπέσχετο, μὲ τόσην δυσκολίαν ἐπίστευον οἱ Ἕλληνες. Ἕως οὗ δὲ νὰ ἐκπληρώσῃ ὁ ἀρχιστράτηγος τὰς ὑποσχέσεις τον, ἀπεφασίσθη νὰ διαθέσωσιν ἐπὶ τὸ ὠφελιμώτερον τὸ ἤδη ὑπάρχον στράτευμα. Ἐπροβλήθησαν ἀπό τινας μερικαὶ μετατοπίσεις, δὲν ἐνεκρίθησαν δὲ ἀπὸ ἄλλους, καὶ τέλος διελύθησαν οἱ συνελθόντες, ἀφήσαντες τὰ πράγματα εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο. 

Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ὁ Νικήτας εἴτε κατὰ τύχην, εἴτε ἐκ προμελέτης λαμβάνει μίαν σημαίαν καὶ συναθροίσας περὶ αὐτὸν ἕως πεντακοσίους στρατιώτας, κηρύττει τὸν Τζαβέλαν ἀρχηγὸν τοῦ στρατεύματος καὶ συγχρόνως ζητεῖ καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχιστράτηγον τὴν ἐπικύρωσιν. Ὁ ἀρχιστράτηγος εἶχεν ἤδη γνωρίσει καλῶς τοὺς συγκροτοῦντας τὸ στρατόπεδον καὶ ἤξευρε πόσον δύσκολος ἦτον ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ προβλήματος· μ’ ὅλον τοῦτο εἶπεν ὅτι ἀποδέχεται τὸ πρόβλημα καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν θέλει ἐκδώσει περὶ τούτου διαταγήν. Ὁ Νικήτας ἐπιστρέφει εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ Τζαβέλα καὶ τὸν συγχαίρει διὰ τὸν διορισμόν· αὐτὸς ὅμως ἐγνώριζε πολλὰ καλὰ τὰ πράγματα ὥστε νὰ βάλῃ βάσιν εἰς τὰ λεγόμενα. Ὁ Νικήτας μ’ ὅλον τοῦτο διέταξε τοὺς περὶ αὐτὸν καὶ ἐπυροβόλησαν τρίς· τοῦτο κατὰ μίμησιν ἔγεινε καὶ εἰς τὸ λοιπὸν στρατόπεδον· ἀλλὰ τὸ μεγαλήτερον μέρος ἐκινήθη εἰς τοῦτο μηχανικῶς, νομίζον ὅτι αἰτία ἦτον κἀμμία χαροποιὰ ἀγγελία. Χωρὶς καρπὸν ἀπέβη καὶ τοῦτο τὸ κίνημα τοῦ Νικήτα, διότι οὔτε ὁ Τζαβέλας ἀνεδέχθη τὰ χρέη ἀρχηγοῦ, οὔτε τὸ στρατόπεδον τὸν ἐγνώρισεν, ἢ τὸν ἐνόμισεν ὡς τοιοῦτον. 

Εἶδον τέλος πάντων ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοπέδου, ὅτι μ’ ὅλας τὰς προσπαθείας των ἦτον ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ τὸ στρατόπεδον· καὶ οὕτω συνελθόντες εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον τοῦ ἐπρόβαλον ν’ ἀφήσῃ τὴν θέσιν ταύτην καὶ νὰ μεταβιβάσῃ τὰ στρατεύματα εἰς τὴν Μεγαρικήν. Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς παρακινήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀρχιστράτηγος εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς διὰ νὰ μείνωσι, βεβαιωθεὶς ἀπὸ ὅλους ὅτι δὲν ἦτον πλέον δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ στρατόπεδον εἰς τὰς θέσεις ταύτας, ἀπεδέχθη τὸ πρόβλημα καὶ διέταξε τὰ περὶ τῆς μεταβάσεως. Κατ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπον ἓν μέγιστον στρατόπεδον, τὸ μεγαλήτερον ἀπ’ ὅσα συνεκροτήθησαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐπαναστάσεώς μας, διελύθη ἢ μᾶλλον ἀπέθανε διὰ μίαν καὶ μόνην αἰτίαν, τὸν θάνατον τοῦ ἀρχηγοῦ του.

Ἡ βιογραφία τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη 
Συγγραφέας: Ιωάννης Βλαχογιάννης 

Ἀνέκδοτα καὶ ἀποφθέγματα τοῦ Καραϊσκάκη

’Σ τὰ Γιάννινα, τὸν καιρὸ τοῦ Ἀλήπασσα, ὁ Καραϊσκάκης, νειὸς ἀκόμα, χόρευε μιὰ φορὰ μ’ ἄλλα παληκάρια. Ἐνῷ ἔσερνε, μπροστινός, τὸν Τσάμικο, κ’ ἔκανε πολλὲς γύρες ’σ τὸν τόπο, ὅπως λέν, πέρασε τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς, γυιὸς τοῦ Ἀλήπασσα. Ἡ φουστανέλλα τοῦ Καραϊσκάκη σηκώθηκε τὸν ἀνήφορο καὶ φάνηκαν τὰ πλιάτσικα. Ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς πειράχτηκε. Πῆγε ’σ τὸν πατέρα του καὶ παραπονέθηκε. Κράζει τότε ὁ Ἀλήπασσας τὸν Καραϊσκάκη καὶ θυμωμένος τοῦ  λέει·
— Τί ἔκαμες, ὠρὲ Παλιόγυφτο, ’σ τὸ γυιὸ τὸ δικό μου;

— Τίποτα, πασσᾶ μου, λέει ὁ Καραϊσκάκης. Δὲν τὄθελα. Χόρευα κ’ ἔκαμα ἔτσι μιὰ φορά... (κ’ ἔφερε μιὰ γύρα). Τότε πέρναγε ὁ γυιός σου ὁ Μουχτὰρ πασσᾶς καὶ θύμωσε. Τί φταίω ’γώ, ὁ μαῦρος;...

Ὁ Ἀλήπασσας ἔσκασε τὰ γέλοια.

— Πῶς ἔκαμες, ὠρὲ μπίρο μ’; Κάμε το πάλε, ὠρέ!

— Ἔτσι, πασσᾶ μου...

— Κάμε το ἄλλη μιὰ φορά, ὠρὲ Γιῶργο!... Μπράβο, ὠρὲ Γιῶργο!... Ἄϊντε τώρα.

ΤΙ ΖΗΤΗΣΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΗΠΑΣΣΑ

— Τί θέλεις νὰ σὲ κάμω, ὠρὲ Καραϊσκάκη; τὸν ρώτησε κάποτε ὁ Ἀλήπασσας.

— Ἂν μὲ γνωρίζῃς, πασσᾶ μου, ἄξιον γι’ ἀφέντη, κάμε με ἀφέντη· ἂν μὲ γνωρίζῃς ἄξιον γιὰ χουσμεκιάρη (δοῦλο), κάμε με χουσμεκιάρη· ἂν δὲ μὲ γνωρίζῃς ἄξιον γιὰ τὸ τίποτα, ρίξε με ’σ τὴ λίμνη.

(Γ. Γαζῆς).


Η ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

’Σ τὸ Κομπότι, ’σ τὸν πόλεμο ποῦ ἔκαμε ’σ τὰ 1821, 8 Ἰουνίου, ποῦ νίκησε τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς πῆρε ’σ τὸ κυνῆγι, ἀνέβηκε σὲ μιὰ πέτρα κ’ ἔβριζε τοὺς Τούρκους δυνατά. Καὶ γιὰ νὰ τοὺς προσβάλῃ χειρότερα καὶ νὰ δώσῃ θάρρος ’σ τοὺς δικούς του σήκωσε τὴ φουστανέλλα, κατέβασε τὸ βρακὶ καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν πισινό του. Τότε ἕνας Τοῦρκος, Γκέκας, κρυμμένος κάπου ’σ τὰ κλαριά, τὸν τουφέκισε καὶ τὸν λάβωσε ’σ τὰ δυὸ μηριὰ καὶ ’σ ἕνα ἄλλο μέρος.

ΓΡΑΜΜΑ ’Σ ΤΟ ΧΟΥΡΣΙΤ ΠΑΣΣΑ

Ὅταν ὁ Χουρσὶτ πασσᾶς, ἀρχιστράτηγος τῶν Τούρκων, ’σ τὰ 1822, τοῦ παράγγειλε νὰ πάῃ νὰ τὸν προσκυνήσῃ ’σ τὴ Λάρσα, ὁ Καραϊσκάκης τοὔστειλε αὐτὴ τὴν ἀπόκριση·

Μοῦ γράφεις ἕνα μπουγιουρντί, λέγεις νὰ προσκυνήσω·
κ’ ἐγώ, πασσᾶ μου, ρώτησα τὸν π.... μου τὸν ἴδιον
κι’ αὐτὸς μοῦ ἀποκρίθηκε νὰ μὴ σὲ προσκυνήσω·
κι’ ἂν ἔλθῃς κατ’ ἐπάνω μου, εὐθὺς νὰ πολεμήσω!

(Γ. Γαζῆς).

Ο ΜΠΑΤΣΟΣ

Φεύγοντας ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι οἱ Τοῦρκοι, ’σ τὰ 1823, τράβηξαν νὰ περάσουν ἀπὸ τοῦ Κοράκου τὸ γιοφύρι (δῆμος Ἀργιθέας). Ὁ Καραϊσκάκης ἦταν ’σ τὸ μοναστήρι τῆς Τατάρνας. Μπῆκε ’σ τὴν ἐκκλησιὰ καὶ προσευχήθηκε·

— Τώρα θὰ σὲ ἰδῶ, Μαυρομάτα· ἄν νικήσωμε, θὰ σὲ προσκυνῶ γιὰ Παναγία, ἰδὲ...

Κ’ ἔκοψε τὸ λόγο του, πρὶν τὸν τελειώσῃ. Τότε ἔπιασε τὸν Ἁϊβλάση. Ἅμα ζύγωσαν οἱ Τοῦρκοι, ὁ Καραϊσκάκης γνώρισε τὸ μπροστινόν, γιατὶ τὸν ἤξερε ἀπὸ τὰ Γιάννινα·

— Καρτέρα με, Ἰσλιὰμ Μπέντο! τοῦ φώναξε.

— Σὲ καρτερῶ! τοῦ ἀπάντησε ὁ Ἰσλιὰμ Μπέντος.

Ὁ Καραϊσκάκης, νευρικὸς κι’ ἀνυπόμονος, ἔτρεμε πρὶν ἀρχίσῃ ὁ πόλεμος.

Κοντά του ἦταν ὁ Τσάκας, πελώριος παληκαρᾶς, παλιός του σύντροφος. Γυρίζει καὶ λέει ’σ τὸν Καραϊσκάκη·

— Τι τρέμεις, ὠρὲ Γύφτο; Φοβᾶσαι;

Καὶ τοῦ τραβάει ἕναν κατακέφαλο. Τὸν ἔφαγε καλόν, χωρὶς νὰ θυμώσῃ ὁ Καραϊσκάκης. Γύφτος ἦταν τὸ παράνομά του, γιατὶ ἦταν μελαψός. Μιὰ παράδοση μάλιστα τὸν λέει γυιὸ του καπετὰν Ἀραπογιάνη.

Ἡ νίκη τοῦ Ἀϊβλάση ἦταν ἀπὸ τὰ πρῶτα κατορθώματα τοῦ Καραϊσκάκη καὶ μεγάλωσε τ’ ὄνομά του.

ΓΡΑΦΕ ΡΑΓΚΟ

’Σ τὸ Μεσολόγγι, ὅταν κατηγοροῦσαν τὸν Καραϊσκάκη πῶς τάχα εἶχε κρυφὴ συνεννόηση μὲ τοὺς Τούρκους, περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους τὸν κατάτρεχε ὁ Ράγκος, γιατὶ ἀντιφέρονταν οἱ δυό τους γιὰ τ’ ἀρματωλίκι τῶν Ἀγράφων. Μιὰ ’μέρα ὁ φίλος τοῦ Καραϊσκάκη ὁ Ἀντρέας Ἵσκος σηκώνεται, παίρνει μαζί του τέσσερους πέντε στρατιῶτες, ποῦ εἶχαν πολεμήσῃ μὲ τὸν Καραϊσκάκη, καὶ πάει ’σ τὸ κονάκι τοῦ Ράγκου νὰ τὸν ἰδῇ. Ἄρχισαν νὰ τὰ λέν. Τὰ παλικάρια ἔμειναν ἀπὄξω, ’σ τ’ ἄλλο δωμάτιο. Ἄξαφνα ὁ Ἴσκος ἔκαμε πῶς θέλει ν’ ἀνάψῃ τὸ τσιμποῦκι του καὶ φώναξε ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ μέσα. Ἐκεῖ ποῦ τοὔβανε τὴ φωτιά, τὸν ρωτάει ὁ στρατηγός, ἀδιάφορα, μὲ ποιὸν ἔκαμε ὡς τώρα καὶ ποῦ πολέμησε.

— Μὲ τὸν Καραϊσκάκη, Καπετάνε, ἀπαντάει ὁ στρατιώτης. Ἤμνα κοντὰ τ’ ἀπ’ τὸν καιρὸ τ’ Λεπενιώτη. Πολεμήσαμε πολλὲς βολὲς ἀντάμα. Νὰ τὰ σημάδια...

— Καλά, καλά, ἄϊντε τώρα.

Ἀφοῦ βγῆκε ὁ στρατιώτης, γυρίζει ὁ Ἴσκος καὶ τοῦ λέει τοῦ Ράγκου·

— Γράφε, Ράγκο!

Ὕστερα ὁ Ἴσκος κράζει ἄλλον στρατιώτη·

— Ἄμ’ ἐσὺ μὲ ποιὸν ἔχης κάμη, ὠρέ, ὡς τώρα ’σ τὸν πόλεμο;

— Ἐγώ, στρατηγέ μ’; Πολέμησα ’σ τὴν Ἄρτα νυχτόημερα μὲ τὸν Καραϊσκάκη, πολέμησα ’σ τὸ Νιοχώρι, ’σ τὸ Κομπότι, πολέμησα...

— Καλά, φεύγα! λέει καὶ ’σ αὐτὸν ὁ Ἴσκος.

Ὕστερα γυρίζει κατὰ τὸ Ράγκο·

— Γράφε, Ράγκο! τοῦ λέει πάλι.

Φωνάζει ἄλλον στρατιώτη. Ἀρχίζει κ’ ἐκεῖνος τὰ δικά του·

— Πολέμησα ’σ τοῦ Κοράκου τὸ γιοφύρι, πολέμησα...

— Γράφε Ράγκο!

Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ

Κάποτε ὁ Μεγαπάνος, ἄρχοντας ἀπὸ τὸ Κάρλελι (Ἀκαρνανία), τοῦ εἶπε·

— Ὠρὲ Καραϊσκάκη, δὲ μαζώνεις λίγο τὴ γλῶσσα σου;

— Ἅμα μαζώξῃς ἐσὺ τὴ βρακοζώνα σου, θὰ μαζέψω κ’ ἐγὼ τὴ γλῶσσα μου, τοῦ εἶπε ὁ Καραϊσκάκης.

Ὁ Μεγαπάνος κυνηγοῦσε τὴς γυναῖκες.

ΤΟ ΦΙΛΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ

’Σ τὸν πόλεμο τοῦ Κεφαλόβρυσου, ὅπου σκοτώθηκε ὁ Μάρκος Μπότσαρης, εἶχε στείλῃ κι’ ὁ Καραϊσκάκης ἕνα μικρὸ σῶμα, αὐτὸς ὅμως δὲν ἔλαβε μέρος ’σ τὸν πόλεμο, γιατὶ ἦταν ἄρρωστος ’σ τὸ μοναστῆρι τοῦ Προυσοῦ. Ἀφοῦ σκοτώθηκε ὁ Μάρκος, ἔφεραν οἱ Σουλιῶτες τὸ λείψανό του καὶ τὸ ξάπλωσαν ἐμπρὸς ’σ τὸ νάρθηκα τῆς ἐκκλησιὰς τοῦ Μοναστηριοῦ. Σηκώθηκε τότε ὁ Καραϊσκάκης ἀπὸ τὸ κρεββάτι κ’ ἐπῆγε σέρνοντας καὶ φίλησε μὲ δάκρυα τὸ νεκρὸ τοῦ Μάρκου· κ’ εἶπε·

— Ἄμποτε, ἥρωα Μάρκο, κ’ ἐγὼ ἀπὸ τέτοιο θάνατο νὰ πάω.

Κ’ ἐπῆγε ἀληθινὰ ὅπως εὐχήθηκε, ὁ ἥρωας.

Αὐτὸν τὸ θάνατο εὔχονταν ὅλοι οἱ γενναῖοι ἐκεῖνον τὸν καιρό· νὰ πᾶν ἀπὸ βόλι. Τὸν ἴδιο θάνατο εὐχήθηκε κι’ ὁ Γκούρας κι’ ἀπ’ αὐτὸν ἐπῆγε.

Η ΜΑΡΙΩ

Ὁ Καραϊσκάκης ’σ τὴς ἐκστρατεῖες του εἶχε πάντα μαζί του μιὰ Τουρκοπούλα βαφτισμένη, ποῦ τὴν ἔλεγαν Μαριώ. Αὐτὴ ἦταν ντυμένη φουστανέλλες, σὰν ἄντρας, κ’ εἶχε τ’ ὄνομα Ζαφείρης ἀνάμεσα ’σ τὰ παληκάρια. Κάποτε λοιπὸν ὁ Καραϊσκάκης περαστικὸς κατάλυσε ’σ τὸ σπίτι του, μὲ κάμποσα παληκάρια. Πάει ὁ Ζαφείρης ’σ τὸ μαγερειὸ καὶ ρίχνεται ’σ τὴς δοῦλες κι’ ἀρχίζει τσιμπιές, γαργαλητά, φιλιά. Βάνουν τὴς φωνές ἐκεῖνες καὶ τρέχουν ’σ τὴν καπετάνισσα. Τρέχει κ’ ἡ κυρὰ Γκόλφω, ἡ Καραϊσκάκαινα, ’σ τὸ στρατηγὸ καταθυμωμένη·

— Τί πράματα εἶναι αὐτά; τοῦ λέει· τὰ παληκάρια σου παλεύουν τὴς ψυχοκόρες μου!

— Ἔγνοια σου, μωρή, τὴς λέει ὁ στρατηγός, ἔχω καὶ γιὰ ’σένα π... Μὴ θυμώνεις.

ΤΙ ΕΙΠΕ ’Σ ΤΟΝ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ

Κάποτε ’σ τὰ 1825, ’σ τὴν ἐκστρατεία τῆς Μεσσηνίας, μάλλωσε μὲ τὸν Κουντουριώτη καὶ τοῦ εἶπε·

— Ὠρέ, Κουντουριώτη ἄκουγα καὶ νόμιζα θὰ εἶναι ὅλο γιομᾶτο μυαλὸ τὸ κεφάλι σου. Ἐσὺ ὅμως ἔχεις τόσο μυαλό, ὅσο ἔχω ’γὼ σπόρο ’σ τ’ ἀ... μου!

ΠΩΣ ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΤΟ ΖΑΪΜΗ

Ὅταν ὁ Καραϊσκάκης πῆγε ’σ τ’ Ἀνάπλι, ’σ τὰ 1826, ἐνῶ τὴν Ἀθήνα τὴν πολιορκοῦσε ὁ Κιουταχῆς, καὶ διορίστηκε Γενικὸς ἀρχηγὸς τῶν στρατεμάτων τῆς Ρούμελης γιὰ νὰ πάῃ νὰ τὸν πολεμήσῃ, παρουσιάστηκε ’σ τὴ Διοικητικὴ Ἐπιτροπή. Τότε ὁ πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ Ζαΐμης, πρῶτος τὸν συχώρεσε γιὰ τὴν παλιά τους ἔχτρα, ποῦ βάσταγε ἀπὸ τὸν καιρὸ τοῦ ἐμφύλιου πολέμου, ὅταν ὁ Καραϊσκάκης εἶχε κάμῃ πολλὰ κακὰ ’σ τὰ σπίτια καὶ χτήματα τοῦ Ζαΐμη ’σ τὴν Κερπινή. Ὁ Ζαΐμης ὅμως γενναιόκαρδα τὸν συχώρεσε. Ὁ Καραϊσκάκης δάκρυσε. Τότε φιλήθηκαν οἱ δυὸ καὶ ξεχάστηκαν τὰ περασμένα. ’Σ τὴ σκηνὴ αὐτὴ ἔτυχε νὰ εἶναι κι’ ὁ ἄρχοντας Ὑδραῖος Βασίλης Μπουντούρης κ’ εἶπε ’σ τὸν Καραϊσκάκη·

— Δὲν έκαμες ὡς τώρα ὅσο ἔπρεπε τὸ χρέος σου ’σ τὴν πατρίδα, Καραϊσκάκη· ὁ Θεὸς νὰ σὲ φωτίσῃ νὰ τὸ κάμῃς ἀπὸ ’δῶ κι’ ὀμπρός.

— Δὲν τ’ ἀρνιῶμαι, ἀποκρίθηκε ὁ Καραϊσκάκης. Ὅταν θέλω, γίνομαι ἄγγελος κι’ ὅταν θέλω, γίνομαι διάβολος. Ἀπὸ τώρα ἔχω σκοπὸ νὰ γίνω ἄγγελος.

ΤΟ ΒΡΑΚΙ ΤΗΣ ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ

’Σ τὸν πόλεμο τῆς Δομπραίνας ὁ Καραϊσκάκης εἶχε διατάξῃ τὸν ὀπλαρχηγὸ Βασίλη Μποῦσγο νὰ πιάσῃ μιὰ ράχη παραπέρα ἀπὸ ’κεῖ ποῦ γίνονταν ὁ πόλεμος καὶ νὰ περιμένῃ ὡς ποῦ νὰ τὸν κράξῃ. Ἐνῷ λοιπὸν ἀκολουθοῦσε ὁ πόλεμος, ὁ Καραϊσκάκης ηὗρε μεγάλη ἀντίσταση ’σ τοὺς Τούρκους κ’ ἔστειλε ἕνα παληκάρι νὰ πάῃ νὰ φωνάξῃ τὸ Μποῦσγο βοήθεια. Ὁ στρατιώτης ὅμως δείλιασε καὶ δὲν ἔφερε τὴ διαταγὴ τοῦ στρατηγοῦ ’σ τὸ Μποῦσγο. Ἔτσι ὁ Καραϊσκάκης ἀναγκάστηκε νὰ τραβηχτῇ καὶ φτάνει ’σ τὴ ράχη, ὅπου φύλαγε, ἄνεργος, ὁ Μποῦσγος. Δαιμονίστηκε καθὼς τὸν εἶδε ὁ Καραϊσκάκης, γιατὶ νόμισε πῶς ἀπὸ φόβο δὲν εἶχε ἔρθῃ βοήθεια του.

— Τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας! Φέρτε μου τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας!

Ὁ Καραϊσκάκης γιὰ ντρόπιασμα τῶν δειλῶν εἶχε μαζί του ἕνα παλιόβρακο, ποῦ τὄξεραν ὅλοι μ’ αὐτὸ τ’ ὄνομα «τὸ βρακὶ τῆς Κατερίνας» καὶ ὑποχρέωνε ὅσους ἔπιανε φοβιτσάρηδες νὰ τὸ φορέσουν. (Αὐτὸ μᾶς θυμίζει τὴ Μόσκω τοῦ Τζαβέλα, ποῦ ἅμα ζύγωνε πόλεμος ἔβανε ντελάλι μέσα ’σ τὸ Σοῦλι, ὅτι ὅποιος Σουλιώτης μείνῃ ’σ τὸ χωριὸ καὶ δὲν πάῃ μὲ τοὺς ἄλλοις νὰ πολεμήσῃ, θὰ φορέσῃ γυναίκεια).

Ὁ Μποῦσγος ὅμως, ἀφοῦ δὲν ἔφταιγε σὲ τίποτα, ἄναψε κι’ αὐτὸς ἀπὸ τὸ θυμό του. Τραβιέται πίσω, κι’ ὄξω τὴν κουμπούρα! Ἐκεῖ ὅμως ξηγήθηκαν τὰ πράματα κι’ ὁ Καραϊσκάκης, ἀφοῦ κατάλαβε τὸ λᾶθος του, ζήτησε συμπάθειο ἀπὸ τὸ Μποῦσγο καὶ δακρυσμένος τὸν φίλησε.

ΤΗΣ ΚΛΑΝΟΜΑΡΩΣ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ

’Σ τὸ Δίστομο, πρὶν γίνῃ ὁ περίφημος πόλεμος, ἦταν μὲ τὸ σῶμα τοῦ Καραϊσκάκη ἕνας στρατιώτης, ποῦ κανεὶς δὲν ἤξερε ποῦθε κρατοῦσε ἡ σκούφια του. Κοντός, κουρελιάρης, μὲ μακρυὰ καὶ λερὴ φουστανέλλα, ποῦ κατέβαινε πειὸ κάτου ἀπὸ τὰ γόνατά του, ἄσκημος, σπανός, ξεραγκιανὸς καὶ πολὺ φοβιτσάρης. Ἔκανε ’σ τὸ στρατόπεδο τὴς γυναικεῖες δουλειές, ἔπλυνε, ἑτοίμαζε τὰ σφαχτὰ κ’ ἔψηνε τὰ κοκορέτσα καὶ τὰ σπληνάντερα. Ἦταν μ’ ἄλλα λόγια ἀπὸ ’κείνους, ποῦ τοὺς ἔλεγαν ’σ τὰ στρατόπεδα χατζαρούλες. Τὸ στρατιώτη αὐτὸν γιὰ τοὺς τρόπους του καὶ γιὰ τὴς ταπεινὲς δουλειὲς ποῦ ἔκανε τὸν ἔλεγαν οἱ συντρόφοι του Κλανομάρω. Ἀφοῦ ζύγωνε λοιπὸν ὁ πόλεμος, ἡ Κλανομάρω ἄφησε τὰ συνειθισμένα της καὶ φόρεσε σελιάχι καὶ κρέμασε μπαλάσκες κ’ ἔβαλε καὶ μιὰ μακρυὰ κουμπούρα ’σ τὸ σελιάχι· κι’ ἀφοῦ ’τοιμάστηκε γιὰ πόλεμο, παρουσιάζεται ἄξαφνα ἀνάμεσα ’σ τὰ παληκάρια, ’σ τὸ φοβερὸ ἐκεῖνο στρατόπεδο. Δὲ λέγεται ἡ ταραχὴ καὶ τὰ γέλοια καὶ τὰ πειράγματα καὶ τὰ χωρατά, ὅταν εἶδαν τὴν Κλανομάρω τὰ παληκάρια. Χάλασε ὁ κόσμος γύρω της, καθὼς περνοῦσε καμαρώνοντας σὰ σκεπάρνι ἡ Κλανομάρω, τριγυρισμένη ἀπὸ τὸ πειὸ διαλεχτὸ ἐπιτελεῖο, ποῦ θὰ ζήλευε κάθε στρατηγός, μ’ ἄλλα λόγια ἀπὸ τὰ καλύτερα παληκάρια τοῦ Καραϊσκάκη.

Τὴν ἄλλη ’μέρα, ἡμέρα τοῦ δοξασμένου ἐκείνου πολέμου, ἐνῷ οἱ Ἀρβανίτες μὲ τὸν Καρυοφίλμπεη νικημένοι κυνηγιῶνταν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ὁ Καραϊσκάκης ἀκράτητος, φοβερός, τραντάζοντας μὲ τὴς φωνές του τὴς ράχες γύρω, καθὼς προχωροῦσε μὲ τ’ ἄλογο, κάνει ἔτσι καὶ βλέπει κρυμμένον ἄνθρωπο μέσα σὲ μιὰ πατουλιά. Νόμισε πῶς ἦταν Τούρκος κι’ ἀμέσως τραβάει ἀπὸ τὴ σέλλα τὴ μιὰ πιστιόλα, ἕτοιμος νὰ ρίξῃ. Ἄξαφνα ὅμως πηδάει ὄξω ἀπὸ τὴν πατουλιὰ ἡ Κλανομάρω καὶ φωνάζει τρομασμένη·

— Μὴ καπετάνε! μή, εἶμ’ ἐγὼ! Μὴ γιὰ τὸ Θεό!

Κράτησε ὁ στρατηγὸς τ’ ἄλογο καὶ κάνοντας τάχα πῶς παραξενεύτηκε καὶ πῶς δὲν κατάλαβε τίποτα, λέει ’σ τὴν Κλανομάρω·

— Ὠρέ, ἐσὺ ἐδῶ μέσα, ὠρὲ Μάρω;

— Τί νὰ κάμω, καπετάνε, βούλωσε τὸ ντουφέκι μου καὶ δὲ μπόργα νὰ πολεμήσω.

— Νά, ὠρὲ Μάρω, πᾶρε τὸ δικό μου καὶ σὲ θέλω νὰ μοῦ φέρῃς κεφάλια Ἀρβανίτικα!

Κι’ ἀμέσως δίνει ’σ τὴν Κλανομάρω τὸν κοντό του σισανέ, τὸν ἀσημόδετον καὶ φλωροκαπνισμένον.

Τότε ἡ Κλανομάρω, ἀφοῦ ἔπιασε ’σ τὰ χέρια τὸ φοβερὸ ὅπλο τοῦ Καραϊσκάκη, ἔγινε ἀλλοιώτικη. Χύθηκε ἀπόκοντα ’σ τοὺς Ἀρβανῖτες καὶ σὲ κάμποση ὥρα γύρισε φέρνοντας θριαμβευτικὰ δυὸ ματωμένα, ὁλόζεστα Ἀρβανίτικα κεφάλια. Φαντάζεται κανένας τὰ ζήτω τῶν παληκαριῶν γιὰ χάρη τῆς Κλανομάρως.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ

’Σ τὰ 1826, ὕστερα ἀπὸ τοὺς περίφημους πολέμους τῆς Ἀράχωβας, τοῦ Διστόμου καὶ τόσους ἄλλους, ὁ Καραϊσκάκης μὲ τὸ στρατό του εἶχε κινήσῃ κ’ ἔρχονταν βοήθεια τῆς Ἀθήνας, ποῦ κιντύνευε ἀπὸ τὸν Κιουταχῆ. Ἔφτασε ’σ τὸ μοναστῆρι τοῦ Ἅγιου Σεραφείμ, ὅπου εἶναι καὶ τὸ λείψανό του, τιμημένο πολὺ λείψανο ἀπὸ τοὺς Ρουμελιῶτες. Ἐκεῖ ὁ Καραϊσκάκης γονατιστὸς ’σ τὸν ἅγιον τάφο κοντά, μ’ ὅλα τὰ παληκάρια του, προσευχήθηκε· «Βοήθησέ μας, Ἁϊσεραφείμ, νὰ διώξωμε τὸν Κιουτάγια ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, νὰ γλυτώσωμε τοὺς κλεισμένους χριστιανοὺς καὶ νὰ κάμωμε ’σ τοὺς Τούρκους δεύτερη Ἀράχωβα, καὶ νὰ σοῦ φέρω χρυσὸ καντήλι ’σ τὸν τάφο σου καὶ λαμπάδες ἑκατὸ ἴσα μὲ τὸ κορμί μου καὶ νὰ στολίσω σὰν παλάτι τὸ μοναστῆρι σου!» Κι’ ὅλος ὁ στρατὸς ξεσκούφωτος καὶ γονατισμένος εἶπε τὴν ἴδια προσευχή. Ὁ Ἅγιος Σεραφεὶμ ὅμως δὲν τοὺς ἀξίωσε.

ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΙΟΥΤΑΧΗΣ

Τὴς 9 Αὐγούστου, ’σ τὰ 1826, ὁ Καραϊσκάκης ἀνταμώθηκε κατὰ τύχη μὲ τὸν Κιουταχὴ ’σ τὴ Γαλλικὴ φεργάδα τοῦ ναυάρχου Δερνῦ, ποῦ ἦταν ἀραγμένη ’σ τὸν Πειραιᾶ. Ὁ Κιουταχῆς μὲ τὸν Ὀμὲρ πασσᾶ τῆς Χαλκίδας εἶχαν πάῃ νὰ ἰδοῦν τὸ ναύαρχο. Δὲν πρόφτασαν νὰ κατέβουν ’σ τὴ σάλλα καὶ φτάνει ὁ Καραϊσκάκης μὲ τὸ Χρηστίδη σὲ βάρκα Ἑλληνικὴ ἀπὸ τὸ μπρίκι τὸ Ψαριανὸ τοῦ Γιαννίτση, ποῦ ἦταν ἀραγμένο ’σ τὴ Λεψίνα καὶ τὄχε ὁ Καραϊσκάκης ’σ τὴς διαταγές του. Λένε πῶς ἐπίτηδες ὁ Γάλλος ναύαρχος εἶχε φέρῃ ἔτσι τὸ πρᾶμα, γιὰ νὰ σμίξουν οἱ δυὸ ἀρχιστράτηγοι. Κι’ αὐτὸ τοῦ τὸ εἶχε ζητήσῃ ὁ Κιουταχῆς.

Ταράχτηκε ὁ Καραϊσκάκης καθὼς εἶδε τὸν Κιουταχῆ μπροστὰ του. Ἔβαλε τὸ χέρι ’σ τὸ σπαθὶ κ’ εἶπε ’σ τὸ Χρηστίδη.

— Ὠρὲ Χρηστίδη, μὴ μᾶς κάνουν καμμιὰ μπαμπεσά;

Τὸν καθησύχασε ὁ Χρηστίδης. Κι’ ὁ Κιουταχῆς ὅμως ταράχτηκε, καθὼς εἶδε τὸν Καραϊσκάκη. Χαιρέτησε ὁ Καραϊσκάκης τὸν Κιουταχῆ, κατὰ τὴν τούρκικη συνήθεια (μὲ τὴν ἀπαλάμη ’σ τὸ στῆθος) καὶ κάθισε. Χαιρέτησε κι’ ὁ Κιουταχῆς μὲ τὸ κεφάλι, ἀγέρωχος, καὶ μίλησε πρῶτος Ἀρβανίτικα·

— Τί κάνεις, Καραϊσκάκη; Ἔλπιζα νἄρθῃς ’σ τὰ Μπιτώλια νὰ μὲ προσκυνήσῃς καὶ νὰ σοῦ δώσω ὅλα τὰ βιλαέτια, ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ὡς τὴν Ἄρτα.

— Ἐγὼ νὰ σὲ προσκυνήσω; τοῦ ἀποκρίνεται ὁ Καραϊσκάκης. Ἂν εἶσαι Ρούμελη Βαλεσῆς ἐσύ, εἶμαι κ’ ἐγὼ Ρούμελη Βαλεσῆς. Κι’ ἂν ἤξερε ἡ Διοίκησή μου ὅτι κρένομε τώρα μαζί, μὲ κρέμαγε κ’ ἐμένα καὶ δεκαπέντε χιλιάδες στρατέματα, ποῦ ἔχω ’σ τὴ Λεψίνα.

— Καὶ πῶς μπορεῖ νὰ σὲ κρεμάσῃ;

— Μήπως δὲ σὲ κρεμάει ἐσένα ὁ Σουλτάνος, ὅταν θέλῃ; Ναὶ ἢ ὄχι;

— Ναί, γιατὶ τὸν ἔχω βασιλιᾶ.

— Λοιπὸν μὲ κρεμάει κ’ ἐμένα, γιατὶ τὴν ἔχω βασίλισσα!

Χαμογέλασε ὁ Κιουταχῆς. Σηκώθηκε πρῶτος κ’ ἔφυγε ἀπὸ τὸ καράβι.

Τὴν ἄλλη ’μέρα ὁ Κιουταχῆς τοὔστειλε καφφέ, ζάχαρη καὶ καπνό. Ὁ Καραϊσκάκης τοὔστειλε ἕνα φόρτωμα κρασί.

ΠΩΣ ΝΑ ΕΞΟΥΣΙΑΖΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Ρώτησαν τὸν Καραϊσκάκη πῶς μπορεῖ νὰ ἐξουσιάζῃ κανεὶς τοὺς Ἕλληνες. Ἀποκρίθηκε·

— Ὅποιος θέλει νὰ ἐξουσιάζῃ καλὰ τοὺς Ἕλληνες, πρέπει νἄχῃ ’σ τὴν πλάτη του ἕνα δισάκκι ποῦ νὰ εἶναι γιομᾶτο διαόλους ἀπὸ πίσω, ὁ Χριστὸς μπροστὰ κι’ ὁ παρᾶς ’σ τὴ μέση.

(Γ. Γαζῆς).

ΠΟΙΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ

«Ὁ καλὸς καπετάνος πρέπει νἄχῃ φρονήματα πετεινοῦ (γιὰ νὰ ἐξουσιάζῃ), καλωσύνη σκύλου (γιὰ νὰ τὸν ἀγαποῦν), παληκαριὰ καὶ θεωρία λιονταριοῦ (γιὰ νὰ τὸν σέβωνται καὶ νὰ τὸν φοβώνται), ὕπνο καὶ περπάτημα λαγοῦ (γιὰ νὰ εἶναι ἄγρυπνος καὶ γλήγορος) καὶ πονηριὰ γυναίκας (γιὰ νὰ ξεγελάῃ καὶ νὰ σέρνῃ τοὺς ἀνθρώπους)».

(Γ. Γ.).

ΟΙ ΚΑΚΙΕΣ ΤΩΝ ΤΡΑΝΩΝ

«Ὅποιος προκομμένος ἄνθρωπος δὲν κρύβει τὰ ἐλαττώματά του ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ πολλοῦ κόσμου εἶναι κουτότερος ἀπὸ τὴ γάτα, ποῦ θάφτει τὴν κοπριά της, γιὰ νὰ μὴ φαίνεται ’σ τὸ φῶς».

(Γ. Γ.).

ΠΩΣ ΚΕΡΔΙΖΕΤΑΙ Η ΔΟΞΑ

Τὸν ρώτησαν πῶς ἕνας ἄνθρωπος τοῦ πολέμου μπορεῖ νὰ γίνῃ μεγάλος καὶ ν’ ἀποχτήσῃ ὑπόληψη. Εἰπέ·

Φρόνιμος καὶ παληκάρι,
πλούσιος καὶ γαλαντόμος
μέγας γίνεται ’σ τὸν κόσμο.

(Γ. Γ.).

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΟΘΟΥΣ

«Καθὼς ἡ φύση δέχεται τὰ κεντρώματα καὶ δείχνει τὰ μπολιασμένα δέντρα πλειὸ καλὰ ἀπὸ τ’ ἀγρία, ἔτσι κι’ ὁ Θεὸς κάνει πολλὲς βολὲς τὰ μπάσταρδα παιδιὰ πλειὸ ἄξια ἀπὸ τ’ ἄλλα, τὰ γνήσια». (Ὁ Καραϊσκάκης ἦταν νόθος κι’ αὐτός).

(Γ. Γ.).

Ο ΔΕΙΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ

Φοβιτζάρης τὸ ἀσκέρι σὰν πανούκλα τὸ μολεύει
καὶ δειλὸς ἀπελπισμένος γίνεται ἀντρειωμένος.

(Γ. Γ.).

ΠΩΣ ΕΞΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

«Ἡ γυναῖκα καὶ τὸ ἄττι θέλουν ἄξιον καβαλλάρη».

(Γ. Γ.).

ΤΑ ΚΑΛΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Τὸν ρώτησαν τί ἀπόλαψε ’σ τὸν κόσμο. Ἀποκρίθηκε·
Νέος ὑπανδρεύθηκα, ὡραίαν γυναῖκα πῆρα [1],
ζέφκια πολλὰ ἐτράβησα, δόξαν μεγάλην ηὗρα
καὶ γρόσια ἐκαζάντησα ὅσα μοῦ ἦτον χρεία.



  *ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΜΕΤΑΦΕΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΔΕΝ ΚΟΣΤΙΖΕΙ !! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου